Ύπνωση και Κλινική Υπνοθεραπεία: Ανάμεσα στον μύθο και την επιστημονική τεκμηρίωση

Τι δείχνει η σύγχρονη έρευνα για τις θεραπευτικές εφαρμογές, τα όρια και τις προϋποθέσεις μιας επιστημονικά υπεύθυνης κλινικής πρακτικής

Ύπνωση και Κλινική Υπνοθεραπεία: Ανάμεσα στον μύθο και την επιστημονική τεκμηρίωση
unsplash

Ύπνωση και Κλινική Υπνοθεραπεία: Ανάμεσα στον μύθο και την επιστημονική τεκμηρίωση  Αρθρογραφεί στο TheOpinion η κλινική ψυχολόγος, Κυριακή Λέντζιου

Η δημόσια συζήτηση και η ανάγκη για επιστημονική αποσαφήνιση

Τις τελευταίες ημέρες η κλινική υπνοθεραπεία έχει βρεθεί στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, συχνά μέσα από αφηγήσεις που συνδέουν την ύπνωση με απώλεια ελέγχου, ακινησία, αδυναμία ομιλίας, χειραγώγηση ή ακόμη και με τον φόβο ότι κάποιος μπορεί να «μην επανέλθει». Η προσωπική εμπειρία κάθε ανθρώπου είναι απολύτως άξια ακρόασης: εάν κάποιος βίωσε φόβο, δυσφορία ή αίσθηση μειωμένου εκούσιου ελέγχου κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίας, το βίωμά του δεν χρειάζεται ούτε να αμφισβητηθεί ούτε να υποτιμηθεί. Εκείνο που χρειάζεται, όμως, είναι να διαχωριστεί η περιγραφή του βιώματος από την επιστημονική ερμηνεία του φαινομένου. Ο άνθρωπος που συμμετείχε σε μια συνεδρία είναι ο καταλληλότερος να περιγράψει πώς την έζησε· η προσωπική αυτή εμπειρία, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνη της για να εξηγήσει τους μηχανισμούς της ύπνωσης, της υποβολής ή της κλινικής υπνοθεραπείας.

Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης, διότι στον δημόσιο λόγο συγχέονται συχνά τέσσερις διαφορετικές έννοιες: η ύπνωση ως ψυχολογικό φαινόμενο, η κλινική υπνοθεραπεία ως θεραπευτική αξιοποίηση της ύπνωσης, η ψυχοθεραπεία ως ευρύτερη θεραπευτική διαδικασία και η θεραπεία του ψυχικού τραύματος ως εξειδικευμένο κλινικό πεδίο. Οι έννοιες αυτές συνδέονται σε ορισμένα θεραπευτικά πλαίσια, αλλά δεν είναι συνώνυμες.

Τι είναι η ύπνωση;

Σύμφωνα με τον αναθεωρημένο ορισμό της Society of Psychological Hypnosis (Division 30 της American Psychological Association), η ύπνωση περιγράφεται ως κατάσταση συνείδησης που περιλαμβάνει εστιασμένη προσοχή, μειωμένη περιφερειακή επίγνωση και αυξημένη ικανότητα ανταπόκρισης στην υποβολή (Elkins et al., 2015). Ο ίδιος ο ορισμός διατυπώθηκε με τρόπο που να επιτρέπει διαφορετικές θεωρητικές εξηγήσεις των μηχανισμών της ύπνωσης, καθώς η επιστημονική συζήτηση μεταξύ θεωριών «κατάστασης» και γνωστικών ή κοινωνικογνωστικών προσεγγίσεων παραμένει ανοιχτή.

Παρά τη γλωσσική συγγένεια του όρου με τον ύπνο, η ύπνωση δεν ταυτίζεται ούτε με τον φυσιολογικό ύπνο ούτε με την απώλεια συνείδησης, την αναισθησία ή την παράδοση της βούλησης σε έναν άλλον άνθρωπο. Κατά την υπνωτική διαδικασία ο άνθρωπος μπορεί να ακούει, να αντιλαμβάνεται, να σκέφτεται και να ανταποκρίνεται, ενώ ορισμένα φαινόμενα μπορεί να αποκτούν υποκειμενικά έναν περισσότερο αυτόματο ή ακούσιο χαρακτήρα. Αυτή η αίσθηση ακούσιας εμπειρίας είναι σημαντικό να μη συγχέεται με την ιδέα ότι ο θεραπευτής αποκτά κυριολεκτικό έλεγχο του νου ή της βούλησης του θεραπευόμενου.

