Γιατί οι μαθητές μας δυσκολεύονται ακόμη και σε απλές πράξεις – Εκπαιδευτικοί απαντούν
Σχεδόν ένας στους δύο 15χρονους δεν φτάνει το βασικό επίπεδο στα μαθηματικά – Εκπαιδευτικοί και γονείς μιλούν στο TheOpinion
Οι Έλληνες μαθητές δυσκολεύονται ακόμη και σε πράγματα που θεωρούνται απαραίτητα για την καθημερινότητά τους. Δυσκολεύονται να κατανοήσουν ένα κείμενο, να λύσουν ένα απλό μαθηματικό πρόβλημα ή να εξηγήσουν ένα φυσικό φαινόμενο.
Τα παραπάνω δείχνουν τα αποτελέσματα της PISA 2025, με την Ελλάδα να βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και στα τρία αντικείμενα που εξετάζει η έρευνα μαθηματικά, φυσικές επιστήμες και κατανόηση κειμένου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, στην κατανόηση κειμένου σχεδόν οι μισοί μαθητές, το 43,8%, δεν καταφέρνουν να φτάσουν ούτε το βασικό επίπεδο επίδοσης, στα μαθηματικά το ποσοστό φτάνει το 49,5%, ενώ στις φυσικές επιστήμες το 40,9%.
Στην έρευνα συμμετείχαν συνολικά 6.858 μαθητές και μαθήτριες στην Ελλάδα, αριθμός που, σύμφωνα με το υπουργείο Παιδείας, αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα για την αποτύπωση των εθνικών επιδόσεων και είναι το υψηλότερο ποσοστό κάλυψης που έχει καταγραφεί στη χώρα από την έναρξη της PISA, το 2000.
Τι βλέπουν οι εκπαιδευτικοί πίσω από τις χαμηλές επιδόσεις
Μιλώντας στο TheOpinion, ο διευθυντής των φροντιστηρίων «Ανατολικό», Άρης Τεμεκενίδης, σχολιάζει τις επιδόσεις των μαθητών και εστιάζει στα προβλήματα που καταγράφονται στην κατανόηση κειμένου, τη συγκέντρωση και τη διαδικασία της μάθησης.
«Δεν είναι πρώτη φορά που έχουμε χαμηλές επιδόσεις. Το βασικό θέμα είναι πότε επιτέλους θα μπορέσει το θέμα της ελληνικής εκπαίδευσης να είναι ένα θέμα στο οποίο θα υπάρχει πεδίο συναίνεσης στον πολιτικό στίβο και όχι αντιπαράθεσης. Η πραγματικότητα είναι η καταγραφή της πραγματικότητας, δεν αλλάζει. Το γεγονός ότι τα παιδιά τελειώνουν το γυμνάσιο και αδυνατούν να κατανοήσουν ένα κείμενο είναι ένα πρόβλημα. Και αυτό το φαινόμενο παρουσιάζεται ήδη από το 2000. Τώρα, όμως, επιτείνεται και από τα social media, στα οποία τα παιδιά περνούν πέντε, οκτώ ώρες την ημέρα», αναφέρει ο κ. Τεμεκενίδης.
«Αυτά είναι θέματα τα οποία πρέπει να τα λύσει το ελληνικό σχολείο, μεταξύ άλλων και με την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Η εκπαίδευση δεν μπορεί να γίνεται με τηλεκπαίδευση. Δεν μπορείς να μάθεις φυσική και χημεία, φυσικές επιστήμες, αλλά και ιστορία, αν δεν υπάρχει μια βιωματική σχέση με όλα αυτά τα αντικείμενα, ώστε να μπορέσουν να γίνουν ελκυστικά στα παιδιά και να συμμετέχουν στη διαδικασία της μάθησης. Εμείς τους βομβαρδίζουμε με γνώσεις, αλλά στις βασικές ικανότητες που πρέπει να έχει ένας ενήλικας στην κοινωνία, δυστυχώς το σχολείο δίνει πολύ λίγα εφόδια», τονίζει.
Περισσότερα από δέκα χρόνια εργάζεται στην εκπαίδευση ο πρόεδρος της Α’ ΕΛΜΕ Θεσσαλονίκης, Νίκος Αβραμίδης, έχοντας ζήσει το σχολείο και από τη θέση του μαθητή στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και κατά τη δεκαετία του ’80. Μιλώντας στο TheOpinion για τα αποτελέσματα της PISA 2025, τα χαρακτηρίζει «αναμενόμενα», αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει μια σειρά από προβλήματα που επηρεάζουν την καθημερινότητα των μαθητών.
