Σχεδόν οι μισοί έφηβοι στην Ελλάδα δυσκολεύονται να αποσυνδεθούν από τα social media
Από το 36,1% στο 48% αυξήθηκε μέσα σε εννέα χρόνια η προβληματική χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από εφήβους 15 και 16 ετών. Το 86% των μαθητών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης χρησιμοποιεί καθημερινά το διαδίκτυο, ενώ το 61% έχει εκτεθεί σε επιβλαβές ή ακατάλληλο περιεχόμενο. Η νέα αναφορά της CAMHI, με την υποστήριξη του Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος», φωτίζει τις προκλήσεις της εφηβείας στην ψηφιακή εποχή.
Το κινητό είναι το πρώτο πράγμα που αναζητούν πολλοί έφηβοι όταν ξυπνούν και το τελευταίο που αφήνουν πριν κοιμηθούν. Ένα μήνυμα, ένα βίντεο στο TikTok, μια ειδοποίηση στο Instagram ή μια νέα ανάρτηση μπορούν να διακόψουν το διάβασμα, το φαγητό, ακόμη και μια συζήτηση με φίλους. Για τη σημερινή γενιά, η ζωή στο διαδίκτυο δεν αποτελεί απλώς μια δραστηριότητα που προστίθεται στην καθημερινότητα. Συχνά είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώνονται οι φιλίες, η εικόνα του εαυτού και η αίσθηση του ανήκειν.
Τα στοιχεία από την Ελλάδα δείχνουν ότι αυτή η ψηφιακή πραγματικότητα συνοδεύεται από μια αυξανόμενη πρόκληση. Το ποσοστό των εφήβων 15 και 16 ετών που εμφανίζουν προβληματική χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έφτασε το 48%, από 36,1% εννέα χρόνια νωρίτερα. Παράλληλα, η καθημερινή χρήση του διαδικτύου από μαθητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ανέβηκε από 77% το 2019 σε 86% το 2025, ενώ έξι στους δέκα νέους δηλώνουν ότι έχουν βρεθεί μπροστά σε επιβλαβές ή ακατάλληλο περιεχόμενο.
Τα ευρήματα περιλαμβάνονται στην αναφορά «Μεγαλώνοντας στην Ψηφιακή Εποχή» (Growing Up Digital: An Evidence-to-Policy Synthesis), που εκπονήθηκε από την Πρωτοβουλία για την Ψυχική Υγεία Παιδιών και Εφήβων (CAMHI), σε συνεργασία με το Child Mind Institute της Νέας Υόρκης και με την υποστήριξη του Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος» στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας Global Health Initiative. Η έκθεση συνδυάζει διεθνή επιστημονικά δεδομένα, διαθέσιμα στοιχεία από την Ελλάδα και τις εμπειρίες των ίδιων των εφήβων, επιχειρώντας να αποτυπώσει τι γνωρίζουμε για τις επιδράσεις της ψηφιακής ζωής στην ψυχική υγεία και πού εξακολουθούν να υπάρχουν ερωτήματα.
Από το 36,1% στο 48%: Τι δείχνουν τα στοιχεία για τους εφήβους στην Ελλάδα;
Η αύξηση της προβληματικής χρήσης των social media μέσα σε εννέα χρόνια είναι από τα πιο χαρακτηριστικά ευρήματα της αναφοράς. Το 2015 το αντίστοιχο ποσοστό στους εφήβους 15 και 16 ετών ήταν 36,1%, ενώ το 2024 έφτασε το 48%. Με άλλα λόγια, σχεδόν ένας στους δύο εφήβους αυτής της ηλικιακής ομάδας εμφανίζει μοτίβα χρήσης που προκαλούν ανησυχία.