Παράλληλα, η ικανότητα για έντονη εστίαση και απορρόφηση της προσοχής αποτελεί φυσικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης λειτουργίας. Στην καθημερινότητα συναντούμε εμπειρίες που παρουσιάζουν ομοιότητες με ορισμένες διαστάσεις της υπνωτικής απορρόφησης: όταν διαβάζουμε ένα βιβλίο και η προσοχή μας απομακρύνεται προσωρινά από το περιβάλλον, όταν παρακολουθούμε μια ταινία και συναισθηματικά «μπαίνουμε» στην ιστορία, όταν ταξιδεύουμε κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο και βυθιζόμαστε στις σκέψεις μας ή όταν, σε μια οικεία και μονότονη διαδρομή, διαπιστώνουμε ότι δεν θυμόμαστε συνειδητά κάθε επιμέρους στιγμή της οδήγησης. Τα παραδείγματα αυτά δεν είναι ταυτόσημα με την κλινικά επαγόμενη ύπνωση και δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως τέτοια· βοηθούν, όμως, να κατανοήσουμε ότι η απορρόφηση, η επιλεκτική προσοχή και η μεταβολή της επίγνωσης του περιβάλλοντος δεν είναι «μυστικιστικές» εμπειρίες αλλά δυνατότητες της ανθρώπινης προσοχής. Η κλινική ύπνωση αξιοποιεί συστηματικά τέτοιες δυνατότητες μέσα σε συγκεκριμένο θεραπευτικό πλαίσιο.

Από την ύπνωση στην κλινική υπνοθεραπεία

Η ύπνωση και η κλινική υπνοθεραπεία δεν είναι το ίδιο πράγμα. Η πρώτη περιγράφει ένα ψυχολογικό φαινόμενο και μια διαδικασία που μπορεί να διευκολυνθεί μέσω υπνωτικής επαγωγής και υποβολών. Η δεύτερη αφορά τη θεραπευτική αξιοποίηση της ύπνωσης στο πλαίσιο μιας κλινικής παρέμβασης. Η ύπνωση, επομένως, δεν αποτελεί από μόνη της ολοκληρωμένο μοντέλο ψυχοθεραπείας.

Αυτός ο διαχωρισμός έχει ιδιαίτερη δεοντολογική σημασία. Η ικανότητα να πραγματοποιήσει κάποιος μια υπνωτική επαγωγή δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι διαθέτει την κατάρτιση να αξιολογήσει ψυχοπαθολογία, να αναγνωρίσει αποσυνδετικά φαινόμενα, να διαχειριστεί τραυματικό υλικό ή να σχεδιάσει μια ασφαλή και κατάλληλη θεραπευτική παρέμβαση. Η τεχνική γνώση δεν υποκαθιστά την κλινική εκπαίδευση. Για τον λόγο αυτό, η θεραπευτική χρήση της ύπνωσης πρέπει να συνδέεται με την επαγγελματική ιδιότητα, το πεδίο αρμοδιότητας, την κατάλληλη κλινική κατάρτιση, την ειδική εκπαίδευση στην ύπνωση και τη δεοντολογική ευθύνη του επαγγελματία.

Αντίστοιχη προσοχή απαιτεί και ο όρος «υποβολή». Στην καθημερινή γλώσσα μπορεί να ακούγεται σαν χειραγώγηση ή σαν προσπάθεια να «τοποθετήσει» κάποιος μια σκέψη στον νου ενός άλλου. Στην κλινική ύπνωση, όμως, η υποβολή μπορεί να λειτουργεί ως θεραπευτική πρόταση ή πρόσκληση προς μια συγκεκριμένη εμπειρία: εστίαση στην αναπνοή, παρατήρηση μιας σωματικής αίσθησης, χρήση φαντασιακής απεικόνισης ή διερεύνηση ενός διαφορετικού τρόπου αντίδρασης. Η ανταπόκριση του θεραπευόμενου δεν είναι απεριόριστη ούτε ο άνθρωπος μετατρέπεται σε παθητικό δέκτη της θέλησης του θεραπευτή. Επειδή, ωστόσο, η υποβολή μπορεί να επηρεάσει την αντίληψη, την προσοχή και την υποκειμενική εμπειρία, η χρήση της απαιτεί κλινική επάρκεια και σαφή δεοντολογικά όρια.

Μνήμη και τραύμα: Eκεί όπου απαιτείται η μεγαλύτερη προσοχή

Η ανάγκη για επιστημονική ακρίβεια γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν η ύπνωση συνδέεται με τη μνήμη και το ψυχικό τραύμα. Η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί ως πιστό οπτικοακουστικό αρχείο που αποθηκεύει κάθε εμπειρία και μπορεί αργότερα να «ξεκλειδωθεί». Είναι ανακατασκευαστική και επηρεάζεται από το πλαίσιο, τις προσδοκίες, τις μεταγενέστερες πληροφορίες και τον τρόπο με τον οποίο τίθενται οι ερωτήσεις. Για τον λόγο αυτό, η υπνωτική ανάκληση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μέθοδος εξακρίβωσης της ιστορικής αλήθειας. Η ένταση, η ζωντάνια ή η βεβαιότητα με την οποία βιώνεται μια εικόνα ή ανάμνηση δεν αποτελούν από μόνες τους εγγύηση της ακρίβειάς της.

