Καρκίνος του μαστού: Όσα δεν γνωρίζουμε, όσα φοβόμαστε και όσα αναβάλλουμε

Η Χειρουργός – Ειδικός Παθήσεων Μαστού Γιώτα Σασοπούλου μιλά στο TheOpinion για τις συχνότερες παρανοήσεις, τα σημάδια που δεν πρέπει να αγνοούμε και τα εμπόδια στην πρόληψη και την έγκαιρη διάγνωση.

Καρκίνος του μαστού: Όσα δεν γνωρίζουμε, όσα φοβόμαστε και όσα αναβάλλουμε
Πηγή φωτογραφίας: Unsplash

Η απουσία οικογενειακού ιστορικού δεν αποκλείει τον καρκίνο του μαστού. Ένα ύποπτο ογκίδιο δεν συνοδεύεται απαραίτητα από πόνο. Και μια γυναίκα που γνωρίζει πόσο σημαντική είναι η πρόληψη δεν σημαίνει ότι έχει πάντοτε τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει τις απαραίτητες εξετάσεις. Πρόκειται για τρεις πραγματικότητες που συχνά παραβλέπονται, επηρεάζοντας τη στάση των γυναικών απέναντι στην υγεία τους και, σε ορισμένες περιπτώσεις, καθυστερώντας την έγκαιρη διάγνωση.

Μιλώντας στο TheOpinion, η Δρ Γιώτα (Παναγιώτα) Σασοπούλου, Χειρουργός – Ειδικός Παθήσεων Μαστού και Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αναφέρεται στις συχνότερες παρανοήσεις γύρω από τον καρκίνο του μαστού, στη σημασία του τακτικού ελέγχου, αλλά και στα οικονομικά, κοινωνικά και ψυχολογικά εμπόδια που μπορεί να αντιμετωπίσει μια γυναίκα.

Παράλληλα, αποτιμά τη συμβολή του εθνικού προγράμματος «Φώφη Γεννηματά» και εξηγεί γιατί η ουσιαστική πρόληψη δεν περιορίζεται στη δυνατότητα πραγματοποίησης μιας δωρεάν εξέτασης, αλλά προϋποθέτει ενημέρωση, καθοδήγηση και συνέχεια στην ιατρική φροντίδα.

Ο καρκίνος του μαστού μάς αφορά όλες

Μία από τις πιο διαδεδομένες αντιλήψεις είναι ότι ο καρκίνος του μαστού αφορά κυρίως τις γυναίκες που έχουν οικογενειακό ιστορικό της νόσου. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η κ. Σασοπούλου, πολλές γυναίκες που διαγιγνώσκονται δεν έχουν γνωστό ιστορικό στην οικογένειά τους.

«Μία από τις συχνότερες παρανοήσεις είναι η σκέψη “δεν υπάρχει καρκίνος του μαστού στην οικογένειά μου, άρα δεν κινδυνεύω”»

Εξίσου παραπλανητική είναι η αντίληψη ότι μια σοβαρή πάθηση του μαστού θα συνοδεύεται απαραίτητα από αίσθηση πόνου. Στην πραγματικότητα, ένα ύποπτο ογκίδιο μπορεί να είναι εντελώς ανώδυνο, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει στην υποτίμησή του.

Οι αλλαγές που χρειάζονται ιατρική αξιολόγηση περιλαμβάνουν την εμφάνιση ενός νέου ογκιδίου, τη μεταβολή στο σχήμα του μαστού, την εισολκή της θηλής ή την παρουσία αιμορραγικού εκκρίματος από αυτήν.

Η ειδικός διευκρινίζει ότι τα περισσότερα ευρήματα είναι καλοήθη, ωστόσο η φύση τους πρέπει να επιβεβαιώνεται μέσα από τον κατάλληλο ιατρικό έλεγχο.

Σε ό,τι αφορά τους παράγοντες κινδύνου, αναφέρεται ιδιαίτερα στην αύξηση της ηλικίας, στην παχυσαρκία, κυρίως μετά την εμμηνόπαυση, καθώς και σε ορισμένες ορμονικές θεραπείες.

