Ψυχική υγεία: Η σιωπηλή κρίση πίσω από τους αριθμούς
Ένας στους οκτώ ανθρώπους παγκοσμίως αντιμετωπίζει ψυχική διαταραχή. Η ελληνική πραγματικότητα, τα κενά στην περίθαλψη και η ανάγκη αλλαγής νοοτροπίας
Ένα πρώτο ραντεβού με ψυχίατρο που καθυστερεί, μια ψυχοθεραπεία που κοστίζει περισσότερο από όσο μπορεί να αντέξει ο οικογενειακός προϋπολογισμός, ένας άνθρωπος που διστάζει να μιλήσει για την κατάθλιψή του στον χώρο εργασίας. Πίσω από τους αριθμούς για την ψυχική υγεία βρίσκονται εκατομμύρια τέτοιες καθημερινές πραγματικότητες, που συχνά παραμένουν αθέατες. Και παρά το γεγονός ότι η συζήτηση γύρω από τις ψυχικές διαταραχές έχει γίνει περισσότερο ανοιχτή, η απόσταση ανάμεσα στην αναγνώριση ενός προβλήματος και στην ουσιαστική αντιμετώπισή του εξακολουθεί να είναι μεγάλη.
Η Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας, στις 10 Οκτωβρίου, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ζήτημα που αφορά πολύ περισσότερους ανθρώπους από όσους καταφεύγουν τελικά στις υπηρεσίες περίθαλψης. Η κατάθλιψη, οι αγχώδεις διαταραχές, η διπολική διαταραχή και η σχιζοφρένεια αποτελούν διαφορετικές κλινικές καταστάσεις, με διαφορετική βαρύτητα και θεραπευτικές ανάγκες. Μοιράζονται, ωστόσο, ένα κοινό χαρακτηριστικό: οι συνέπειές τους συχνά επιδεινώνονται από την καθυστερημένη διάγνωση, την ανεπαρκή φροντίδα και τα κοινωνικά στερεότυπα.
Περισσότεροι από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι με ψυχικές διαταραχές
Σύμφωνα με τα τελευταία συγκεντρωτικά στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, που δημοσιεύθηκαν το 2025, περισσότεροι από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι ζουν με κάποια ψυχική διαταραχή. Οι αγχώδεις και οι καταθλιπτικές διαταραχές είναι οι συχνότερες, ενώ περίπου 727.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από αυτοκτονία το 2021.
Η επιβάρυνση επεκτείνεται πέρα από τις προσωπικές και οικογενειακές συνέπειες. Ο ΠΟΥ υπολογίζει ότι η κατάθλιψη και οι αγχώδεις διαταραχές προκαλούν ετήσιες απώλειες παραγωγικότητας περίπου ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων. Την ίδια στιγμή, η διάμεση κρατική δαπάνη για την ψυχική υγεία αντιστοιχεί μόλις στο 2% των συνολικών προϋπολογισμών υγείας διεθνώς.
Αυτή η δυσαναλογία αποκαλύπτει ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της σύγχρονης περίθαλψης. Η επιστήμη έχει πραγματοποιήσει μεγάλη πρόοδο στη φαρμακευτική αντιμετώπιση, στην ψυχοθεραπεία και στις μεθόδους ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης, ωστόσο η πρόσβαση σε αυτές εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από το εισόδημα και τον τόπο κατοικίας.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική στις νεότερες ηλικίες. Περίπου ένας στους επτά εφήβους ηλικίας 10 έως 19 ετών παγκοσμίως αντιμετωπίζει ψυχική διαταραχή. Η εφηβεία αποτελεί περίοδο αυξημένης ευαλωτότητας, κατά την οποία οι βιολογικές αλλαγές συνυπάρχουν με την πίεση των σχολικών επιδόσεων, τις κοινωνικές προσδοκίες και τις δυσκολίες διαμόρφωσης της προσωπικής ταυτότητας. Το ψηφιακό περιβάλλον προσθέτει νέες προκλήσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η χρήση των κοινωνικών δικτύων μπορεί να θεωρηθεί αυτομάτως αιτία ψυχικής νόσου.