Η υπεύθυνη κλινική πρακτική, επομένως, δεν ξεκινά από την παραδοχή ότι «κάτι κρυμμένο πρέπει να συνέβη» και δεν κατευθύνει τον θεραπευόμενο προς μια συγκεκριμένη αφήγηση. Ό,τι αναδύεται στη θεραπεία μπορεί να είναι κλινικά σημαντικό ως συναίσθημα, εικόνα, συμβολισμός ή προσωπικό νόημα, χωρίς να μετατρέπεται αυτομάτως σε αποδεδειγμένο ιστορικό γεγονός. Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης ιδιαίτερα σε θεραπευτικές προσεγγίσεις που αγγίζουν τραυματικό υλικό.

Το ίδιο ισχύει για τις πολύ πρώιμες ή προλεκτικές εμπειρίες. Ένας άνθρωπος μπορεί να εμφανίζει στο παρόν συναισθηματικές, σωματικές και σχεσιακές αντιδράσεις που έχουν διαμορφωθεί μέσα από πρώιμες εμπειρίες, χωρίς να διαθέτει γι’ αυτές σαφή λεκτική αυτοβιογραφική μνήμη. Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει στο σώμα μια κρυμμένη «ταινία» του παρελθόντος την οποία η ύπνωση μπορεί να αναπαράγει με ιστορική ακρίβεια. Η θεραπεία μπορεί να εργαστεί με ό,τι είναι παρόν σήμερα – τη σωματική ενεργοποίηση, το συναίσθημα, την αίσθηση απειλής, τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα και τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος οργανώνει τις σχέσεις και την εικόνα του εαυτού του – χωρίς να κατασκευάζει βεβαιότητες για γεγονότα που δεν μπορούν να επαληθευθούν.

Η κλινική υπνοθεραπεία, συνεπώς, δεν ταυτίζεται με τη θεραπεία τραύματος. Η θεραπεία του ψυχικού τραύματος αποτελεί ευρύτερο και εξειδικευμένο πεδίο και η ύπνωση μπορεί, όταν υπάρχει κατάλληλη ένδειξη, να ενταχθεί ως συμπληρωματικό εργαλείο σε μια συνολικότερη θεραπευτική στρατηγική. Μια πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση για τη χρήση της ύπνωσης σε ενήλικες με PTSD εντόπισε 12 μελέτες και αναφέρει ενθαρρυντικά αποτελέσματα σε αρκετές από αυτές, ταυτόχρονα όμως υπογραμμίζει τη μεγάλη ετερογένεια των δειγμάτων, των πρωτοκόλλων και των ερευνητικών σχεδιασμών. Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι η θέση της ύπνωσης μεταξύ των διεθνώς αναγνωρισμένων θεραπειών του PTSD δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί επαρκώς (Thellier-Francois et al., 2026). Η διαπίστωση αυτή επιβάλλει επιστημονική εγκράτεια: άλλο η πιθανή θεραπευτική χρησιμότητα ενός εργαλείου και άλλο ο γενικευμένος ισχυρισμός ότι «η ύπνωση θεραπεύει το τραύμα».

Ύπνωση και αυτόνομο νευρικό σύστημα

Ανάλογη ακρίβεια χρειάζεται όταν περιγράφουμε τι συμβαίνει στο αυτόνομο νευρικό σύστημα. Η συχνή διατύπωση ότι στην ύπνωση «κλείνει το συμπαθητικό και ανοίγει το παρασυμπαθητικό» είναι υπεραπλουστευτική. Το αυτόνομο νευρικό σύστημα δεν λειτουργεί ως δυαδικός διακόπτης. Σε scoping review 49 μελετών με συνολικά 1.315 συμμετέχοντες, οι Fernandez και συνεργάτες (2022) διαπίστωσαν ότι τα ευρήματα συνολικά συγκλίνουν προς μείωση συμπαθητικών αποκρίσεων ή/και αύξηση παρασυμπαθητικού τόνου κατά την ύπνωση, επισημαίνοντας παράλληλα ουσιαστικούς μεθοδολογικούς περιορισμούς, όπως μικρά δείγματα και σημαντική ετερογένεια.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι η ύπνωση δεν ταυτίζεται με τη χαλάρωση. Η χαλάρωση μπορεί να αποτελεί μέρος μιας υπνωτικής διαδικασίας, αλλά δεν αποτελεί αναγκαίο χαρακτηριστικό της. Στη θεραπεία τραύματος, άλλωστε, ο θεραπευτικός στόχος δεν περιορίζεται στη μείωση της διέγερσης. Αφορά τη σταδιακή ανάπτυξη μεγαλύτερης ικανότητας αναγνώρισης, ανοχής και ρύθμισης δύσκολων εσωτερικών εμπειριών, χωρίς ο άνθρωπος να κατακλύζεται από αυτές.

