Ένας στους τέσσερις εφήβους θέλει να γίνει influencer – Η γενιά που ονειρεύεται τη viral επιτυχία

Η νέα γενιά δεν χρειάζεται να ακούει διαρκώς ότι δεν αντέχει τις δυσκολίες - Χρειάζεται να έχει ευκαιρίες, να δοκιμάσει, να αποτύχει και να ξαναπροσπαθήσει

Ένας στους τέσσερις εφήβους θέλει να γίνει influencer – Η γενιά που ονειρεύεται τη viral επιτυχία

Η έρευνα του ΕΚΠΑ αποκαλύπτει πώς τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επηρεάζουν τις επαγγελματικές φιλοδοξίες των νέων. Ανάμεσα στην υπόσχεση του εύκολου χρήματος, την ανασφάλεια για το μέλλον και την κυβερνητική συζήτηση για τον περιορισμό των social media στους ανηλίκους, το ερώτημα δεν είναι αν η νέα γενιά θέλει να γίνει διάσημη, αλλά τι της έχουμε μάθει να θεωρεί επιτυχία.

Από το TikTok στο επαγγελματικό όνειρο

Για ένα παιδί που μεγαλώνει σήμερα, η επιτυχία μπορεί να έχει ένα πολύ συγκεκριμένο πρόσωπο: κάποιον που ανεβάζει βίντεο από τις διακοπές του, παρουσιάζει ακριβά ρούχα, συνεργάζεται με γνωστά brands και συγκεντρώνει εκατοντάδες χιλιάδες προβολές. Η καθημερινότητά του μοιάζει συναρπαστική, η δουλειά του φαίνεται να γίνεται από ένα κινητό και η αμοιβή του, τουλάχιστον όπως παρουσιάζεται δημόσια, μοιάζει δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με τον χρόνο και τον κόπο που φαίνεται να απαιτούνται.

Μέσα σε αυτή την εικόνα, η επιθυμία να γίνει κάποιος influencer δεν μοιάζει παράλογη. Αντίθετα, μπορεί να φαίνεται σαν μια έξυπνη συντόμευση προς την οικονομική ανεξαρτησία, την αναγνώριση και έναν τρόπο ζωής που πολλοί έφηβοι δυσκολεύονται να φανταστούν ότι θα αποκτήσουν μέσα από μια συμβατική επαγγελματική διαδρομή.

Αυτή ακριβώς την τάση επιχειρεί να φωτίσει έρευνα του Εργαστηρίου Συμβουλευτικής Επιστήμης και Επαγγελματικής Σταδιοδρομίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Σύμφωνα με τις απαντήσεις 400 συμβούλων σταδιοδρομίας, το 25% των εφήβων εκφράζει ενδιαφέρον για επαγγέλματα που συνδέονται με το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως το influencing, το YouTube και η δημιουργία ψηφιακού περιεχομένου.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τον Οκτώβριο του 2025 έως τον Φεβρουάριο του 2026, με επιστημονική υπεύθυνη την αναπληρώτρια καθηγήτρια του ΕΚΠΑ Κατερίνα Αργυροπούλου και τη συμμετοχή των συμβούλων σταδιοδρομίας Σίσσυ Καραβία και Αναστασίας Βρεττού.

Το εύρημα είναι εντυπωσιακό, αλλά χρειάζεται να διαβαστεί σωστά. Δεν σημαίνει ότι ένας στους τέσσερις εφήβους έχει ήδη αποφασίσει οριστικά να εγκαταλείψει τις σπουδές για να γίνει influencer. Αποτυπώνει, μέσα από την εμπειρία των συμβούλων, μια ισχυρή τάση στις επαγγελματικές επιθυμίες των νέων. Και αυτή η τάση λέει πολλά για τα πρότυπα που κυριαρχούν στην καθημερινότητά τους, αλλά και για το πώς αντιλαμβάνονται τη σχέση ανάμεσα στην εργασία, το χρήμα και την προσωπική ευτυχία.