Χρειάζεται, ωστόσο, μια σημαντική διευκρίνιση: η προβληματική χρήση δεν ταυτίζεται αυτομάτως με μια κλινική διάγνωση εξάρτησης. Ο όρος περιγράφει μοτίβα στα οποία η ενασχόληση με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να γίνεται δύσκολο να ελεγχθεί και να επηρεάζει άλλες πλευρές της ζωής. Το ζήτημα δεν είναι απλώς πόσες ώρες περνά ένας έφηβος στην οθόνη, αλλά αν μπορεί να σταματήσει όταν το επιθυμεί και αν η χρήση επηρεάζει τον ύπνο, το σχολείο, τις σχέσεις ή την καθημερινή του λειτουργικότητα.
Η ευρύτερη εικόνα επιβεβαιώνει ότι το διαδίκτυο έχει πλέον ενσωματωθεί πλήρως στη ζωή των μαθητών. Το ποσοστό της καθημερινής χρήσης αυξήθηκε από 77% το 2019 σε 86% το 2025. Η πρόσβαση σε πληροφορίες, η επικοινωνία με φίλους και η συμμετοχή σε διαδικτυακές κοινότητες είναι πλέον κομμάτι της καθημερινότητας της συντριπτικής πλειονότητας των νέων.
Η συχνή χρήση, βέβαια, δεν σημαίνει από μόνη της ότι υπάρχει πρόβλημα. Η ψηφιακή τεχνολογία μπορεί να λειτουργεί ως εργαλείο μάθησης, δημιουργικότητας και κοινωνικής σύνδεσης. Η ανησυχία ξεκινά όταν η χρήση παύει να εξυπηρετεί τις ανάγκες του εφήβου και αρχίζει να καθορίζει δυσανάλογα τον χρόνο, τη διάθεση και τις επιλογές του.
Δεν είναι μόνο ο χρόνος στην οθόνη: Το 61% έχει δει ακατάλληλο περιεχόμενο
Ένα ακόμη εύρημα που προκαλεί προβληματισμό αφορά το περιεχόμενο με το οποίο έρχονται σε επαφή οι ανήλικοι. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην αναφορά, το 61% των μαθητών δήλωσε ότι έχει εκτεθεί σε επιβλαβές ή ακατάλληλο περιεχόμενο, συνήθως χωρίς να το επιδιώξει.
Η έκθεση αυτή δεν προϋποθέτει ότι ένας έφηβος αναζητά συστηματικά επικίνδυνο υλικό. Μπορεί να συμβεί μέσα από μια προτεινόμενη ανάρτηση, ένα βίντεο που εμφανίζεται στην αρχική σελίδα ή ένα περιεχόμενο που κοινοποιεί κάποιος άλλος χρήστης. Η ταχύτητα με την οποία ανανεώνονται οι ροές περιεχομένου και η δυνατότητα να μεταπηδά κανείς από το ένα βίντεο στο επόμενο κάνουν συχνά δύσκολη την πρόβλεψη του τι θα εμφανιστεί στην οθόνη.
Στις βασικές ανησυχίες που καταγράφει η επιστημονική ανασκόπηση περιλαμβάνονται ο διαδικτυακός εκφοβισμός, η παρενόχληση, η έκθεση σε επιβλαβές υλικό, η κοινωνική σύγκριση και η διατάραξη του ύπνου. Πρόκειται για διαφορετικούς κινδύνους, οι οποίοι δεν επηρεάζουν όλους τους νέους με τον ίδιο τρόπο. Η ηλικία, οι προσωπικές εμπειρίες, το υποστηρικτικό περιβάλλον και η ψυχική κατάσταση κάθε εφήβου μπορούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο.
Ο διαδικτυακός εκφοβισμός, για παράδειγμα, δεν τελειώνει απαραίτητα όταν χτυπά το κουδούνι του σχολείου. Ένα προσβλητικό σχόλιο, μια φωτογραφία που διακινείται χωρίς συναίνεση ή μια ομάδα συνομιλίας στην οποία κάποιος αποκλείεται μπορεί να ακολουθεί τον έφηβο και στο σπίτι. Η δυνατότητα συνεχούς επικοινωνίας σημαίνει ότι οι συγκρούσεις δεν περιορίζονται πλέον σε έναν συγκεκριμένο χώρο ή χρόνο.