Μια σύντομη ιστορική διαδρομή: Aπό τον Mesmer στον Freud και τον Erickson

Η ύπνωση δεν αποτελεί πρόσφατη «εναλλακτική» μόδα. Η ιστορία της εκτείνεται σε αιώνες και συνδέεται με την εξέλιξη της ιατρικής, της ψυχιατρικής, της ψυχολογίας και τελικά της ίδιας της ψυχοθεραπείας. Τον 18ο αιώνα ο Franz Anton Mesmer ανέπτυξε τη θεωρία του «ζωικού μαγνητισμού», μια εξήγηση που δεν επιβίωσε της επιστημονικής εξέλιξης αλλά αποτέλεσε ιστορικό σταθμό στη διαδρομή προς τη μελέτη των υπνωτικών φαινομένων. Στα μέσα του 19ου αιώνα ο Σκωτσέζος γιατρός James Braid συνέβαλε στην απομάκρυνση από τις μεταφυσικές ερμηνείες του μαγνητισμού και εισήγαγε τον όρο hypnotism, επιχειρώντας μια περισσότερο φυσιολογική και ψυχολογική κατανόηση του φαινομένου.

Στη Γαλλία, η επιστημονική συζήτηση πήρε νέα μορφή μέσα από τις διαφορετικές προσεγγίσεις της Salpêtrière και της Σχολής της Nancy. Ο Jean-Martin Charcot μελέτησε την ύπνωση σε σχέση με την υστερία, ενώ ο Hippolyte Bernheim έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην υποβολή και στη δυνατότητα εμφάνισης υπνωτικών φαινομένων πέρα από την παθολογία. Μέσα σε αυτό το επιστημονικό περιβάλλον διαμορφώθηκε και η πρώιμη σκέψη του Sigmund Freud.

Πριν από την ανάπτυξη της ψυχανάλυσης, ο Freud ασχολήθηκε ουσιαστικά με την ύπνωση και τις υποβλητικές τεχνικές. Η επαφή του με τον Charcot και τη γαλλική παράδοση επηρέασε την πρώιμη κατανόησή του για την υστερία και την ψυχοπαθολογία. Σταδιακά απομακρύνθηκε από την ύπνωση και στράφηκε προς την ελεύθερη συνειρμική διαδικασία και το μοντέλο που εξελίχθηκε στην ψυχανάλυση. Η ιστορική επανεξέταση του Kluft (2018), βασισμένη στα γραπτά και την αλληλογραφία του Freud, δείχνει ότι αυτή η μετάβαση ήταν πιο σύνθετη από την απλουστευτική αφήγηση ότι ο Freud απλώς «δοκίμασε και απέρριψε» την ύπνωση. Σε κάθε περίπτωση, η ύπνωση δεν βρίσκεται έξω από την ιστορία της ψυχοθεραπείας· αποτελεί μέρος των ίδιων των ιστορικών της απαρχών.

Στον 20ό αιώνα, ο Αμερικανός ψυχίατρος Milton H. Erickson (1901-1980) υπήρξε μία από τις πλέον επιδραστικές μορφές της σύγχρονης κλινικής ύπνωσης. Δεν είναι ιστορικά ακριβές να χαρακτηρίζεται «πατέρας της ύπνωσης», καθώς το πεδίο προϋπήρχε κατά πολύ. Η συμβολή του, ωστόσο, υπήρξε καθοριστική για τη σύγχρονη κλινική της εξέλιξη. Η ερικσονιανή παράδοση έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην εξατομίκευση, στη θεραπευτική επικοινωνία, στην αξιοποίηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και των αποκρίσεων του θεραπευόμενου και σε περισσότερο έμμεσες μορφές υποβολής, απομακρύνοντας την κλινική πρακτική από την καρικατούρα του αυταρχικού υπνωτιστή που επιβάλλει εντολές σε έναν παθητικό άνθρωπο.

Η προσωπική εμπειρία είναι πολύτιμη – αλλά δεν είναι επιστημονικός μηχανισμός

Η σημερινή δημόσια συζήτηση αναδεικνύει τελικά ένα ευρύτερο ζήτημα που δεν αφορά μόνο την υπνοθεραπεία. Όπως δεν είναι επιστημονικά και δεοντολογικά ορθό να εφαρμόζει οποιοσδήποτε μια κλινική τεχνική χωρίς την κατάλληλη επαγγελματική και ειδική εκπαίδευση, έτσι δεν είναι επιστημονικά ορθό να μετατρέπεται μια προσωπική εμπειρία σε γενική περιγραφή του τρόπου με τον οποίο «λειτουργεί» μια κλινική μέθοδος.

Ένας άνθρωπος έχει κάθε δικαίωμα να πει ότι φοβήθηκε, ότι αισθάνθηκε ακινησία, ότι ένιωσε μειωμένο έλεγχο ή ότι η συγκεκριμένη εμπειρία τού προκάλεσε δυσφορία. Αυτές οι αναφορές είναι κλινικά και ανθρώπινα σημαντικές. Η μετάβαση, όμως, από τη διατύπωση «έτσι το βίωσα» στη διατύπωση «έτσι λειτουργεί η υπνοθεραπεία» αποτελεί μετάβαση από το βίωμα σε έναν επιστημονικό ισχυρισμό. Και ένας επιστημονικός ισχυρισμός απαιτεί διαφορετικό είδος τεκμηρίωσης.