Η ελληνική εικόνα: Δύο εκατομμύρια άνθρωποι και μια δύσκολη καθημερινότητα
Στην Ελλάδα, σύμφωνα με ειδική έκθεση του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που δημοσιεύθηκε το 2023, περίπου το 19% του πληθυσμού, δηλαδή σχεδόν δύο εκατομμύρια άνθρωποι, εκτιμάται ότι αντιμετώπιζε κάποια ψυχική διαταραχή το 2019. Η χώρα συγκαταλεγόταν τότε μεταξύ εκείνων με τη μεγαλύτερη σχετική επιβάρυνση στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τα στοιχεία έχουν ιδιαίτερη σημασία επειδή αναδεικνύουν και τις κοινωνικές ανισότητες. Οι οικονομικές δυσκολίες, η εργασιακή ανασφάλεια, η ανεργία και η κοινωνική απομόνωση συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο ψυχικής επιβάρυνσης. Η επίδρασή τους, βεβαίως, δεν είναι ίδια για όλους, καθώς η εμφάνιση ψυχικών διαταραχών εξαρτάται από έναν σύνθετο συνδυασμό βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι τα δεδομένα για τους εφήβους. Στην πανελλήνια έρευνα του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγείας για το 2022, το 59,6% των μαθητών ηλικίας 11, 13 και 15 ετών ανέφερε τουλάχιστον δύο επαναλαμβανόμενα ψυχολογικά ή σωματικά συμπτώματα, δύο ή περισσότερες φορές την εβδομάδα. Το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 44% το 2018, ενώ στα κορίτσια το 2022 ξεπερνούσε το 70%.
Πρόκειται για καταγραφή συμπτωμάτων και όχι για κλινικές διαγνώσεις. Η αύξησή τους, όμως, αποτυπώνει την ανάγκη μεγαλύτερης προσοχής στην ψυχική ευημερία των παιδιών και των εφήβων.
Υπάρχει, παράλληλα, μια λιγότερο ορατή πλευρά του προβλήματος. Η οικονομική δυνατότητα μιας οικογένειας συχνά επηρεάζει το πόσο γρήγορα θα αναζητηθεί βοήθεια και πόσο συστηματικά θα συνεχιστεί η θεραπεία. Όταν απαιτούνται τακτικές συνεδρίες με ψυχολόγο, η συνολική επιβάρυνση μπορεί να αποδειχθεί δυσβάσταχτη. Για όσους ζουν σε μικρές πόλεις, νησιά ή απομακρυσμένες περιοχές, προστίθενται οι δυσκολίες μετακίνησης και η περιορισμένη διαθεσιμότητα ειδικών.
Η ψυχική ασθένεια μπορεί επίσης να επηρεάσει την ικανότητα εργασίας, τις διαπροσωπικές σχέσεις και την οικονομική ανεξαρτησία. Σε σοβαρότερες περιπτώσεις, οι οικογένειες αναλαμβάνουν μεγάλο μέρος της καθημερινής φροντίδας, συχνά χωρίς την υποστήριξη που θα χρειάζονταν.
Από τα ψυχιατρικά ιδρύματα στη φροντίδα μέσα στην κοινότητα
Η αντιμετώπιση των ψυχικών διαταραχών έχει αλλάξει σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Το παλαιότερο μοντέλο, που στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στη μακροχρόνια παραμονή των ασθενών σε ψυχιατρικά ιδρύματα, έχει σταδιακά παραχωρήσει τη θέση του σε μια περισσότερο εξατομικευμένη και κοινοτική προσέγγιση.
Στην Ελλάδα, η μεταρρύθμιση που ξεκίνησε τις προηγούμενες δεκαετίες, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το πρόγραμμα «Ψυχαργώς», οδήγησε στη δημιουργία ξενώνων, οικοτροφείων, κέντρων ψυχικής υγείας και δομών ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης.
Τα τελευταία χρόνια η προσπάθεια συνεχίζεται με νέες οργανωτικές αλλαγές, χρηματοδοτήσεις και προγράμματα ανάπτυξης υπηρεσιών. Το 2024 θεσπίστηκε το Εθνικό Δίκτυο Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, ενώ στον σχεδιασμό περιλαμβάνεται η δημιουργία δεκάδων νέων μονάδων. Η δωρεάν γραμμή 10306 προσφέρει επίσης ψυχοκοινωνική υποστήριξη και καθοδήγηση, καλύπτοντας ανάγκες άμεσης επικοινωνίας.
Ωστόσο, η διαθεσιμότητα μιας υπηρεσίας έχει μεγαλύτερη σημασία για τον ασθενή από την τυπική ύπαρξή της. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι πόσο γρήγορα μπορεί να εξασφαλιστεί ένα ραντεβού, αν υπάρχει το απαραίτητο προσωπικό και αν εξασφαλίζεται η συνέχεια της παρακολούθησης.
Η σύγχρονη ψυχιατρική προσέγγιση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην παραμονή του ανθρώπου στο οικείο περιβάλλον του, όταν αυτό είναι κλινικά κατάλληλο και ασφαλές. Η φαρμακευτική αγωγή, όπου ενδείκνυται, συνδυάζεται με ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις, υποστήριξη της καθημερινής λειτουργικότητας και κοινωνική αποκατάσταση.