Social media και ψυχική υγεία: Υπάρχει σύνδεση με το άγχος και την κατάθλιψη;
Η πολύωρη ή προβληματική χρήση των ψηφιακών μέσων έχει συσχετιστεί σε επιστημονικές μελέτες με συμπτώματα κατάθλιψης, άγχους, μοναξιάς και διαταραχές ύπνου. Η αναφορά της CAMHI, ωστόσο, επισημαίνει ότι η σχέση ανάμεσα στα social media και την ψυχική υγεία είναι σύνθετη και αμφίδρομη. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να αποδώσουμε κάθε δυσκολία ενός εφήβου αποκλειστικά στη χρήση του κινητού ή των κοινωνικών δικτύων.
Από τη μία πλευρά, οι αρνητικές διαδικτυακές εμπειρίες μπορεί να επιβαρύνουν την ψυχική κατάσταση ενός νέου. Η συνεχής έκθεση σε εξιδανικευμένες εικόνες, οι συγκρίσεις με συνομηλίκους ή δημιουργούς περιεχομένου και η αίσθηση ότι όλοι οι άλλοι περνούν καλύτερα μπορούν να ενισχύσουν την ανασφάλεια. Όταν η αποδοχή μετριέται με likes, σχόλια και αριθμούς ακολούθων, η αυτοεκτίμηση κινδυνεύει να συνδεθεί με την αντίδραση των άλλων.
Από την άλλη πλευρά, ένας έφηβος που βιώνει ήδη άγχος, μοναξιά ή συναισθηματικές δυσκολίες μπορεί να στρέφεται περισσότερο στο διαδίκτυο αναζητώντας ανακούφιση, επικοινωνία ή επιβεβαίωση. Έτσι, η αυξημένη χρήση μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να αποτελεί όχι μόνο παράγοντα κινδύνου αλλά και ένδειξη ότι κάτι άλλο δυσκολεύει το παιδί.
Γι’ αυτό και η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να εξαντλείται στην καταμέτρηση των ωρών μπροστά από μια οθόνη. Χρειάζεται να εξετάζεται τι κάνει ο έφηβος στο διαδίκτυο, πώς αισθάνεται κατά τη χρήση και μετά από αυτήν, αν μπορεί να αποσυνδεθεί χωρίς έντονη δυσφορία και αν εξακολουθεί να έχει χρόνο για ύπνο, άσκηση, διάβασμα και επαφή με ανθρώπους που βρίσκονται δίπλα του.
Η παγίδα της σύγκρισης και η ανάγκη για συνεχή επιβεβαίωση
Η εφηβεία είναι μια περίοδος κατά την οποία η εικόνα του εαυτού και η θέση μέσα στην ομάδα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Τα social media μεταφέρουν αυτή την ανάγκη σε ένα περιβάλλον όπου η κοινωνική ανταπόκριση γίνεται συχνά ορατή και μετρήσιμη. Μια φωτογραφία συγκεντρώνει αντιδράσεις, ένα βίντεο αποκτά προβολές και μια ανάρτηση μπορεί να συγκριθεί άμεσα με εκείνη κάποιου άλλου.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην επιθυμία για αποδοχή, η οποία είναι φυσιολογική, αλλά στην πιθανότητα η διαδικτυακή ανταπόκριση να αποκτήσει υπερβολικό βάρος. Όταν ένας νέος αισθάνεται ότι πρέπει να είναι διαρκώς διαθέσιμος, να απαντά αμέσως ή να ελέγχει επανειλημμένα αν κάποιος αντέδρασε σε μια ανάρτηση, η χρήση μπορεί να μετατραπεί σε πηγή πίεσης.
