MONEY & MARKET, ΘΕΜΑ THEOPINION
Πόσα ξοδεύουμε την εβδομάδα για έτοιμο φαγητό – Οι κινήσεις των σούπερ μάρκετ και η αντεπίθεση των «μικρών»
Τι λένε στο TheOpinion επιχειρηματίες της εστίασης στη Θεσσαλονίκη
Αν και δεν έχει ακόμα «εκθρονίσει» το σπιτικό φαγητό στις διατροφικές συνήθειες των Ελλήνων, το έτοιμο φαγητό φαίνεται πως κερδίζει όλο και μεγαλύτερο έδαφος στη χώρα μας.
Σύμφωνα με πρόσφατη πανελλαδική έρευνα του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ), που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2026 σε δείγμα 800 καταναλωτών από όλη την Ελλάδα, η μέση εβδομαδιαία δαπάνη των καταναλωτών για έτοιμο φαγητό διαμορφώνεται στα 14,79 ευρώ ανά νοικοκυριό, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 770 ευρώ ετησίως.

Από όσα νοικοκυριά στρέφονται σε τέτοιες λύσεις διατροφής, η πλειονότητα κινείται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα δαπάνης, καθώς το 19% δαπανά από 11 έως 20 ευρώ εβδομαδιαίως, το 11% από 6 έως 10 ευρώ και το 7% έως 5 ευρώ. Αντίθετα, μόλις ένα μικρό ποσοστό καταναλωτών πραγματοποιεί υψηλότερες εβδομαδιαίες δαπάνες.
Να σημειωθεί, επίσης, ότι σχεδόν τέσσερις στους δέκα καταναλωτές (39%) δηλώνουν ότι δεν πραγματοποιούν καθόλου αγορές έτοιμου φαγητού, ποσοστό που το 2016 ανέρχονταν σε 45%.

«Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι το έτοιμο φαγητό λειτουργεί κυρίως ως συμπληρωματική επιλογή για τις ανάγκες της καθημερινότητας και όχι ως βασική μορφή διατροφής», σημειώνει το ΙΕΛΚΑ σε σχετική ανακοίνωση.
Σε ό,τι αφορά τα είδη τροφίμων που προτιμούν συστηματικά οι καταναλωτές, αυτές είναι κυρίως τα σφολιατοειδή, οι έτοιμες σαλάτες και το ψητό κοτόπουλο.