Τι ονειρεύονται οι έφηβοι πέρα από τα social media;

Η δημιουργία περιεχομένου βρίσκεται στην πρώτη θέση των επαγγελματικών τάσεων που καταγράφει η έρευνα. Ακολουθούν οι κλάδοι της ψυχολογίας και της εγκληματολογίας, με ποσοστό 16%, ενώ το 14% στρέφεται προς τις θετικές και τεχνολογικές επιστήμες, με αναφορές στην πληροφορική, την τεχνητή νοημοσύνη και τον ψηφιακό μετασχηματισμό.

Η οικονομία και η διοίκηση επιχειρήσεων συγκεντρώνουν το 12%, ενώ περίπου το 6% των επιλογών συνδέεται με στρατιωτικές και αστυνομικές σχολές. Σε ένα επιπλέον 5% καταγράφεται η τάση επιλογής σπουδών με βασικό κριτήριο την πόλη φοίτησης και όχι απαραίτητα το αντικείμενο. Το υπόλοιπο 22% περιλαμβάνει άλλες επαγγελματικές και εκπαιδευτικές κατευθύνσεις.

Οι αριθμοί δείχνουν ότι οι έφηβοι δεν έχουν εγκαταλείψει συνολικά τις παραδοσιακές επιστημονικές και επαγγελματικές επιλογές. Η ψυχολογία, η τεχνολογία και η διοίκηση εξακολουθούν να προσελκύουν το ενδιαφέρον τους. Ωστόσο, η ιδιαίτερα υψηλή θέση των επαγγελμάτων που συνδέονται με τα social media αποτυπώνει μια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο φαντάζονται το μέλλον τους.

Για προηγούμενες γενιές, ένα επάγγελμα συνδεόταν συχνά με μια σχετικά συγκεκριμένη διαδρομή: σπουδές, πρακτική εμπειρία, σταδιακή εξέλιξη και, ενδεχομένως, μια θέση που προσέφερε σταθερότητα. Για τους σημερινούς εφήβους, αυτή η διαδρομή δεν μοιάζει πάντοτε τόσο ελκυστική. Οι πολυετείς σπουδές, η αβεβαιότητα στην αγορά εργασίας και η δυσκολία εξασφάλισης ενός ικανοποιητικού εισοδήματος μπορεί να κάνουν την παραδοσιακή επαγγελματική εξέλιξη να φαίνεται αργή και αβέβαιη.

Την ίδια στιγμή, τα social media προβάλλουν διαρκώς ανθρώπους που φαίνεται να έχουν παρακάμψει όλα αυτά τα στάδια. Η επιτυχία τους εμφανίζεται ως κάτι άμεσο, ορατό και μετρήσιμο: αριθμός ακολούθων, προβολές, συνεργασίες και χρήματα. Αυτό που δεν φαίνεται εξίσου καθαρά είναι η διαδρομή που προηγήθηκε, οι αποτυχημένες προσπάθειες και το μεγάλο πλήθος δημιουργών που δεν καταφέρνουν να αποκτήσουν αντίστοιχη απήχηση.

Το αφήγημα του εύκολου χρήματος και η «βιτρίνα» της επιτυχίας

Σύμφωνα με την έρευνα, η επιθυμία για γρήγορο πλουτισμό, δημοσιότητα και εργασία χωρίς πολυετείς σπουδές αποτελεί βασικό στοιχείο αυτής της τάσης. Όταν ένας influencer παρουσιάζει μια ημέρα γεμάτη ταξίδια, αγορές και συνεργασίες, η εικόνα που φτάνει στον θεατή είναι εκείνη του αποτελέσματος. Δεν είναι απαραίτητα η εικόνα της εργασίας.

Η διαφορά έχει σημασία, επειδή η δημιουργία ψηφιακού περιεχομένου μπορεί να είναι μια απαιτητική επαγγελματική δραστηριότητα. Χρειάζεται ιδέες, σχεδιασμό, συνέπεια, γνώση του κοινού, τεχνικές δεξιότητες, διαχείριση συνεργασιών και συχνά σημαντικό χρόνο εργασίας. Όσοι καταφέρνουν να χτίσουν βιώσιμες επιχειρήσεις γύρω από το περιεχόμενό τους δεν το πετυχαίνουν όλοι με τον ίδιο τρόπο, ούτε χωρίς προσπάθεια.