«Τα αποτελέσματα της έρευνας ήταν αναμενόμενα, με την έννοια ότι, όπως όλοι γνωρίζουμε, πρόκειται για ένα πανευρωπαϊκό φαινόμενο και σχετίζεται με την κατεύθυνση που έχει πάρει η παιδεία σε όλες τις χώρες της Ευρώπης», αναφέρει.
Ο ίδιος κάνει ιδιίτερη αναφορά στην πίεση που δέχονται σήμερα οι μαθητές, με το σχολείο και τις πολλές εξωσχολικές δραστηριότητες να γεμίζουν την καθημερινότητά τους. «Τα παιδιά έχουν πάρα πολλές δραστηριότητες στη ζωή τους, ώστε να μπορούν να ανταποκρίνονται σε όλα, είναι στοχευμένη η ζωή του παιδιού, θα ασχοληθεί με τον αθλητισμό, τη μουσική, θα κάνει ξένη γλώσσα, θα κάνει υπολογιστές, με αποτέλεσμα να είναι μόνιμα σε μία καρέκλα καθισμένο», σημειώνει και εξηγεί ότι η πίεση αυτή τελικά απομακρύνει τους μαθητές από το ίδιο το σχολείο και τη γνώση. «Οι μαθητές στην Ελλάδα είναι από τους πιο σκληρά εργαζόμενους», υπογραμμίζει.
«Δυστυχώς, δημιουργούμε πολίτες που θα βαριούνται ακόμη και να σκέφτονται»
Την καθημερινότητα που ζουν σήμερα οι μαθητές μέσα και έξω από το σχολείο περιγράφει η Ιωάννα Μήτου, μητέρα δύο αγοριών, που φοιτούν στη Β’ Λυκείου και στη Β’ Γυμνασίου αντίστοιχα.
«Με την ευκολία που παρέχει η google και τελευταία το AI, τα παιδιά μας όχι μόνο δεν θα μάθουν ποτέ να γράφουν και να υπολογίζουν, έστω και με απλές μαθηματικές πράξεις, αλλά θα ξεχάσουν και να σκέφτονται, αλλά και να οργανώνονται. Η εικόνα είναι καθημερινή: γυρίζουν από το σχολείο και το διάβασμα, όπως το γνωρίζουμε οι μεγαλύτεροι, δεν γίνεται. Το διάβασμα στριμώχνεται ανάμεσα σε άλλες δραστηριότητες, γίνεται επιδερμικά και η όποια προσπάθεια γίνεται είναι η ελάχιστη», αναφέρει.
«Δυστυχώς, δημιουργούμε πολίτες που θα βαριούνται ακόμη και να σκέφτονται. Από την άλλη, στο σχολείο, μόνο οι καλοί μαθητές ενδιαφέρουν τους καθηγητές, οι οποίοι συχνά κάνουν λόγο για μηδενικό σεβασμό από τα παιδιά, αλλά και από τους γονείς τους. Οι βαθμοί μοιράζονται αφειδώς, η προσπάθεια και από την πλειοψηφία των καθηγητών είναι επίσης η ελάχιστη, τα βιβλία τόσο βαρετά, άχρωμα και άοσμα που δεν δημιουργούν καμία διάθεση για να καταπιαστείς μαζί τους. Η καθημερινότητα της εκπαίδευσης σήμερα είναι απογοητευτική και σίγουρα δεν προοιωνίζεται κάτι αισιόδοξο για την κοινωνία των Ελλήνων του αύριο», εξηγεί.
Τα αποτελέσματα της έρευνας
- Οι επιδόσεις των 15χρονων μαθητών/τριών στις Φυσικές Επιστήμες, τα Μαθηματικά και την Κατανόηση Κειμένου διεθνώς ήταν οι χαμηλότερες από την έναρξη της έρευνας PISA (2000), με σημαντική πτώση, ιδιαίτερα στην Κατανόηση Κειμένου, ακόμη και σε παραδοσιακά ισχυρά εκπαιδευτικά συστήματα (π.χ. Φινλανδία, Εσθονία και Ιρλανδία στην Ευρώπη, Κορέα, Σιγκαπούρη και Χόνγκ-Κόνγκ στην Ασία).
- Σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο οι επιδόσεις των μαθητών/τριών στην Ελλάδα σημείωσαν μικρότερη πτώση στα Μαθηματικά, και παραπλήσια πτώση στην Κατανόηση Κειμένου και στις Φυσικές Επιστήμες σε σχέση με την αντίστοιχη πτώση στο μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια η χώρα ανακόπτει μια διαρκή πορεία απόκλισής της από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ και της Ε.Ε.27. Στα Μαθηματικά μάλιστα φαίνεται να υπάρχει μια σαφής τάσης σύγκλισης (βλ. Γράφημα).

Γράφημα: Μέση απόκλιση ανά κύκλο της Ελλάδας από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ για την περίοδο 2009-2022 και 2022-25 (σε μονάδες επίδοσης PISA)
Σημείωση: Οι αποκλίσεις με θετικό πρόσημο σημαίνουν αύξησης της απόστασης της επίδοσης των μαθητών/τριων στην Ελλάδα από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ ενώ οι αποκλίσεις με αρνητικό πρόσημο σημαίνουν μείωση της σχετικής απόστασης.
Ειδικότερα οι μαθητές/τριες στην Ελλάδα σημείωσαν πτώση 6 μονάδων στα Μαθηματικά (έναντι πτώσης 11 μονάδων στον ΟΟΣΑ-23[1] και 12 μονάδων στην ΕΕ27), 7 μονάδων στις Φυσικές Επιστήμες (έναντι πτώσης 5 μονάδων στον ΟΟΣΑ-23 και 5 μονάδων στην ΕΕ27) και 16 μονάδων (έναντι πτώσης 16 μονάδων στον ΟΟΣΑ-23 και 18 μονάδων στην ΕΕ27). Γενικότερα, οι επιδόσεις των μαθητών/τριών στην Ελλάδα σημείωσαν μικρότερη πτώση από ό,τι παραδοσιακά πολύ ισχυρές εκπαιδευτικά χώρες όπως (ενδεικτικά) η Φιλανδία, η Δανία, η Σουηδία, η Νορβηγία, η Ισπανία, η Ιρλανδία, το Ισραήλ, το Χόνγκ-Κόνγκ, κ.ά..
- Αναφορικά με το αντικείμενο της Επίλυσης Προβλημάτων σε Ψηφιακά Περιβάλλοντα, το οποίο εξετάστηκε για πρώτη φορά το 2025, οι μαθητές στην Ελλάδα είχαν μέση επίδοση 461 μονάδες έναντι 500 μονάδων κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ, καταλαμβάνοντας την 47η θέση ανάμεσα σε 91 χώρες.
- Καταγράφονται μεγάλες διαφοροποιήσεις μεταξύ σχολείων. Στα επιμέρους αντικείμενα περίπου 38 σχολεία, εκ των οποίων 32 δημόσια (περίπου 1 στα 6 σχολεία του δείγματος), πέτυχαν επιδόσεις από πολύ υψηλότερες έως κοντά στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
- Η επίδραση των κοινωνικο-οικονομικών ανισοτήτων στις επιδόσεις είναι στην Ελλάδα σχετικά μικρότερη, κυρίως επειδή οι επιδόσεις είναι συνολικά συμπιεσμένες σε χαμηλότερα επίπεδα. Παράλληλα, οι επιδόσεις επιβαρύνονται από το γεγονός ότι οι μαθητές/τριες μεταναστευτικού υπόβαθρου προέρχονται συχνά από χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα και σε ποσοστό άνω του 50% δεν μιλούν ελληνικά στο σπίτι.
- Οι μαθητές/τριες στην Ελλάδα εμφανίζουν γενικά αρνητικότερες στάσεις απέναντι στη μάθηση από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, κυρίως ως προς την περιέργεια, την επιμονή, την αυτορρύθμιση και τη γνωστική προσαρμοστικότητα. Αντίθετα, διαθέτουν σε μεγαλύτερο βαθμό την πεποίθηση ότι οι ικανότητες και οι δεξιότητές τους μπορούν να αναπτυχθούν μέσω προσπάθειας, μάθησης και επιμονής (growth mindset), καλύτερη στοχοθεσία και συνεπέστερο προγραμματισμό της προσπάθειάς τους. Ευνοϊκότερες στάσεις καταγράφονται κυρίως στα κορίτσια, στους γηγενείς μαθητές και σε μαθητές ΓΕΛ, ιδιωτικών και κοινωνικοπολιτισμικά προνομιούχων σχολείων, με τις σχετικές διαφορές να είναι εντονότερες στην Ελλάδα από ό,τι στον ΟΟΣΑ. Τέλος οι μαθητές/τριες εκφράζουν μεικτές απόψεις για την αξία και τη συνεισφορά του σχολείου στη μελλοντική τους προοπτική.