Σπεύδει, όμως, να υπογραμμίσει μια εξίσου σημαντική παράμετρο: η εμφάνιση της νόσου δεν συνεπάγεται την απόλυτα προσωπική ευθύνη της γυναίκας.

«Η εμφάνιση της νόσου δεν σημαίνει ότι μια γυναίκα έκανε κάτι λάθος. Η ενημέρωση πρέπει να βοηθά τη γυναίκα να φροντίζει τον εαυτό της, χωρίς να την πανικοβάλει», τονίζει.

Πότε πρέπει να αρχίζει ο προληπτικός έλεγχος;

Η ηλικία έναρξης της μαστογραφίας εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα συχνότερα ερωτήματα των γυναικών, ιδιαίτερα εκείνων που δεν παρουσιάζουν συμπτώματα ή δεν έχουν γνωστό οικογενειακό ιστορικό.

Η κ. Σασοπούλου υποστηρίζει ότι η πρώτη μαστογραφία θα πρέπει να γίνεται στα 35 έτη και στη συνέχεια τον ετήσιο μαστογραφικό έλεγχο από την ηλικία των 40 ετών, σε συνδυασμό με την κλινική εξέταση από ειδικό μαστού και τον υπερηχογραφικό έλεγχο, ανάλογα με τις ανάγκες της γυναίκας.

Η ίδια επισημαίνει, ωστόσο, ότι η ενημέρωση των νεότερων γυναικών δεν μετατρέπεται πάντα σε προληπτική δράση. Οι υποχρεώσεις της καθημερινότητας, ο φόβος μιας πιθανής διάγνωσης, αλλά και η πεποίθηση ότι ο καρκίνος του μαστού αφορά μεγαλύτερες ηλικίες, συχνά οδηγούν στην αναβολή του ελέγχου.

Γι’ αυτό και θεωρεί ιδιαίτερα σημαντική την καλλιέργεια μιας κουλτούρας πρόληψης ήδη από τη νεαρή ηλικία, με την ενημέρωση να περνά ακόμη και από τη μητέρα στην κόρη.

«Η φροντίδα της υγείας και η πρόληψη να γίνουν μια σταθερή συνήθεια ζωής», είναι το μήνυμα που επιθυμεί να μεταφέρει.

Υπάρχει, ωστόσο, μια κρίσιμη διάκριση: τα ηλικιακά όρια και τα προτεινόμενα διαστήματα προληπτικών εξετάσεων αφορούν γυναίκες χωρίς συμπτώματα. Όταν εμφανίζεται μια ύποπτη αλλαγή στον μαστό, η ιατρική διερεύνηση δεν πρέπει να αναβάλλεται εξαιτίας της ηλικίας ή επειδή έχει προηγηθεί πρόσφατα ένας φυσιολογικός έλεγχος.

H αόρατη πλευρά της πρόσληψης

Πέρα από την ενημέρωση και τις προσωπικές επιλογές, η έγκαιρη διάγνωση συνδέεται και με τις συνθήκες ζωής κάθε γυναίκας.

Μια εργαζόμενη μητέρα που δεν μπορεί να απουσιάσει από τη δουλειά της, μια γυναίκα που φροντίζει ηλικιωμένους συγγενείς ή κάποια που κατοικεί μακριά από οργανωμένες υπηρεσίες υγείας μπορεί να γνωρίζει τη σημασία του προληπτικού ελέγχου, αλλά να δυσκολεύεται να τον πραγματοποιήσει.

Η κ. Σασοπούλου αναδεικνύει ακριβώς αυτή τη λιγότερο ορατή πλευρά της πρόληψης.

«Μια γυναίκα μπορεί να δυσκολεύεται να μετακινηθεί, να λείψει από την εργασία της ή να βρει κάποιον να φροντίσει τα παιδιά της ή έναν ηλικιωμένο συγγενή», εξηγεί.

Στις πρακτικές δυσκολίες προστίθενται ο φόβος, η ελλιπής ενημέρωση, οι οικονομικοί περιορισμοί και η αβεβαιότητα για το πού πρέπει να απευθυνθεί κάποια όταν χρειάζεται περαιτέρω εξετάσεις.

