Εγκαίνια της έκθεσης των επαπατρισμενων κειμηλίων στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού από την Βουλγαρία παρουσία της Λ. Μενδώνη (ΦΩΤΟ-VIDEO)
Μια πολύτιμη επιστροφή έναν αιώνα μετά
Μια σημαντική στιγμή για τη Θεσσαλονίκη με την έκθεση των πολύτιμων θρησκευτικών κειμηλίων σπουδαίας ιστορικής, πολιτιστικής και συναισθηματικής αξίας να εγκαινιάζεται στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, πριν αποδοθούν επιτέλους στις μονές και μητρόπολη προέλευσής τους.
Ανοιχτή στο κοινό της Θεσσαλονίκης είναι η έκθεση των 48 κειμηλίων που επέστρεψαν από τη Βουλγαρία, περισσότερο από έναν αιώνα μετά την αρπαγή τους. Στα σημερινά εγκαίνια, η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και η γενική διευθύντρια του Μουσείου, δρ Φλώρα Καραγιάννη, μίλησαν για την αξία τους και τη σημασία της επιστροφής τους.
Πολυάριθμοι εκπρόσωποι της Εκκλησίας και των μονών παρακολούθησαν την εκδήλωση, μην μπορώντας να κρύψουν την συγκίνηση και χαρά τους για την πολυπόθητη επιστροφή των 48 πολύτιμων κειμηλίων (ή κατά άλλους 53, καθώς οι 48 εγγραφές του καταλόγου αντιστοιχούν σε 53 επιμέρους αντικείμενα, γιατί κάποια είχαν καταχωριστεί μαζί).

Η υπουργός Πολιτισμού εξήγησε γιατί προτιμήθηκε η οδός της συμφωνία με τη Βουλγαρία και της πολιτιστικής διπλωματίας. «Μια δικαστική διαδικασία έχει απαιτήσεις», σημείωσε, αναφερόμενη στον όγκο των αποδεικτικών στοιχείων και στη δυσκολία συγκέντρωσής τους. Σύμφωνα με την ίδια, η προσφυγή στη Δικαιοσύνη πρέπει να επιδιώκεται μόνο «αφού έχει εξαντληθεί η πολιτιστική διπλωματία».
Η τεκμηρίωση της προέλευσης των κειμηλίων απαιτούσε έρευνα σε ελλιπείς καταγραφές. Η Λίνα Μενδώνη αναφέρθηκε στις συνθήκες βίας κατά τις οποίες έγιναν οι αρπαγές, στις καταστροφές μοναστηριών και στις δολοφονίες μοναχών και λαϊκών. Οι σωζόμενοι κατάλογοι, όπως επισήμανε, «δεν συμφωνούν πάντοτε μεταξύ τους». Χρειάστηκε «αρκετή μελέτη για να ανταποκριθούν στις προϋποθέσεις των διεθνών συμβάσεων».

Η υπουργός περιέγραψε επίσης τη διασπορά λεηλατημένων αντικειμένων μέσω της αγοράς τέχνης και τον εντοπισμό τους σε συλλογές του εξωτερικού, αναφερόμενη στην ευρύτερη τύχη των συλλογών μετά την αρπαγή τους.

Για τα εκθέματα τόνισε την αξία τους, «και ιστορικής και πολιτιστικής και συναισθηματικής». Στις επιγραφές διασώζονται ονόματα μοναχών, ηγουμένων και δωρητών, προσφέροντας πληροφορίες για την ιστορία των μονών και των τοπικών κοινοτήτων. Η μελέτη τους φωτίζει και τη ζωή των ανθρώπων που πρόσφεραν ή χρησιμοποίησαν αυτά τα θρησκευτικά αντικείμενα.

Η γενική διευθύντρια του Μουσείου, δρ Φλώρα Καραγιάννη, μίλησε για την «επιστροφή τους στον τόπο προέλευσής τους» και υπογράμμισε την επιστημονική σημασία της έκθεσης. Το σύνολο επιτρέπει τη μελέτη της εκκλησιαστικής τέχνης και της εξέλιξης των τεχνικών της, μιας τέχνης που, όπως ανέφερε, «αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο» της παράδοσής μας.

Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 5 Νοεμβρίου. Κατόπιν, τα κειμήλια θα παραδοθούν στις μονές Παναγίας Εικοσιφοίνισσας και Τιμίου Προδρόμου Σερρών και στη Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης. Η συμφωνία προβλέπει συνέχιση των διαπραγματεύσεων για άλλα αντικείμενα.