Επιπλέον, η επιτυχία δεν είναι εξασφαλισμένη. Η προβολή ενός δημιουργού εξαρτάται από παράγοντες που μπορεί να αλλάξουν γρήγορα, όπως οι αλγόριθμοι, οι προτιμήσεις του κοινού και οι εμπορικές συνεργασίες. Ένα βίντεο μπορεί να γίνει viral μέσα σε λίγες ώρες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα ακολουθήσουν σταθερά έσοδα ή μακροχρόνια επαγγελματική πορεία.

Η Σίσσυ Καραβία, σύμβουλος σταδιοδρομίας που συμμετείχε στην ερευνητική ομάδα, παρατηρεί ότι ο ενθουσιασμός των παιδιών συχνά περιορίζεται όταν συζητούν με έναν ειδικό για το πόσο δύσκολο είναι να πετύχει κάποιος ως TikToker ή δημιουργός περιεχομένου. Η επαφή με την πραγματικότητα του επαγγέλματος μπορεί να αλλάξει την αρχική εικόνα.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι ότι ένας έφηβος θέλει να δημιουργεί βίντεο ή να γίνει γνωστός. Είναι όταν η επιθυμία αυτή βασίζεται σε μια ελλιπή εικόνα της εργασίας και συνοδεύεται από την πεποίθηση ότι η επιτυχία μπορεί να έρθει χωρίς χρόνο, εκπαίδευση και επιμονή.

Και εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της έρευνας: η επιλογή του influencer μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να εκφράζει κάτι βαθύτερο από μια επαγγελματική προτίμηση. Μπορεί να κρύβει την αίσθηση ότι η εκπαίδευση δεν αξίζει την προσπάθεια, επειδή δεν εγγυάται οικονομική ασφάλεια ή μια ζωή που μοιάζει ελκυστική.

Είναι η νέα γενιά απλώς ανυπόμονη;

Η συζήτηση για τους εφήβους συχνά καταλήγει σε εύκολα συμπεράσματα. Ότι δεν θέλουν να κουραστούν, ότι βαριούνται εύκολα, ότι αναζητούν άμεση επιβράβευση και ότι δεν αντέχουν τις δυσκολίες. Η έρευνα του ΕΚΠΑ καταγράφει πράγματι την εικόνα που μεταφέρουν οι σύμβουλοι για την έλξη προς τις γρήγορες λύσεις. Δεν αρκεί, όμως, για να χαρακτηρίσουμε μια ολόκληρη γενιά ως τεμπέλικη ή ανίκανη να επιμείνει.

Οι σημερινοί έφηβοι μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον διαρκούς σύγκρισης και συνεχούς έκθεσης σε πληροφορίες. Βλέπουν ανθρώπους της ηλικίας τους να αποκτούν μεγάλη δημοσιότητα, να κερδίζουν χρήματα και να παρουσιάζουν έναν τρόπο ζωής που μοιάζει προσβάσιμος. Ταυτόχρονα, ακούν από τους ενήλικες ότι χρειάζεται να σπουδάσουν, να αποκτήσουν προσόντα και να εργαστούν σκληρά, χωρίς να έχουν πάντοτε μπροστά τους παραδείγματα που να αποδεικνύουν ότι αυτή η διαδρομή οδηγεί με βεβαιότητα στην ασφάλεια.

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί ένας νέος μπορεί να αναρωτηθεί αν αξίζει να επενδύσει χρόνια σε σπουδές, όταν βλέπει κάποιον άλλο να κερδίζει χρήματα μέσα από το κινητό του. Η απάντηση δεν βρίσκεται απαραίτητα στην έλλειψη φιλοδοξίας. Μπορεί να βρίσκεται και στην αβεβαιότητα για το αν οι διαθέσιμες επιλογές προσφέρουν πραγματικές προοπτικές.