Η ίδια αρχή ισχύει σε ολόκληρο το πεδίο της υγείας. Ο ασθενής είναι η κατεξοχήν πηγή για την εμπειρία μιας φαρμακευτικής αγωγής, αλλά η προσωπική του εμπειρία δεν αρκεί για να εξηγήσει τη φαρμακοδυναμική της. Αντίστοιχα, ένας θεραπευόμενος μπορεί να περιγράψει με ακρίβεια τι ένιωσε κατά τη διάρκεια μιας ψυχοθεραπευτικής τεχνικής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η προσωπική του ερμηνεία συνιστά επιστημονική εξήγηση του μηχανισμού δράσης της. Η βιωμένη εμπειρία είναι δεδομένο· η επιστημονική ερμηνεία της είναι διαφορετικό πράγμα. Η διάκριση αυτή δεν ακυρώνει το βίωμα. Αντίθετα, το προστατεύει από αυθαίρετες γενικεύσεις.

Η επιστημονική κριτική χρειάζεται την ίδια ακρίβεια

Η επιστημονική κριτική χρειάζεται την ίδια ακρίβεια που απαιτούμε από τις θεραπευτικές πρακτικές. Δεν είναι επιστημονικά ορθό να παρουσιάζονται ως τεκμηριωμένες πρακτικές η «ανάκτηση κρυμμένων αναμνήσεων», η αναδρομή σε προηγούμενες ζωές ή η υπόσχεση ότι μέσω ύπνωσης θα εντοπιστεί με βεβαιότητα η «ρίζα» κάθε ψυχικού προβλήματος. Εξίσου προβληματικό, όμως, είναι να μετατρέπεται η κριτική αυτών των πρακτικών σε συλλήβδην χαρακτηρισμό της κλινικής ύπνωσης ως «ψευδοεπιστήμης». Η επιστημονική βιβλιογραφία περιγράφει μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα: υπάρχουν συγκεκριμένες κλινικές εφαρμογές με διαφορετικό βαθμό τεκμηρίωσης, άλλες εφαρμογές για τις οποίες τα δεδομένα παραμένουν ανεπαρκή και πρακτικές που πράγματι δεν υποστηρίζονται από τα διαθέσιμα στοιχεία. Επιστήμη δεν είναι ούτε να αποδεχόμαστε τα πάντα ούτε να απορρίπτουμε τα πάντα· είναι να διακρίνουμε τι υποστηρίζεται, για ποια ένδειξη, με ποια δεδομένα και με ποιους περιορισμούς.

Η ίδια η American Psychological Association (APA) διαθέτει ειδικό επιστημονικό τμήμα αφιερωμένο στη μελέτη της ύπνωσης, τη Division 30 – Society of Psychological Hypnosis, η οποία προάγει την επιστημονική έρευνα, την εκπαίδευση και την ανάπτυξη υψηλών προτύπων για την πρακτική της ύπνωσης. Το 2023 η American Psychological Association εξέδωσε, επίσης, τον επιστημονικό τόμο Evidence-Based Practice in Clinical Hypnosis, ο οποίος εξετάζει την ερευνητική τεκμηρίωση και την κλινική εφαρμογή της ύπνωσης σε συγκεκριμένα προβλήματα και συμπτώματα. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι κάθε πρακτική που ονομάζεται «υπνοθεραπεία» είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη. Σημαίνει, όμως, ότι δεν είναι επιστημονικά ακριβές να χαρακτηρίζεται συλλήβδην η κλινική ύπνωση ως «ψευδοεπιστήμη».

Από την επιστημονική κριτική στη συλλήβδην απόρριψη

Υπάρχει, ωστόσο, και μια ακόμη διάσταση στη δημόσια συζήτηση: η επιστημονική κριτική προϋποθέτει γνώση του αντικειμένου που κρίνεται. Η κλινική ύπνωση δεν γίνεται περισσότερο επιστημονική επειδή κάποιος την υπερασπίζεται, ούτε λιγότερο επιστημονική επειδή κάποιος τη χαρακτηρίζει «τσαρλατανισμό». Το ερώτημα είναι εάν ο χαρακτηρισμός ανταποκρίνεται στα διαθέσιμα δεδομένα. Όταν ένα πεδίο διαθέτει δεκαετίες πειραματικής έρευνας, τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές, συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις, ειδικά επιστημονικά περιοδικά, πανεπιστημιακή διδασκαλία και οργανωμένες επιστημονικές εταιρείες, η συλλήβδην απόρριψή του δεν αποτελεί αυστηρότερη επιστημονική στάση. Αποτελεί εξίσου απλουστευτική στάση με την άκριτη αποδοχή του. Τίποτε από αυτά δεν αποδεικνύει ότι κάθε κλινική εφαρμογή του πεδίου είναι αποτελεσματική· δείχνει, όμως, ότι η αξιολόγησή του απαιτεί διάκριση ανάμεσα σε συγκεκριμένες ενδείξεις, πρωτόκολλα και επίπεδα τεκμηρίωσης και όχι έναν ενιαίο χαρακτηρισμό για όλες τις εφαρμογές.