- Στην Ελλάδα οι μαθητές/τριες περιγράφουν ένα λιγότερο υποστηρικτικό και γνωστικά ενισχυτικό μαθησιακό περιβάλλον σε σχέση με τις χώρες του ΟΟΣΑ: αναφέρουν μικρότερη υποστήριξη από τους/τις εκπαιδευτικούς, περιορισμένη χρήση διδακτικών τεχνικών γνωστικής τους ενεργοποίησης κατά τη διάρκεια των μαθημάτων και μικρότερη αξιοποίηση ψηφιακών τεχνολογιών και ΤΝ στο σχολείο.
- Σε σχέση με τον ΟΟΣΑ, σύμφωνα με τις σχετικές δηλώσεις των ίδιων των μαθητών, το σχολικό κλίμα στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από συχνότερες συμπεριφορές χαμηλής παραβατικότητας, όπως προβλήματα πειθαρχίας, απουσίες και καθυστερήσεις, οι οποίες μάλιστα έχουν επιδεινωθεί την τελευταία δεκαετία.
- Αντίθετα, τα σοβαρότερα περιστατικά παραβατικότητας παραμένουν λιγότερα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ ενώ ο σχολικός εκφοβισμός κινείται σε παρόμοια επίπεδα με τον αντίστοιχο μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Ωστόσο, γενικότερα και σε σχέση με το 2022, στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί το αίσθημα ασφάλειας των μαθητών και το αίσθημα του ανήκειν στο σχολείο.
- Σύμφωνα με τις δηλώσεις των ίδιων των μαθητών, το μέτρο της απαγόρευσης των κινητών στα σχολεία έχει λειτουργήσει, καθώς σε σχέση με το 2022 είναι πολύ αυξημένα τα ποσοστά των μαθητών που δηλώνουν ότι δεν τα χρησιμοποιούν καθόλου ή τα χρησιμοποιούν πολύ λίγο στα σχολεία.
- Παρά τους μαζικούς διορισμούς εκπαιδευτικών κατά τα τελευταία χρόνια, οι διευθυντές/ντριες στην Ελλάδα αναφέρουν εντονότερες ελλείψεις προσωπικού από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ιδίως σε κοινωνικά ευάλωτες και σχολικές μονάδες της περιφέρειας. Ωστόσο, δεδομένης της χαμηλότερης αναλογίας μαθητών ανά εκπαιδευτικό και του μικρότερου μεγέθους τάξης στην Ελλάδα από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ, το πρόβλημα φαίνεται να αφορά κυρίως την κατανομή, τη διαχείριση και την αξιοποίηση του προσωπικού και λιγότερο τη συνολική αριθμητική του επάρκεια.
- Παρότι σύμφωνα με τις δηλώσεις των διευθυντών τα σχολεία στην Ελλάδα εξακολουθούν να υστερούν σε υλικοτεχνικές υποδομές και ψηφιακό εξοπλισμό έναντι του ΟΟΣΑ, μετά το 2018 καταγράφεται σημαντική βελτίωση, ιδιαίτερα στον ψηφιακό εξοπλισμό. Ενδεικτικά, οι διαθέσιμοι Η/Υ ανά πλήθος μαθητών για εκπαιδευτική χρήση αυξήθηκαν την περίοδο 2018–2025, με σχεδόν διπλάσιο ρυθμό βελτίωσης από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
- Οι μαθητές/τριες στην Ελλάδα αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στη μελέτη και στην εξωσχολική υποστήριξη, εμφανίζουν παρόμοια επίπεδα ικανοποίησης από τη ζωή και δηλώνουν ισχυρότερη οικογενειακή υποστήριξη συγκριτικά με τους αντίστοιχους μέσους όρους του ΟΟΣΑ. Παράλληλα, χρησιμοποιούν λίγο περισσότερο τις ψηφιακές συσκευές για ψυχαγωγία, αν και ο χρόνος ενασχόλησής τους με αυτές σε σχέση με το 2022 έχει μειωθεί.
- Τέλος, οι μαθητές/τριες στην Ελλάδα εμφανίζουν υψηλότερες εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προσδοκίες για το μέλλον και παρόμοια αισιοδοξία στην προοπτική ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας σε σύγκριση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Ωστόσο, στην Ελλάδα οι σχετικές προσδοκίες διαφοροποιούνται εντονότερα ανάλογα με το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο, τη μεταναστευτική προέλευση, τον τύπο εκπαίδευσης και τον δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα του σχολείου.