Η ίδια η έρευνα εντοπίζει σημαντικά εμπόδια στη λήψη επαγγελματικών αποφάσεων. Το 66,5% των συμβούλων αναφέρει την έλλειψη πληροφόρησης ως βασικό πρόβλημα, ενώ το 64,4% επισημαίνει την έλλειψη αυτογνωσίας. Πρόκειται για δύο παράγοντες που αλληλοσυμπληρώνονται: ένας έφηβος μπορεί να μη γνωρίζει αρκετά ούτε τις δικές του δυνατότητες ούτε τις πραγματικές απαιτήσεις και προοπτικές των επαγγελμάτων που τον ενδιαφέρουν.

Παράλληλα, το 34,5% των συμβούλων αναγνωρίζει ότι οι στρεβλές πεποιθήσεις για την επαγγελματική αποκατάσταση δυσκολεύουν τις επιλογές των νέων. Το οικογενειακό περιβάλλον αποτελεί εμπόδιο για το 23,7%, ενώ τα πρακτικά και οικονομικά ζητήματα αναφέρονται από το 18,6%.

Αυτά τα ευρήματα μετακινούν τη συζήτηση από την εύκολη κριτική προς μια πιο ουσιαστική ερώτηση: πόσο καλά προετοιμάζουμε τους εφήβους να πάρουν αποφάσεις για ένα μέλλον που αλλάζει γρήγορα;

Η αυτογνωσία, η επιμονή και η ανθεκτικότητα δεν εμφανίζονται αυτόματα όταν ένα παιδί ενηλικιώνεται. Καλλιεργούνται μέσα από εμπειρίες, δοκιμές, αποτυχίες, συνεργασία και την ευκαιρία να αναλάβει ευθύνες. Αν οι έφηβοι δεν έχουν αρκετές ευκαιρίες να ανακαλύψουν τι τους ενδιαφέρει και σε τι είναι καλοί, είναι λογικό να επηρεάζονται περισσότερο από τις πιο ορατές και εντυπωσιακές επαγγελματικές εικόνες.

Το ban στα social media: Προστασία των παιδιών ή απαγόρευση με ημερομηνία λήξης;

Η συζήτηση για τον περιορισμό της πρόσβασης των ανηλίκων στα social media αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον υπό το φως αυτών των ευρημάτων. Όταν οι ψηφιακές πλατφόρμες επηρεάζουν όχι μόνο τον ελεύθερο χρόνο αλλά και τα επαγγελματικά όνειρα των παιδιών, το ερώτημα για το πώς προστατεύονται οι ανήλικοι γίνεται ακόμη πιο σύνθετο.

Η ελληνική κυβέρνηση έχει ανακοινώσει την πρόθεσή της να περιορίσει την πρόσβαση παιδιών κάτω των 15 ετών σε συγκεκριμένες πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, με το μέτρο να έχει προγραμματιστεί να τεθεί σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2027. Η συζήτηση εντάσσεται σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή και διεθνή προσπάθεια για αυστηρότερη προστασία των ανηλίκων στο διαδίκτυο.

Η λογική πίσω από τέτοιους περιορισμούς είναι κατανοητή. Οι ανήλικοι εκτίθενται σε αλγοριθμικά συστήματα που επιδιώκουν να κρατούν την προσοχή τους, σε κοινωνικές συγκρίσεις, σε ακατάλληλο περιεχόμενο και σε ένα περιβάλλον όπου η δημοτικότητα μπορεί να μοιάζει με μέτρο προσωπικής αξίας. Παράλληλα, δεν διαθέτουν όλοι την ίδια ικανότητα να αναγνωρίζουν εμπορικές πρακτικές, να αξιολογούν την αξιοπιστία όσων βλέπουν ή να διαχειρίζονται την πίεση της διαρκούς διαδικτυακής παρουσίας.

Ωστόσο, το ban δεν απαντά από μόνο του στο ερώτημα γιατί ένας στους τέσσερις εφήβους εκφράζει ενδιαφέρον για επαγγέλματα που συνδέονται με τα social media. Μπορεί να περιορίσει την έκθεση σε συγκεκριμένες πλατφόρμες, αλλά δεν εξαφανίζει την επιθυμία για αναγνώριση, την οικονομική ανασφάλεια ή την πεποίθηση ότι η επιτυχία πρέπει να είναι άμεση.