Τι δείχνουν πραγματικά τα ερευνητικά δεδομένα;

Η ερευνητική εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη – και ακριβώς αυτό αποτελεί ένδειξη επιστημονικής ωριμότητας. Δεν υπάρχει σοβαρή βάση για τον ισχυρισμό ότι η ύπνωση «θεραπεύει τα πάντα». Υπάρχουν, όμως, πεδία στα οποία έχουν καταγραφεί κλινικά οφέλη και άλλα στα οποία η τεκμηρίωση παραμένει περιορισμένη. Σε συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση του 2025, 20 τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές με 1.250 ασθενείς που υποβάλλονταν σε επεμβατικές ιατρικές πράξεις έδειξαν στατιστικά σημαντική μείωση τόσο του άγχους όσο και του πόνου σε σύγκριση με τη συνήθη φροντίδα (Walter et al., 2025). Μια ευρύτερη μετα-ανάλυση 34 τυχαιοποιημένων δοκιμών και 2.597 ενηλίκων είχε επίσης βρει οφέλη σε συναισθηματική δυσφορία, πόνο, κατανάλωση φαρμάκων και χρόνο ιατρικής διαδικασίας, επισημαίνοντας παράλληλα περιορισμούς στην ποιότητα ορισμένων μελετών (Tefikow et al., 2013).

Στον κλινικό πόνο, μετα-ανάλυση 45 δοκιμών κατέγραψε μέτριο συνολικό αποτέλεσμα υπέρ της ύπνωσης, ενώ νεότερη συστηματική ανασκόπηση 70 μελετών με 6.078 συμμετέχοντες βρήκε μικρό πρόσθετο αναλγητικό όφελος όταν η ύπνωση προστίθεται στη συνήθη φροντίδα, αλλά αξιολόγησε τη συνολική βεβαιότητα των δεδομένων ως πολύ χαμηλή (Milling et al., 2021· Jones et al., 2024). Αυτή η τελευταία παρατήρηση είναι ιδιαίτερα σημαντική: η επιστημονική υπεράσπιση μιας μεθόδου δεν απαιτεί να αποκρύπτονται οι αδυναμίες της βιβλιογραφίας της.

Στο σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου (IBS), μετα-ανάλυση του 2025 σε 12 μελέτες και 1.158 ασθενείς έδειξε ότι, ενώ η συνολική εκτίμηση για τα γενικά συμπτώματα ευνόησε την gut-directed hypnotherapy, παρουσίαζε μεγάλη ετερογένεια και το διάστημα εμπιστοσύνης περιλάμβανε το μηδέν. Αντίθετα, για τον πόνο καταγράφηκε μικρό αλλά στατιστικά σημαντικό όφελος έναντι των ομάδων σύγκρισης (Adler et al., 2025).

Η ύπνωση μέσα στην πανεπιστημιακή και επιστημονική εκπαίδευση

Η ύπαρξη πανεπιστημιακής εκπαίδευσης δεν αποδεικνύει από μόνη της την αποτελεσματικότητα μιας κλινικής μεθόδου· δείχνει, όμως, ότι η κλινική ύπνωση αποτελεί αντικείμενο οργανωμένης εκπαίδευσης και μελέτης και μέσα σε πανεπιστημιακά περιβάλλοντα. Ενδεικτικά, η Faculty of Psychology του University of Barcelona έχει προσφέρει πανεπιστημιακό πρόγραμμα Clinical Hypnosis (15 ECTS), με προφίλ εισαγωγής αποφοίτους Ψυχολογίας, Ιατρικής, Οδοντιατρικής, Φυσικοθεραπείας ή Νοσηλευτικής και με στόχο την εκπαίδευση στην ύπνωση ως συμπληρωματική διαδικασία σε προβλήματα σωματικής και ψυχικής υγείας. Το Southern Cross University στην Αυστραλία διαθέτει postgraduate coursework unit με τίτλο Fundamentals of Clinical Hypnosis στη Faculty of Health, με περιεχόμενο που περιλαμβάνει ψυχολογικές θεωρίες, τεχνικές ύπνωσης, επαγγελματική δεοντολογία και εφαρμογή σε κλινικά περιστατικά. Τα παραδείγματα αυτά είναι ενδεικτικά: η πανεπιστημιακή ένταξη ενός αντικειμένου δεν υποκαθιστά τις κλινικές δοκιμές ούτε σημαίνει ότι κάθε πρόγραμμα με τον τίτλο «hypnosis» έχει την ίδια ποιότητα, τεκμηρίωση ή επαγγελματικό κύρος.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο «δουλεύει;», αλλά και «ποιος την εφαρμόζει;»

Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη διάκριση. Η κλινική ύπνωση ως εργαλείο δεν πρέπει να συγχέεται με την ανεξέλεγκτη χρήση της από οποιονδήποτε αυτοπροσδιορίζεται ως «υπνοθεραπευτής». Η International Society of Hypnosis (ISH) συστήνει η εκπαίδευση στην κλινική ύπνωση να αφορά αναγνωρισμένους επαγγελματίες υγείας, ερευνητές του πεδίου ή εκπαιδευόμενους σε αναγνωρισμένα προγράμματα, και η χρήση της να παραμένει εντός του πεδίου επαγγελματικής επάρκειας του κάθε θεραπευτή. Αντίστοιχα, η American Society of Clinical Hypnosis (ASCH) οργανώνει την κλινική της εκπαίδευση για αδειοδοτημένους επαγγελματίες υγείας και συνδέει την εκπαίδευση με δεοντολογία, κλινική εφαρμογή και επαγγελματική επάρκεια. Αυτή η διάκριση είναι ουσιώδης: η εκμάθηση της τεχνικής της ύπνωσης δεν δημιουργεί από μόνη της επάρκεια για τη θεραπεία μιας ψυχικής ή ιατρικής διαταραχής.

Στην ψυχική υγεία αυτό σημαίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο: ο επαγγελματίας δεν αρκεί να γνωρίζει μια επαγωγή, ένα script ή τεχνικές υποβολής. Χρειάζεται να μπορεί να αξιολογήσει ψυχοπαθολογία, να κάνει διαφορική κλινική εκτίμηση, να αναγνωρίζει αποσύνδεση, ψυχωτικά ή άλλα σοβαρά συμπτώματα, να κατανοεί πότε μια τεχνική δεν ενδείκνυται, να λαμβάνει ενημερωμένη συναίνεση, να εργάζεται μέσα στα όρια της επαγγελματικής του ιδιότητας και να γνωρίζει πότε απαιτείται παραπομπή ή συνεργασία με άλλον επαγγελματία. Χρειάζεται, επίσης, συνεχιζόμενη εκπαίδευση, εποπτεία και διαρκή ενημέρωση από την επιστημονική βιβλιογραφία. Η εποπτεία δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο ενός βιογραφικού· είναι μηχανισμός κλινικής λογοδοσίας.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο σε χώρες όπου η επαγγελματική ρύθμιση της ψυχοθεραπείας ή/και του τίτλου «υπνοθεραπευτής» δεν είναι ενιαία και σαφής. Εκεί μπορεί να συνυπάρχουν κάτω από την ίδια ονομασία επαγγελματίες ψυχικής υγείας με βασικό πτυχίο, κλινική εκπαίδευση και εποπτεία, μαζί με ανθρώπους που έχουν παρακολουθήσει μόνο μια σύντομη εκπαίδευση σε τεχνικές ύπνωσης. Αυτή η πραγματικότητα είναι λόγος για αυστηρότερα επαγγελματικά όρια και καλύτερη ενημέρωση του κοινού – όχι λόγος να διαγράφεται ένα ολόκληρο ερευνητικό πεδίο.

Πώς μπορεί να προστατευθεί ο θεραπευόμενος;

Πριν επιλέξει κανείς μια παρέμβαση που περιλαμβάνει κλινική ύπνωση, έχει νόημα να ρωτά ποια είναι η βασική επαγγελματική ιδιότητα του θεραπευτή, ποια ειδική εκπαίδευση έχει στην ύπνωση, εάν έχει εκπαίδευση στην ψυχοπαθολογία και στο συγκεκριμένο πρόβλημα για το οποίο ζητείται βοήθεια, εάν εργάζεται με εποπτεία και συνεχιζόμενη επιμόρφωση, πώς γίνεται η ενημερωμένη συναίνεση και ποια είναι τα όρια της μεθόδου. Επίσης, σοβαρό προειδοποιητικό σημείο είναι κάθε υπόσχεση βεβαιότητας: ότι θα «ανακτηθεί» μια κρυμμένη μνήμη, ότι θα βρεθεί υποχρεωτικά η μοναδική «ρίζα» του προβλήματος, ότι μια τεχνική θεραπεύει σχεδόν τα πάντα ή ότι ο θεραπευτής διαθέτει ειδική πρόσβαση σε μια αλήθεια που ο ίδιος ο άνθρωπος δεν γνωρίζει. Η επιστημονική κλινική πρακτική δεν υπόσχεται παντοδυναμία.

Η κλινική εργασία πέρα από το άμεσα συνειδητό: Ego States, θεραπευτική φαντασία και υπνωτικές διεργασίες