Παράλληλα, η εικόνα που προβάλλεται στα κοινωνικά δίκτυα είναι συχνά επιλεγμένη και επεξεργασμένη. Οι χρήστες παρουσιάζουν συνήθως στιγμές που θέλουν να μοιραστούν και όχι ολόκληρη την καθημερινότητά τους. Ένας έφηβος, όμως, μπορεί να συγκρίνει τη δική του πραγματικότητα με μια σειρά από προσεκτικά επιλεγμένες στιγμές άλλων ανθρώπων, χωρίς να έχει πάντα την απόσταση για να αντιληφθεί τη διαφορά.
Η ψηφιακή παιδεία αποκτά, επομένως, ουσιαστικό ρόλο. Δεν αρκεί να γνωρίζει ένας νέος πώς να χρησιμοποιεί μια εφαρμογή. Χρειάζεται να καταλαβαίνει πώς διαμορφώνεται το περιεχόμενο που βλέπει, να αναγνωρίζει την επιμελημένη εικόνα των άλλων και να αξιολογεί κριτικά τις πληροφορίες που συναντά.
Ο ύπνος, το διάβασμα και οι σχέσεις που μένουν σε δεύτερη μοίρα
Ένας από τους σαφέστερους λόγους ανησυχίας είναι η στιγμή κατά την οποία η ψηφιακή δραστηριότητα αρχίζει να εκτοπίζει βασικές ανάγκες. Το κινητό δίπλα στο μαξιλάρι, οι ειδοποιήσεις αργά το βράδυ και η συνήθεια του «ένα τελευταίο βίντεο» μπορούν να καθυστερούν την ώρα του ύπνου. Η έλλειψη ξεκούρασης, με τη σειρά της, μπορεί να επηρεάζει τη συγκέντρωση, τη διάθεση και τη λειτουργικότητα την επόμενη ημέρα.
Αντίστοιχα, η συνεχής εναλλαγή ανάμεσα σε βίντεο, μηνύματα και ειδοποιήσεις μπορεί να δυσκολεύει τη συγκέντρωση σε μια σχολική εργασία. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε διάσπαση προσοχής οφείλεται στα social media, αλλά ότι η χρήση τους χρειάζεται να αξιολογείται σε σχέση με τις υπόλοιπες δραστηριότητες του εφήβου.
Υπάρχει, επίσης, η λιγότερο ορατή πλευρά της καθημερινότητας: οι ευκαιρίες για κίνηση, παιχνίδι, δημιουργία και συζήτηση πρόσωπο με πρόσωπο. Όταν ο διαθέσιμος χρόνος περιορίζεται ολοένα περισσότερο σε δραστηριότητες μέσα από μια οθόνη, μπορεί να μειώνονται οι ευκαιρίες για εμπειρίες που στηρίζουν τη σωματική και συναισθηματική ανάπτυξη.
Το ζητούμενο δεν είναι να εξαφανιστεί η τεχνολογία από τη ζωή των εφήβων. Είναι να μη γίνεται η τεχνολογία το μοναδικό περιβάλλον στο οποίο περνούν τον ελεύθερο χρόνο τους, αναζητούν παρέα ή διαχειρίζονται τη βαρεμάρα και τη στενοχώρια τους.
Τι λένε οι ίδιοι οι έφηβοι για τη ζωή στο διαδίκτυο;
Η αναφορά δεν περιορίζεται στους κινδύνους. Σημαντικό μέρος της βασίζεται και στις απόψεις νέων ανθρώπων, μέσα από συζητήσεις με 85 εφήβους ηλικίας 13 έως 17 ετών σε πέντε ελληνικές πόλεις. Οι συμμετέχοντες ανέδειξαν τον ρόλο των ψηφιακών μέσων στη διατήρηση των φιλικών σχέσεων, στη συμμετοχή σε κοινότητες και στην πρόσβαση στην πληροφορία.