Επιπλέον, η δημιουργία περιεχομένου δεν περιορίζεται σε μία εφαρμογή. Ένας νέος μπορεί να συνεχίσει να βλέπει βίντεο, να ενημερώνεται για influencers ή να εκτίθεται σε παρόμοια πρότυπα μέσα από άλλες ψηφιακές υπηρεσίες. Για να έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα ένας περιορισμός, χρειάζεται σαφής εφαρμογή, κατάλληλες δικλίδες προστασίας, ενημέρωση των οικογενειών και παράλληλη εκπαίδευση των παιδιών.

Υπάρχει και μια ακόμη διάσταση: οι έφηβοι δεν χρησιμοποιούν τα social media αποκλειστικά για να παρακολουθούν διάσημους δημιουργούς. Τα αξιοποιούν για να επικοινωνούν, να ανακαλύπτουν κοινότητες, να εκφράζονται και να ενημερώνονται. Η πολιτική προστασίας πρέπει να λαμβάνει υπόψη αυτές τις πραγματικές χρήσεις, χωρίς να αντιμετωπίζει τους νέους ως παθητικούς αποδέκτες που δεν μπορούν να συμμετέχουν στις αποφάσεις που τους αφορούν.

Η απαγόρευση μπορεί να αποτελέσει ένα εργαλείο. Δεν μπορεί, όμως, να υποκαταστήσει την εκπαίδευση, την οικογενειακή επικοινωνία και την ευθύνη των ίδιων των πλατφορμών για τον σχεδιασμό των υπηρεσιών τους.

Δεν χρειάζεται να αποθαρρύνουμε τους influencers – Χρειάζεται να δείξουμε όλη την εικόνα

Η δημιουργία ψηφιακού περιεχομένου είναι πλέον μέρος της σύγχρονης οικονομίας. Ένας δημιουργός μπορεί να ασχολείται με την ενημέρωση, την τέχνη, την επιστήμη, την εκπαίδευση, την ψυχαγωγία ή την επιχειρηματικότητα. Μπορεί να αναπτύξει δεξιότητες στην παραγωγή βίντεο, στην επικοινωνία, στο marketing, στη διαχείριση κοινού και στη δημιουργική αφήγηση.

Το να θέλει, λοιπόν, ένας έφηβος να γίνει influencer δεν αποτελεί από μόνο του πρόβλημα. Η ψηφιακή δημιουργία μπορεί να είναι ένα πεδίο επαγγελματικής έκφρασης, αρκεί να αντιμετωπίζεται ως πραγματική εργασία και όχι ως εγγυημένη συντόμευση προς τον πλούτο.

Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται να συζητάμε με τα παιδιά για τις δεξιότητες που απαιτεί το συγκεκριμένο επάγγελμα, τις οικονομικές αβεβαιότητες, την ανάγκη για συνέπεια και την προστασία της ιδιωτικής ζωής. Ένας δημιουργός περιεχομένου μπορεί να εργάζεται πολλές ώρες, να εξαρτάται από συνεργασίες και πλατφόρμες και να δυσκολεύεται να διαχωρίσει τον προσωπικό του εαυτό από την επαγγελματική του εικόνα.

Η επαγγελματική συμβουλευτική μπορεί να βοηθήσει τους νέους να ανακαλύψουν τι τους ελκύει πραγματικά σε αυτό το πρότυπο. Είναι η δημιουργικότητα; Η επικοινωνία; Η επιθυμία να έχουν τη δική τους επιχείρηση; Η ανάγκη να αναγνωρίζονται; Ή η πεποίθηση ότι αυτός είναι ο πιο γρήγορος τρόπος να αποκτήσουν χρήματα;

Κάθε απάντηση οδηγεί σε διαφορετική κατεύθυνση. Ένας έφηβος που αγαπά την παραγωγή βίντεο μπορεί να εξετάσει σπουδές ή κατάρτιση σε οπτικοακουστικά μέσα. Κάποιος που ενδιαφέρεται για την επικοινωνία μπορεί να στραφεί στη δημοσιογραφία ή στο marketing. Ένας νέος που θέλει να αναπτύξει μια δική του επιχείρηση μπορεί να εξερευνήσει την επιχειρηματικότητα και τη διοίκηση.

