Λίνα Μενδώνη: Τα Γλυπτά του Παρθενώνα θα επανενωθούν

«Είμαστε πιστοί στην ελληνική θέση», τόνισε η υπουργός Πολιτισμού

Λίνα Μενδώνη: Τα Γλυπτά του Παρθενώνα θα επανενωθούν
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΑΓΙΑΝΝΗΣ/EUROKINISSI

Ξεκάθαρη και κατηγορηματική για το θέμα της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα στην Αθήνα, εμφανίστηκε η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, μιλώντας στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ.

Όπως τόνισε η υπουργός, η επιστροφή τους είναι βέβαιη ότι θα γίνει, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο, πως θα ήταν επιπόλαιο, ότι αυτό μπορεί να γίνει αύριο ή μεθαύριο. «Τα χρόνια αυτά έγιναν τα μεγαλύτερα βήματα συνεννόησης με τη βρετανική πλευρά και ξεκίνησε ένας διάλογος με το Βρετανικό Μουσείο για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια και σταματήσαμε το εμπάργκο με το Βρετανικό Μουσείο, το οποίο είχε ξεκινήσει από τη δεκαετία του ’80. Μέσα από το διάλογο κάτι καταφέρνεις. Έγιναν σημαντικά βήματα και η βρετανική κοινή γνώμη είναι συντριπτικά υπέρ της επανένωσης των γλυπτών της Αθήνας. Συντηρητικά μέσα όπως οι Times του Λονδίνου, που πάντοτε ήταν υπέρ της παραμονής των Γλυπτών στο Βρετανικό Μουσείο, άλλαξαν τη στάση τους. (…) Τα Γλυπτά θα επιστρέψουν, θα επανενωθούν στην Αθήνα, διότι πλέον όλη η τάση είναι εκεί. Βλέπετε θησαυρούς από όλο τον κόσμο, από σημαντικά μουσεία τα οποία επιστρέφουν στις χώρες προέλευσής τους μετά από 40 χρόνια. Το 2021 είχαμε ρητή απόφαση της Ουνέσκο που αναγνωρίζει το δίκαιο του ελληνικού αιτήματος και καλεί τις δύο πλευρές να κλείσουν επιτέλους αυτό το κεφάλαιο. Υπάρχει η διεθνής ηθική των μουσείων, έτσι όπως αποτυπώνεται στον κανονισμό και στις αρχές του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων. Είναι θέμα χρόνου. Η Ελλάδα όμως δεν μπορεί να παρεκκλίνει από τη βασική της κόκκινη γραμμή. Δεν μπορεί να αναγνωρίσει νομή, κατοχή και κυριότητα στη βρετανική πλευρά. Δεν μπορούμε να δεχτούμε δανεισμό. Δεν δεχόμαστε τον δανεισμό, διότι ένας δανεισμός θα σήμαινε έμμεση αποδοχή κυριότητας. Είμαστε λοιπόν πιστοί στην ελληνική θέση, στις κόκκινες γραμμές μας και επιδιώκουμε με κάθε μέσον, μέσω της πολιτιστικής διπλωματίας και του διαλόγου να φτάσουμε στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Θα ήταν επιπόλαιο να πούμε ότι αυτό μπορεί να γίνει αύριο ή μεθαύριο. Πάντως το βέβαιον είναι ότι θα γίνει».

Αλλαγές στα μνημεία της Θεσσαλονίκης – Θα φωτιστούν Λευκός Πύργος και Βυζαντινά τείχη

Από τα σχέδια του Υπουργείου Πολιτισμού, δεν θα μπορούσε να λείπει και η Θεσσαλονίκη, όπου όπως αποκάλυψε η Λίνα Μενδώνη θα υπάρξουν αλλαγές για να αναδειχτεί η πλούσια ιστορία της. «Η Θεσσαλονίκη έχει ένα πολύ μεγάλο πολιτιστικό απόθεμα, το οποίο καλύπτει διάφορες φάσεις από την αρχαιότητα, το Βυζάντιο, τη νεότερη κληρονομιά και ήδη έχουμε ολοκληρώσει μείζονα έργα. (…) Επενδύσαμε σε όλα τα βυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης και σήμερα έχουν άλλο πρόσωπο. Τα έργα προχωρούν στον Άγιο Δημήτριο, γιατί ο Άγιος Δημήτριος είναι επί της ουσίας χτισμένος σε έναν αρχαιολογικό χώρο και η αξία του μνημείου θα τολμούσα να πω ότι είναι ανάλογη της Ακροπόλεως της Αθήνας, για τη Θεσσαλονίκη. Έχει ξεκινήσει το έργο φωτισμού του Λευκού Πύργου που θα τελειώσει πριν το τέλος του χρόνου, το οποίο όμως είναι ένα μικρό υποσύνολο του φωτισμού των τειχών της Θεσσαλονίκης. Τα Βυζαντινά τείχη της Θεσσαλονίκης είναι ένα από τα σημαντικότερα οχυρωματικά σύνολα τα οποία έχουν διασωθεί. (…) Έτσι λοιπόν, χάρη σε μία δωρεά και σε μία συνεργασία που έχει το υπουργείο Πολιτισμού, μέχρι τέλος Ιανουαρίου θα μπορέσουμε να παραδώσουμε φωτισμένα τα τείχη της Θεσσαλονίκης».