Η «απόβαση» των σούπερ μάρκετ και τα mega-projects των 250.000 μερίδων
Από όλα τα πιθανά σημεία τροφοδοσίας των νοικοκυριών με έτοιμο φαγητό η έρευνα επιλέγει να εστιάσει συγκεκριμένα στα σούπερ μάρκετ, έναν από τους πιο δυναμικούς «παίκτες» (και) στη συγκεκριμένη αγορά. Το 2016 μόλις το 16% του έτοιμου φαγητού που αγόραζαν τα νοικοκυριά προερχόταν από σούπερ μάρκετ. Φέτος, 10 χρόνια αργότερα, προέρχεται το 29%.
Μία αναζήτηση στο Google δείχνει την είσοδο όλων των μεγάλων αλυσίδων της χώρας στη συγκεκριμένη αγορά, κυρίως με έτοιμα γεύματα δικής τους ετικέτας αλλά και αρκετές επιλογές τρίτων.
Ωστόσο, τη μεγαλύτερη κίνηση επέκτασης την ετοιμάζει ο όμιλος Σκλαβενίτη, που σύμφωνα με ρεπορτάζ του Forbes Greece, εμφανίζει τζίρο περίπου 60 εκατ. ευρώ το χρόνο από τα έτοιμα τα γεύματα.
Πέρα από τη διεύρυνση της γκάμας και την περαιτέρω ανάπτυξη της συγκεκριμένης κατηγορίας προϊόντων μέσα στο δίκτυο των σούπερ μάρκετ του, ο όμιλος ξεκίνησε τη δημιουργία μίας σειράς υποκαταστημάτων με την επωνυμία “Σκλαβενίτης Food to Go”. Τέτοια καταστήματα έχουν ανοίξει προς το παρόν σε κεντρικές περιοχές της Αθήνας και του Πειραιά, όμως στόχος είναι η επέκταση μέσω franchising σε ολόκληρη την επικράτεια, με στόχο κυρίως τα μεγάλα αστικά κέντρα αλλά και κεντρικές – τουριστικές περιοχές της χώρας.
Κεντρικό ρόλο στο γερό «μπάσιμο» της Σκλαβενίτης στο συγκεκριμένο κλάδο έχει η επένδυση 100 εκατ. ευρώ στις πρώην εγκαταστάσεις ΜΑΝΔΡΑΛ Ακίνητα Αποθηκεύσεων στη Μαγούλα Αττικής για τη δημιουργία megafactory που θα έχει δυνατότητα παρασκευής έως και 250.000 μερίδων φαγητού ημερησίως. Πρόκειται για ποσότητα πενταπλάσια από αυτή που παράγουν οι τωρινές εγκαταστάσεις του ομίλου. Έτσι, ο έλεγχος ολόκληρης της αλυσίδας παραγωγής θα γίνεται από την ίδια τη Σκλαβενίτης, από τις πρώτες ύλες –μέσω και των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας που διαθέτει– μέχρι τη συσκευασία και τη λιανική πώληση ή τις εξαγωγές.
«Δεν υπάρχει μεράκι και χρόνος»: Η αλλαγή συνηθειών και η πίεση της καθημερινότητας
Καταλυτική ήταν η επίδραση της πανδημίας στη στροφή των Ελλήνων προς το έτοιμο φαγητό, με… άξιο συνεχιστή την ασταμάτητη αύξηση στο κόστος ζωής εδώ και αρκετά πλέον χρόνια, αναφέρει, μιλώντας στο TheOpinion, ο Χρήστος Κουδούνης, πρόεδρος της Πρωτοβουλίας Εστίασης Θεσσαλονίκης.
Μάλιστα, παρά την αδιαμφισβήτητη άνθηση που γνωρίζουν οι παραγγελίες μέσα από πλατφόρμες, ολοένα και περισσότεροι στρέφονται στη λύση του να παίρνουν το φαγητό απευθείας από το κατάστημα (take away), κρατώντας στην τσέπη και το ποσό που αναγκαστικά μετακυλύουν στους καταναλωτές οι επιχειρηματίες για τα έξοδά τους (εργατικά διανομέων, προμήθεια πλατφόρμας κτλ.). Κατά μέσο όρο, η παραλαβή ενός γεύματος για κατανάλωση στο σπίτι έχει 10%-15% χαμηλότερο κόστος από την κατανάλωσή του εντός καταστήματος, με το κόστος για παραλαβή μέσω delivery να κινείται κάπου ενδιάμεσα.
Με αφορμή την έρευνα του ΙΛΕΚΑ, συνομιλήσαμε και με τον Πέτρο Σέμκο, ιδιοκτήτη του Πσαράς, της επιχείρησης φαγητού με ψάρια και θαλασσινά στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Η επιχείρησή του προσφέρει φαγητό με όλους τους πιθανούς τρόπους, αφού οι καταναλωτές μπορούν είτε να προμηθευτούν προϊόντα της επιλογής τους για μαγείρεμα στο σπίτι, είτε να τα παραλάβουν έτοιμα προς κατανάλωση, είτε να τα φάνε εκεί, σε περιβάλλον εστιατορίου.
«Επειδή το ψάρι είναι και premium προϊόν, πιο ιδιαίτερο και πιο ακριβό από τα κλασικά προϊόντα, τα τελευταία δύο χρόνια περίπου έχουμε επηρεαστεί αρκετά με την ακρίβεια», παραδέχεται. «Ούτε η ίδια τιμή πετρελαίου υπάρχει –που το πετρέλαιο στα καΐκια είναι η κινητήριος δύναμη για να έχουμε ψαριές– ούτε η ίδια αγοραστική δύναμη. Οπότε, σε όλα τα κομμάτια της επιχείρησης ναι μεν υπάρχει ζήτηση και κίνηση αλλά πολύ πιο περιορισμένα από ό,τι πριν τον κορονοϊό. Και τολμώ να πω ότι σήμερα η όλη κατάσταση για εμάς είναι πολύ χειρότερη από ό,τι την περίοδο της οικονομικής κρίσης».
Η μάχη της ποιότητας και των κοστολογίων
Πάντα σύμφωνα με τα στατιστικά του Ινστιτούτου, οι Έλληνες αναγνωρίζουν ότι το έτοιμο φαγητό δεν είναι το ίδιο υγιεινό με το σπιτικό (σε ποσοστό 80%), όμως το επιλέγουν πρωτίστως επειδή δεν προλαβαίνουν να μαγειρέψουν λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων (ποσοστό 41%).