«Ακόμη και μια δωρεάν εξέταση μπορεί, επομένως, να παραμένει δύσκολα προσβάσιμη».

Η ίδια επισημαίνει ότι η ενημέρωση αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από πρακτική υποστήριξη. Η συνεργασία μεταξύ δήμων, υπηρεσιών υγείας και τοπικών φορέων θα μπορούσε να διευκολύνει τη συμμετοχή περισσότερων γυναικών στον προληπτικό έλεγχο, αλλά και να εξασφαλίσει τη συνέχιση της διαγνωστικής διαδικασίας όταν εντοπίζεται κάποιο ύποπτο εύρημα.

Καρκίνος του μαστού: Όσα δεν γνωρίζουμε, όσα φοβόμαστε και όσα αναβάλλουμε
Dr Σασοπούλου Γιώτα, Χειρουργός- Ειδικός Παθήσεων Μαστού, Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολή Α.Π.Θ

«Η πρόσβαση στην έγκαιρη διάγνωση πρέπει να είναι εξασφαλισμένη για κάθε γυναίκα, ανεξάρτητα από το εισόδημα, τον τόπο κατοικίας ή την ασφαλιστική της κατάσταση», υπογραμμίζει.

Μια σύνθετη συναισθηματική εμπειρία

Η διάγνωση του καρκίνου του μαστού δεν περιορίζεται στην ιατρική της διάσταση. Όταν η αντιμετώπιση της νόσου περιλαμβάνει μαστεκτομή, η γυναίκα ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με μια σύνθετη συναισθηματική εμπειρία, που περιλαμβάνει την εικόνα του σώματος, την αυτοπεποίθηση και την προσωπική της ζωή.

Όπως εξηγεί η κ. Σασοπούλου, καμία γυναίκα δεν βιώνει με τον ίδιο τρόπο αυτή την επέμβαση.

Η θλίψη, ο φόβος, ο θυμός και η ανησυχία για τις αλλαγές στο σώμα μπορεί να συνυπάρχουν με ένα αίσθημα ανακούφισης, καθώς η ασθενής αισθάνεται ότι έχει προχωρήσει σε μια σημαντική θεραπευτική παρέμβαση.

«Αυτά τα συναισθήματα μπορούν να συνυπάρχουν και χρειάζονται σεβασμό και χώρο έκφρασης», σημειώνει.

Η προεγχειρητική ενημέρωση και η μετεγχειρητική ψυχολογική υποστήριξη αποτελούν, σύμφωνα με την ίδια, ουσιαστικά στοιχεία της φροντίδας. Η γυναίκα χρειάζεται να γνωρίζει τις δυνατότητες άμεσης ή μεταγενέστερης αποκατάστασης του μαστού, αλλά και ότι έχει τη δυνατότητα να επιλέξει να μη γίνει αποκατάσταση.

Η απόφαση πρέπει να λαμβάνεται με γνώμονα τόσο την ογκολογική ασφάλεια όσο και τις προσωπικές επιθυμίες της ασθενούς.

Παράλληλα, η κ. Σασοπούλου διευκρινίζει ότι η μαστεκτομή δεν αποτελεί τη μοναδική χειρουργική επιλογή για κάθε γυναίκα με καρκίνο του μαστού.

Το ζητούμενο είναι η ασθενής να διαθέτει πλήρη ενημέρωση, κατάλληλη υποστήριξη και ουσιαστική συμμετοχή στις αποφάσεις που αφορούν τη θεραπεία και το σώμα της.

Πρόγραμμα «Φώφη Γεννηματά»: Περισσότερες από 6.000 έγκαιρες διαγνώσεις

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει η κ. Σασοπούλου στο εθνικό πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου για τον καρκίνο του μαστού «Φώφη Γεννηματά», το οποίο χαρακτηρίζει σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της οργανωμένης πρόληψης.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που ανακοινώθηκαν τον Οκτώβριο του 2026, κατά τον πρώτο κύκλο του προγράμματος περίπου 1,27 εκατομμύρια γυναίκες πραγματοποίησαν ψηφιακή μαστογραφία, ενώ περισσότερες από 6.000 διαγνώστηκαν με καρκίνο του μαστού σε αρχικό στάδιο.