Η διάσταση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς μια συζήτηση που αντιμετωπίζει τα social media αποκλειστικά ως απειλή κινδυνεύει να αγνοήσει το πώς τα χρησιμοποιούν πραγματικά οι νέοι. Για αρκετούς εφήβους, οι ψηφιακές πλατφόρμες αποτελούν χώρο έκφρασης, δημιουργίας, ανταλλαγής γνώσεων και επικοινωνίας με ανθρώπους που μοιράζονται τα ίδια ενδιαφέροντα.
Οι ίδιοι οι νέοι έδωσαν έμφαση στην ανάγκη για περισσότερη ψηφιακή παιδεία, ανοιχτό διάλογο και υποστήριξη από την οικογένεια και το σχολείο. Παράλληλα, ανέδειξαν τη σημασία περισσότερων ευκαιριών για άθληση και κοινωνική δραστηριότητα εκτός διαδικτύου. Οι απόψεις τους δείχνουν ότι οι έφηβοι δεν χρειάζονται μόνο κανόνες που επιβάλλονται από τους ενήλικες, αλλά και ουσιαστική συμμετοχή στη διαμόρφωση λύσεων που επηρεάζουν την καθημερινότητά τους.
Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι οι 85 συμμετέχοντες στις συζητήσεις δεν αποτελούν από μόνοι τους αντιπροσωπευτικό δείγμα όλων των εφήβων της χώρας. Η συμβολή τους είναι κυρίως ποιοτική: προσφέρουν μια εικόνα για τις εμπειρίες, τις ανάγκες και τις προτεραιότητες των ίδιων των νέων, συμπληρώνοντας τα διαθέσιμα ερευνητικά δεδομένα.
Τι μπορούν να κάνουν γονείς και σχολεία χωρίς να μετατρέψουν το κινητό σε πεδίο μάχης;
Η απλή απαγόρευση ή η καθημερινή αντιπαράθεση γύρω από το κινητό δεν αρκεί για να αντιμετωπιστεί ένα σύνθετο ζήτημα. Η αναφορά υπογραμμίζει την ανάγκη για συνδυασμό παρεμβάσεων: από την ενίσχυση της ψηφιακής παιδείας και των υπηρεσιών ψυχικής υγείας μέχρι την υποστήριξη των οικογενειών και τη μεγαλύτερη ευθύνη των ψηφιακών πλατφορμών.
Στο σπίτι, ένα πρώτο βήμα είναι η συζήτηση για το πώς αισθάνεται ο έφηβος όταν χρησιμοποιεί τα social media. Αντί για ερωτήσεις που περιορίζονται στον χρόνο μπροστά στην οθόνη, οι γονείς μπορούν να ενδιαφερθούν για το περιεχόμενο που βλέπει, τις εμπειρίες του με άλλους χρήστες και το αν έχει συναντήσει κάτι που τον αναστάτωσε ή τον έκανε να αισθανθεί άσχημα.
Βοηθούν, επίσης, τα σταθερά όρια που αφορούν ολόκληρη την οικογένεια: λιγότερες ειδοποιήσεις την ώρα του ύπνου, απομάκρυνση των συσκευών από το τραπέζι και συγκεκριμένα διαστήματα χωρίς οθόνες. Οι κανόνες είναι πιθανότερο να γίνουν αποδεκτοί όταν εξηγούνται, εφαρμόζονται με συνέπεια και δεν λειτουργούν αποκλειστικά ως τιμωρία για το παιδί.
Το σχολείο μπορεί να συμβάλει με συστηματική εκπαίδευση για την προστασία της ιδιωτικότητας, την αναγνώριση του διαδικτυακού εκφοβισμού, την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των πληροφοριών και την υπεύθυνη χρήση των ψηφιακών μέσων. Εξίσου σημαντικό είναι να υπάρχουν σαφείς διαδικασίες για την αναφορά περιστατικών παρενόχλησης και πρόσβαση σε υποστήριξη όταν ένας μαθητής αντιμετωπίζει δυσκολίες.