Ο κ. Σέμκος θεωρεί ότι η «δυσμένεια» στην οποία έπεσε το μαγείρεμα είναι και ζήτημα γενιάς:
«Σχετικά με το αν ο κόσμος μαγειρεύει, αυτό έχει να κάνει και με το ηλικιακό κοινό πλέον. Οι “παραδοσιακές” γιαγιάδες ή μαμάδες μεγαλώνουν και φεύγουν από τη ζωή, και οι νέοι που ακολουθούν προτιμούν το πιο γρήγορο και εύκολο. Και σαφώς οι πλατφόρμες έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο σε αυτό. Δεν έχει δηλαδή ο κόσμος το μεράκι ή το χρόνο να μαγειρέψει».
Το παρατηρεί και στο μαγαζί του. Κάποτε η αγορά, το καθάρισμα και το μαγείρεμα του ψαριού στο σπίτι θα ήταν μονόδρομος. Τώρα όλο και περισσότεροι ζητούν να το παραλάβουν έτοιμο, για να γλυτώσουν, πέρα από το χρόνο τους, και τη βαριά μυρωδιά στην κουζίνα.
Απ’ την άλλη, με το «ράλι» των τιμών να μην έχει τέλος, ο κ. Κουδούνης πιστεύει ότι δεν απέχουμε πολύ από την οριστική οικονομική κόπωση των καταναλωτών, η οποία ίσως φέρει και την επιστροφή του μαγειρέματος ως την πιο value for money επιλογή μακροπρόθεσμα:
«Έτσι όπως πάμε, κάποια στιγμή και ο κόσμος δεν θα μπορεί να ανταποκριθεί να αγοράζει φαγητό. Θα αναγκαστεί να μαγειρέψει περισσότερο. Και αν δεν γυρίσουμε στη μαγειρική, θα γυρίσουμε σε τρόπους εξοικονόμησης χρημάτων με οποιονδήποτε τρόπο μπορεί ο καθένας. Αυτοί που δεν έχουν χρόνο αλλά έχουν χρήματα θα συνεχίσουν να αγοράζουν έτοιμο φαγητό. Αυτοί που δεν έχουν χρόνο και δεν έχουν και χρήματα θα βρουν άλλους τρόπους για να φάνε».
Ποιοτικό και ακριβό ή πρόχειρο και φτηνό;
Την ίδια στιγμή που αλυσίδες σούπερ μάρκετ… παίζουν τα ρέστα τους στη διάδοση του έτοιμου φαγητού, από κοινού με άλλους μεγάλους «παίκτες», όπως πανελλαδικές αλυσίδες φούρνων ή delivery πίτσας, μικρά μαγαζιά με μαγειρευτά πιάτα ξεπηδάνε στις γειτονιές, προσφέροντας συχνά μερίδες σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές, της τάξης των 3-4 ευρώ.

Μικρομεσαίο επιχειρείν εναντίον «Κολοσσών» της εστίασης και του λιανεμπορίου. Ποιος θα κερδίσει;
Οι μεγάλες εταιρείες έχουν πρόσβαση σε οικονομίες κλίμακας που δημιουργούν τεράστιο αβαντάζ, υπενθυμίζει ο κ. Κουδούνης: «Αυτές οι εταιρείες είναι ταυτόχρονα και πωλητές και παρασκευαστές. Παράγουν το δικό τους ψωμί, για παράδειγμα, για τα σάντουιτς που μεταπωλούν. Σε λίγο μπορεί να παράγουν τα δικά τους αλλαντικά, τα δικά τους τυριά. Καταλαβαίνετε ότι τα κόστη σε αυτήν την περίπτωση δεν είναι τα ίδια με τα κόστη που θα αντιμετωπίσει ένα κατάστημα εστίασης που δίνει πακέτο. Άρα, έχουν τη δυνατότητα να χτυπήσουν κατά πολύ τις τιμές».
Όμως, τα συνοικιακά μαγαζιά (μπορούν να) έχουν ένα σημαντικό ατού: την ποιότητα των πιάτων τους.
«Ό,τι έχει ποιότητα δεν χρειάζεται να πτοείται από τη μαζικότητα. Η μαζικότητα στο φαγητό με μαθηματική ακρίβεια οδηγεί σε μία προσέγγιση χωρίς ταυτότητα που θα ξοφλήσει αργά ή γρήγορα», πιστεύει ο κ. Σέμκος. «Όλα τα σούπερ μάρκετ και όλες αυτές οι μεγάλες αλυσίδες ποντάρουν στις καλές τιμές και τη μαζικότητα. Προφανώς δεν γίνεται η ποιότητα να κρατηθεί ψηλά σε τόσο μεγάλους όγκους. Είναι άλλο να φτιάχνεις ένα ταψί γεμιστά και άλλο να φτιάχνεις δέκα. Οπότε, αυτός ο οποίος κάνει ένα ταψί και το κάνει με μεράκι και με σωστή προσέγγιση δεν έχει να φοβάται τίποτα».
Όμως, πώς μπορεί να βγει οικονομικά ένα συνοικιακό κατάστημα, διατηρώντας καλή ποιότητα με τιμές κάτω του πεντάευρου;
«Απλώς, δεν θα βγει», απαντά ο κ. Κουδούνης. «Όσοι μαγαζάτορες ακολουθούν τέτοια στρατηγική, έχουν ήδη… κλείσει και δεν το ξέρουν! Μπαίνουν σε έναν ανταγωνισμό άνευ ουσίας. Αν θες να κρατήσεις μία ποιότητα, δεν μπορείς να πουλάς προϊόντα με 3 και 4 ευρώ. Δεν βγαίνουν τα κοστολόγια».
Συνεπώς, φαίνεται πως και στο έτοιμο φαγητό μπαίνουμε για τα καλά σε μία διαδικασία επιχειρηματικού ξεκαθαρίσματος και ταξικού διαχωρισμού, με τα πιο εύπορα νοικοκυριά να μπορούν να αναπληρώσουν το χρόνο που δεν έχουν με γεύματα έστω στοιχειώδους νοστιμιάς και διατροφικής αξίας, και τα υπόλοιπα να στρέφονται σε λύσεις πιο μαζικές και σίγουρα λιγότερο ποιοτικές.