Με άλλα λόγια, δεν χρειάζεται να επιλέξει κανείς ανάμεσα στο «σπουδάζω» και στο «δημιουργώ περιεχόμενο». Οι δύο δρόμοι μπορούν να συνδυαστούν. Η εκπαίδευση δεν αποτελεί εγγύηση επιτυχίας, αλλά μπορεί να προσφέρει εργαλεία, γνώσεις και εναλλακτικές όταν ένα επαγγελματικό σχέδιο δεν εξελίσσεται όπως αναμενόταν.

Το πραγματικό ερώτημα είναι τι θεωρούμε επιτυχία

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της έρευνας του ΕΚΠΑ ίσως δεν είναι το ίδιο το ποσοστό του 25%. Είναι ότι η επαγγελματική επιτυχία φαίνεται να περνά όλο και περισσότερο μέσα από μια ψηφιακή βιτρίνα, στην οποία η αναγνώριση, η κατανάλωση και το εισόδημα προβάλλονται ως αποδείξεις μιας καλής ζωής.

Οι έφηβοι δεν δημιούργησαν μόνοι τους αυτή την εικόνα. Μεγαλώνουν σε μια κοινωνία που επιβραβεύει την ορατότητα, παρουσιάζει συχνά τον πλούτο ως προσωπικό επίτευγμα και μετρά την επιτυχία μέσα από αριθμούς. Ταυτόχρονα, καλούνται να σχεδιάσουν το μέλλον τους σε μια αγορά εργασίας που αλλάζει, με κόστος σπουδών και διαβίωσης που μπορεί να περιορίζει τις επιλογές τους.

Δεν είναι δίκαιο να τους κατηγορούμε επειδή επηρεάζονται από τα πρότυπα που βλέπουν καθημερινά. Είναι, όμως, αναγκαίο να τους βοηθήσουμε να ξεχωρίζουν την εικόνα από την πραγματικότητα. Να καταλάβουν ότι οι προβολές δεν είναι επαγγελματική ασφάλεια, ότι η δημοτικότητα δεν ισοδυναμεί με προσωπική ευτυχία και ότι η επιτυχία δεν μετριέται αποκλειστικά με χρήματα ή ακολούθους.

Η νέα γενιά δεν χρειάζεται να ακούει διαρκώς ότι δεν αντέχει τις δυσκολίες. Χρειάζεται να έχει ευκαιρίες να τις αντιμετωπίσει, να δοκιμάσει, να αποτύχει και να ξαναπροσπαθήσει. Χρειάζεται εκπαίδευση που να συνδέεται με την πραγματική ζωή, επαγγελματικό προσανατολισμό που να μην περιορίζεται σε στερεότυπα και ενήλικες που να μπορούν να συζητούν χωρίς να απορρίπτουν από την αρχή τα όνειρά της.

Το ban στα social media μπορεί να περιορίσει μέρος της έκθεσης των ανηλίκων σε ένα περιβάλλον που δεν έχει σχεδιαστεί πάντα με γνώμονα τις ανάγκες τους. Δεν μπορεί, όμως, να τους διδάξει από μόνο του τι αξίζει να επιδιώκουν. Αυτή η δουλειά ανήκει στην οικογένεια, στο σχολείο, στην κοινωνία και στις ίδιες τις ψηφιακές πλατφόρμες.

Αν ένας στους τέσσερις εφήβους ονειρεύεται να γίνει influencer, ίσως η πιο χρήσιμη απάντηση δεν είναι να του πούμε ότι κάνει λάθος. Είναι να τον ρωτήσουμε τι ακριβώς αναζητά σε αυτό το όνειρο και να του δείξουμε όλες τις διαδρομές που μπορούν να τον οδηγήσουν εκεί: όχι μόνο την πιο γρήγορη και εντυπωσιακή, αλλά και εκείνη που θα του επιτρέψει να δημιουργήσει κάτι δικό του, να εξελιχθεί και να σταθεί στα πόδια του ακόμη κι όταν οι προβολές σταματήσουν.