Η νοσοκομειακή περίθαλψη εξακολουθεί να είναι απαραίτητη σε ορισμένες περιπτώσεις. Εξίσου κρίσιμη, όμως, είναι η υποστήριξη μετά το εξιτήριο. Η επιστροφή στο σπίτι χωρίς οργανωμένη παρακολούθηση, κατάλληλη στέγαση ή βοήθεια στην καθημερινότητα μπορεί να οδηγήσει σε νέες κρίσεις και επαναλαμβανόμενες νοσηλείες.
Τι πρέπει να αλλάξει: Πρόληψη, πρόσβαση και καταπολέμηση του στίγματος
Η αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της ψυχικής νόσου απαιτεί καταρχάς μεγαλύτερη έμφαση στην έγκαιρη αναγνώριση των προβλημάτων. Η παρουσία ειδικών στα σχολεία, η κατάλληλη εκπαίδευση των εκπαιδευτικών και η στενότερη σύνδεση της πρωτοβάθμιας φροντίδας με τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας μπορούν να περιορίσουν τις καθυστερήσεις στη διάγνωση.
Σημαντική είναι και η ανάπτυξη προσιτών υπηρεσιών ψυχοθεραπείας, ώστε η θεραπεία να μη διακόπτεται για οικονομικούς λόγους. Αντίστοιχα, οι κινητές μονάδες και οι εξ αποστάσεως υπηρεσίες μπορούν να διευκολύνουν τους κατοίκους περιοχών με περιορισμένη πρόσβαση σε ειδικούς.
Για τους ανθρώπους με σοβαρές και χρόνιες ψυχικές διαταραχές, ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν η υποστηριζόμενη στέγαση, η επαγγελματική αποκατάσταση και οι υπηρεσίες που βοηθούν στην αυτόνομη διαβίωση. Η θεραπευτική επιτυχία δεν εξαντλείται στον περιορισμό των συμπτωμάτων. Συνδέεται με τη δυνατότητα του ανθρώπου να διατηρεί σχέσεις, να εργάζεται όπου είναι εφικτό και να συμμετέχει στην κοινωνική ζωή.
Εξίσου αναγκαία είναι η ουσιαστική στήριξη των οικογενειών, που συχνά καλούνται να ανταποκριθούν σε απαιτητικές συνθήκες χωρίς επαρκή ενημέρωση ή ανάπαυλα από τις ευθύνες φροντίδας.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο, ωστόσο, παραμένει σε πολλές περιπτώσεις ο στιγματισμός. Παρά τη μεγαλύτερη εξοικείωση με όρους όπως η κατάθλιψη και οι κρίσεις άγχους, οι σοβαρές ψυχικές διαταραχές εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται με φόβο, καχυποψία ή αμηχανία. Η αυθαίρετη σύνδεση της ψυχικής νόσου με την επικινδυνότητα, όπως και η αντίληψη ότι η κατάθλιψη αποτελεί απλώς έλλειψη θέλησης, αναπαράγουν προκαταλήψεις που αποθαρρύνουν την αναζήτηση βοήθειας.
Χρειάζεται, παράλληλα, μεγαλύτερος σεβασμός στην αυτονομία και στα δικαιώματα των ασθενών. Η συμμετοχή τους στις θεραπευτικές αποφάσεις, η προσεκτική αντιμετώπιση των ακούσιων νοσηλειών και η προστασία από διακρίσεις αποτελούν βασικές προϋποθέσεις μιας σύγχρονης περίθαλψης.
Πάνω απ’ όλα, χρειάζεται να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τον άνθρωπο που ζει με ψυχική ασθένεια. Μια διάγνωση μπορεί να επηρεάζει ουσιαστικά την καθημερινότητά του, αλλά δεν προσδιορίζει το σύνολο της προσωπικότητας ή των δυνατοτήτων του.
Η Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας υπενθυμίζει ότι η πρόοδος μετριέται και έξω από τα νοσοκομεία: στο σχολείο που αναγνωρίζει έγκαιρα μια δυσκολία, στον χώρο εργασίας που αντιμετωπίζει ισότιμα έναν άνθρωπο με ψυχική διαταραχή, στην οικογένεια που βρίσκει υποστήριξη και στον ασθενή που μπορεί να συνεχίσει τη ζωή του με αξιοπρέπεια.
Το ουσιαστικό ζητούμενο είναι κάθε άνθρωπος που χρειάζεται βοήθεια να μπορεί να τη βρει εγκαίρως, χωρίς οικονομικά εμπόδια, χωρίς προκαταλήψεις και χωρίς να χάνει τη θέση του στην κοινωνία.