«Πρόκειται για την πρώτη φάση επαναπατρισμού κειμηλίων από τη Βουλγαρία»

Για την ιστορική συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ Ελλάδας – Βουλγαρίας, για την επιστροφή 48 κειμηλίων στη χώρα μας και την παράδοση των λειψάνων του τσάρου Σαμουήλ στη γείτονα χώρα, η κ. Μενδώνη ανέφερε πως «η συμφωνία αυτή είναι σημαντική διότι οι δύο γειτονικές χώρες, που είναι φίλες μεταξύ τους και πρέπει να ζήσουν μαζί, καταφέρνουν σιγά-σιγά να επουλώσουν τραύματα του παρελθόντος. Είναι γνωστή η κλοπή και η αφαίρεση θησαυρών και εκκλησιαστικών κειμηλίων από μοναστήρια της Μακεδονίας την περίοδο μετά τους Βαλκανικούς πολέμους και την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μοναστήρια και Μητροπόλεις της Μακεδονίας υπέστησαν αρπαγή πολύ σημαντικών εκκλησιαστικών κειμηλίων. Αυτή η συζήτηση λοιπόν για την επιστροφή έχει ξεκινήσει από τις συνθήκες μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. (…) Αρχίζει λοιπόν μια συζήτηση που οι Βούλγαροι θέλουν τα οστά του Σαμουήλ και η ελληνική πλευρά θέτει πριν από 51 χρόνια την επιστροφή αυτών των κειμηλίων (…) Συνεννοηθήκαμε λοιπόν τώρα με την κυβέρνηση της Βουλγαρίας να ξεκινήσουμε τη διαδικασία επιστροφής αυτών των κειμηλίων. Αυτά λοιπόν τα κειμήλια είναι πολύτιμα από κάθε άποψη θρησκευτική, ιστορική, καλλιτεχνική, συναισθηματική. Αυτά λοιπόν επιστρέφουν. Το μνημόνιο μιλάει ακριβώς για την πρώτη φάση, χωρίς η Ελλάδα να απεμπολεί κανένα άλλο δικαίωμά της και επίσης το μνημόνιο προβλέπει τη συνέχιση αυτής της συζήτησης. Διαπραγμάτευση γίνεται. Έχουμε και εμείς τα χαρτιά μας, έχουν και οι Βούλγαροι τα δικά τους».

Απαντώντας στην κριτική του Αντώνη Σαμαρά με αφορμή τη συμφωνία Ελλάδας – Βουλγαρίας, η Υπουργός Πολιτισμού απάντησε «για εμάς ο στόχος είναι να επανέλθουν στην Ελλάδα τα κειμήλια τα οποία έχουν κλαπεί και αν θέλετε και με την προηγούμενη κυβέρνηση Σαμαρά η διαδικασία της διαπραγμάτευσης δεν κατέληξαν πουθενά. Προτιμάμε δηλαδή να έχουμε μηδέν κειμήλια πίσω από το να έχουμε τα 48 ή 55. Τι προτιμάμε; Το τίποτα. Η πολιτιστική διπλωματία έχει καθοριστικό ρόλο στο να χτίζει γέφυρες. Αυτές τις γέφυρες λοιπόν χτίζουμε».

Αλλάζει εικόνα ο αρχαιολογικός χώρος του Κεραμεικού

Στις αλλαγές που γίνονται στον αρχαιολογικό χώρου του Κεραμεικού η υπουργός είπε πως «αυτό το οποίο κάνουμε τα τελευταία χρόνια είναι να υπηρετούμε ένα στρατηγικό σχέδιο για την ανάδειξη των πολιτιστικών θησαυρών, είτε είναι μνημεία, είτε είναι αρχαιολογικοί χώροι, είτε είναι μουσειακή χώροι που έχουμε σε όλες σε όλη την Ελλάδα. Ειδικά τώρα για την Αθήνα και τον Κεραμεικό, (…) επενδύουμε όσο είναι δυνατόν στην προστασία, στην ανάδειξη, στην προσβασιμότητα των χώρων και μέσω στοχευμένων αναστηλωτικών παρεμβάσεων ή γενικότερων παρεμβάσεων ανάδειξης, κάνουμε στον επισκέπτη περισσότερο κατανοητό το ιστορικό τοπίο. Η Αθήνα, όπως και η Ρώμη θα έλεγε κανείς, έχει ένα μείζον συγκριτικό πλεονέκτημα. Έχει τοπόσημα τους αρχαιολογικούς χώρους και τα μνημεία, τα οποία εάν συνδυαστούν σωστά, μπορούν να αναδείξουν και να προσφέρουν καταρχήν στον Αθηναίο πολίτη και στον επισκέπτη της Αθήνας, την αποκατάσταση και την κατανόηση του ιστορικού τοπίου και να αναδείξουν τον ελληνικό πολιτισμό στη μακρά ιστορική του διάρκεια. Ο ελληνικός πολιτισμός έχει αδιάλειπτη συνέχεια που ξεκινά από την απώτατη αρχαιότητα, την προϊστορία, για να φτάσει μέχρι σήμερα. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι στον Κεραμεικό, εκτός από την ανάδειξη των αρχαιοτήτων, εκτός από τη δημιουργία των χώρων, το πωλητήριο, το αναψυκτήριο, το μουσείο, (…) δηλώνει ακριβώς αυτή την πολιτική μας, ότι μας ενδιαφέρει να αναδείξουμε τη μακρά ιστορική διάρκεια του τόπου μας».