Ο νέος κύκλος απευθύνεται σε γυναίκες ηλικίας 45 έως 74 ετών, ασφαλισμένες και ανασφάλιστες, προβλέποντας δωρεάν ψηφιακή μαστογραφία και, όπου υπάρχει σχετική ένδειξη, συμπληρωματικές εξετάσεις.

Η συμμετοχή είναι δυνατή και χωρίς ενεργοποιημένη άυλη συνταγογράφηση, με τη χρήση του ΑΜΚΑ.

Για την κ. Σασοπούλου, τα αποτελέσματα αυτά αναδεικνύουν την αξία μιας οργανωμένης προσπάθειας έγκαιρης ανίχνευσης. Ωστόσο, επισημαίνει ότι η επιτυχία ενός προγράμματος πρόληψης δεν μπορεί να αποτιμάται αποκλειστικά από τον αριθμό των εξετάσεων που πραγματοποιούνται.

Εξίσου σημαντικό είναι να γνωρίζουμε πόσο γρήγορα ολοκληρώνεται η διερεύνηση ενός ύποπτου ευρήματος, σε ποιο χρονικό διάστημα ξεκινά η θεραπεία και ποια είναι τα μακροχρόνια αποτελέσματα για τις γυναίκες που διαγιγνώσκονται.

Από την πρόληψη στη θεραπεία: Τι χρειάζεται να αλλάξει

Στο ερώτημα τι θα μπορούσε να βελτιωθεί, η κ. Σασοπούλου δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη συνέχεια της ιατρικής φροντίδας.

Η διάγνωση ενός ύποπτου ευρήματος δεν πρέπει να αφήνει τη γυναίκα μόνη της μπροστά σε μια σειρά εξετάσεων, ραντεβού και αποφάσεων. Αντίθετα, χρειάζεται σαφή καθοδήγηση, ταχεία πρόσβαση στις απαραίτητες διαγνωστικές διαδικασίες και υποστήριξη μέχρι την έναρξη της κατάλληλης θεραπείας.

«Θα ήθελα να υπάρχει δίπλα της ένας εξειδικευμένος επιστήμονας ή μια υπηρεσία που να τη βοηθά να ολοκληρώνει αυτά τα βήματα», αναφέρει.

Παράλληλα, θεωρεί αναγκαία την ενίσχυση των υπηρεσιών στην περιφέρεια, την αξιοποίηση κινητών μονάδων που ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των τοπικών κοινωνιών και τη διεύρυνση των ωραρίων εξετάσεων, ώστε να εξυπηρετούνται καλύτερα οι εργαζόμενες γυναίκες.

Στις προτεραιότητες εντάσσει και τη διευκόλυνση όσων αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη χρήση ψηφιακών υπηρεσιών, καθώς και τη συστηματική εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση από νεαρή ηλικία.

Η συνεργασία συλλόγων και τοπικών φορέων, σε συνδυασμό με ένα ισχυρό δημόσιο σύστημα υγείας, θα μπορούσε, σύμφωνα με την ίδια, να συμβάλει ουσιαστικά σε αυτή την κατεύθυνση.

Τελικά, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να πειστεί μια γυναίκα να μην αναβάλει τη μαστογραφία της. Είναι να γνωρίζει πότε χρειάζεται έλεγχο, πού μπορεί να απευθυνθεί, ποια βήματα πρέπει να ακολουθήσει και, κυρίως, ότι δεν θα μείνει χωρίς καθοδήγηση εάν προκύψει κάποιο πρόβλημα.

Αυτό είναι και το κεντρικό μήνυμα που αναδεικνύεται μέσα από τη συνέντευξη της κ. Σασοπούλου: η πρόληψη αποκτά ουσιαστικό νόημα όταν η ενημέρωση συνοδεύεται από πραγματική πρόσβαση, έγκαιρη διάγνωση και ολοκληρωμένη φροντίδα.