Σε επίπεδο πλατφορμών, η ευθύνη αφορά μεταξύ άλλων τον τρόπο με τον οποίο προτείνονται περιεχόμενα, τα εργαλεία προστασίας των ανηλίκων και τη δυνατότητα αναφοράς επιβλαβών συμπεριφορών. Η προστασία των εφήβων δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην αυτοσυγκράτησή τους ή στην ικανότητα των γονέων να ελέγχουν κάθε ψηφιακή τους δραστηριότητα.
Εάν η χρήση του κινητού συνοδεύεται από έντονη δυσφορία, σημαντική διαταραχή του ύπνου, απόσυρση από τις καθημερινές δραστηριότητες ή επίμονες αλλαγές στη διάθεση, χρειάζεται να αναζητείται υποστήριξη από κατάλληλο επαγγελματία υγείας. Στόχος δεν είναι να αποδοθεί αυτομάτως μια διάγνωση, αλλά να αναγνωριστεί εγκαίρως ότι ο έφηβος μπορεί να χρειάζεται βοήθεια.
Η λύση δεν είναι απλώς λιγότερη οθόνη, αλλά ασφαλέστερη ψηφιακή ζωή
Η αναφορά «Μεγαλώνοντας στην Ψηφιακή Εποχή» βασίστηκε σε ανάλυση 32 διεθνών εγγράφων που δημοσιεύθηκαν από το 2017 έως το 2026, εξετάζοντας 1.099 επιμέρους επιστημονικούς ισχυρισμούς και 635 συστάσεις πολιτικής. Το εύρος της ανασκόπησης αναδεικνύει πόσο σύνθετο είναι το ζήτημα: η επιστημονική γνώση έχει προχωρήσει, αλλά δεν προσφέρει μία ενιαία απάντηση που να ταιριάζει σε κάθε παιδί και σε κάθε ψηφιακή εμπειρία.
Τα ελληνικά δεδομένα, πάντως, δίνουν ένα σαφές μήνυμα. Η προβληματική χρήση των social media έχει αυξηθεί, η καθημερινή πρόσβαση στο διαδίκτυο είναι πλέον εξαιρετικά διαδεδομένη και η έκθεση σε ακατάλληλο περιεχόμενο αποτελεί πραγματική ανησυχία. Την ίδια στιγμή, οι ίδιοι οι έφηβοι αναγνωρίζουν την αξία της ψηφιακής επικοινωνίας και ζητούν καλύτερη καθοδήγηση, ουσιαστικό διάλογο και περισσότερες επιλογές πέρα από την οθόνη.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν οι νέοι πρέπει να ζουν με ή χωρίς τα social media. Η ψηφιακή τεχνολογία αποτελεί ήδη μέρος της ζωής τους. Το κρίσιμο ζητούμενο είναι πώς θα μπορούν να αξιοποιούν τις δυνατότητές της χωρίς να θυσιάζουν τον ύπνο, τις σχέσεις, την αυτοεκτίμηση και την ψυχική τους ισορροπία.
Η προστασία των εφήβων απαιτεί συνεργασία ανάμεσα στις οικογένειες, τα σχολεία, τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας και τις ίδιες τις πλατφόρμες. Πάνω απ’ όλα, απαιτεί να ακούμε τους νέους χωρίς να υποτιμούμε τις εμπειρίες τους και χωρίς να θεωρούμε ότι κάθε δυσκολία τους εξηγείται από μια οθόνη. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι απλώς να αφήσουν το κινητό από τα χέρια τους, αλλά να έχουν την ελευθερία, τα εργαλεία και την υποστήριξη ώστε να αποφασίζουν οι ίδιοι πότε η ψηφιακή ζωή τούς βοηθά και πότε αρχίζει να τους επιβαρύνει.