Η συζήτηση για την κλινική ύπνωση συνδέεται συχνά με τον όρο «υποσυνείδητο». Ο όρος, ωστόσο, χρειάζεται επιστημονική ακρίβεια. Στη σύγχρονη κλινική σκέψη δεν είναι απαραίτητο να υποθέσουμε ένα μυστηριώδες ή αυτόνομο «κρυφό τμήμα» του νου. Είναι επαρκές να αναγνωρίσουμε ότι σημαντικό μέρος της συναισθηματικής επεξεργασίας, των αυτοματοποιημένων αντιδράσεων, των συνειρμών, των σωματικών αποκρίσεων και των σχεσιακών μοτίβων δεν βρίσκεται κάθε στιγμή στο επίκεντρο της συνειδητής, λεκτικής επίγνωσης. Η ύπνωση, η καθοδηγούμενη φαντασία και ορισμένες ψυχοδυναμικές τεχνικές επιχειρούν, με διαφορετικούς θεωρητικούς όρους, να εργαστούν θεραπευτικά με τέτοιες διεργασίες.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Ego State Therapy, που συνδέθηκε ιδιαίτερα με το έργο των John G. Watkins και Helen H. Watkins. Η προσέγγιση προέρχεται από ψυχοδυναμική κατανόηση της προσωπικότητας ως οργανωμένης σε διαφορετικές καταστάσεις του Εγώ (ego states) και αξιοποιεί, σε ορισμένα πρωτόκολλα, την ύπνωση για την πρόσβαση, την επικοινωνία και την επεξεργασία τραυματικά οργανωμένων καταστάσεων. Η ύπαρξη αυτής της παράδοσης δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη αποτελεσματικότητας· υπάρχουν όμως δημοσιευμένες κλινικές δοκιμές που αξίζει να λαμβάνονται υπόψη. Σε ελεγχόμενη μελέτη 36 ατόμων με PTSD, η manualized abreactive Ego State Therapy συγκρίθηκε με placebo παρέμβαση και η ομάδα EST διατήρησε σημαντική θεραπευτική βελτίωση στις μεταγενέστερες μετρήσεις (Barabasz et al., 2013). Σε δεύτερη κλινική δοκιμή 30 συμμετεχόντων αναφέρθηκαν επίσης θετικές μεταβολές σε PTSD, άγχος και καταθλιπτική συμπτωματολογία (Christensen et al., 2013). Τα ευρήματα είναι ενδιαφέροντα, αλλά τα δείγματα είναι μικρά και δεν δικαιολογούν γενικεύσεις πέρα από τα συγκεκριμένα πρωτόκολλα και τους πληθυσμούς που μελετήθηκαν.

Μια διαφορετική αλλά ιστορικά σημαντική παράδοση είναι η Guided Affective Imagery (Katathymes Bilderleben) του Γερμανού ψυχιάτρου Hanscarl Leuner. Ο Leuner περιέγραψε ήδη από τη δεκαετία του 1950 μια ψυχοθεραπευτική μέθοδο βασισμένη στην καθοδηγούμενη βιωματική φαντασία και το 1969 την παρουσίασε στο American Journal of Psychotherapy ως μέθοδο εντατικής ψυχοθεραπείας. Η προσέγγιση εξελίχθηκε αργότερα στην Katathym Imaginative Psychotherapy. Σε παλαιότερη κλινική μελέτη 26 εξωτερικών ασθενών που έλαβαν 20 συνεδρίες Guided Affective Imagery καταγράφηκαν βελτιώσεις σε ψυχονευρωτικά και ψυχοσωματικά συμπτώματα, με τους ίδιους τους συγγραφείς να επισημαίνουν την ανάγκη περαιτέρω επιβεβαίωσης των αποτελεσμάτων (Kulessa & Jung, 1979).

Ο όρος «θεραπείες του υποσυνείδητου» χρησιμοποιείται συχνά στην καθημερινή ή εκπαιδευτική γλώσσα, αλλά δεν αποτελεί μία ενιαία, επιστημονικά οριοθετημένη θεραπευτική κατηγορία. Ορισμένες σύγχρονες ονομασίες που χρησιμοποιούν όρους όπως «subconscious» ή «subconscious mind therapy» δεν συγκροτούν από μόνες τους αναγνωρισμένη επιστημονική θεραπευτική κατηγορία και δεν πρέπει να εξισώνονται, χωρίς ειδική ερευνητική τεκμηρίωση, με το σώμα βιβλιογραφίας της κλινικής ύπνωσης, της Ego State Therapy ή της Guided Affective Imagery. Η επιστημονική εγκυρότητα δεν απονέμεται από μια ονομασία. Αξιολογείται για κάθε συγκεκριμένη μέθοδο, πρωτόκολλο, ένδειξη και πληθυσμό με βάση την ποιότητα και την αναπαραγωγιμότητα των διαθέσιμων δεδομένων.

Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα: το γεγονός ότι μια θεραπευτική προσέγγιση εργάζεται με ύπνωση, φαντασιακές εικόνες, συμβολισμό, ego states ή μη άμεσα συνειδητές διεργασίες δεν την καθιστά αυτομάτως «μη επιστημονική». Εκείνο που χρειάζεται να εξετάζεται είναι τι ακριβώς ισχυρίζεται η μέθοδος, ποιος την εφαρμόζει, σε ποιους θεραπευόμενους, με ποιες ενδείξεις και αντενδείξεις, ποια είναι τα διαθέσιμα ερευνητικά δεδομένα και ποια τα όριά τους. Αυτή ακριβώς είναι η διαφορά ανάμεσα στην επιστημονική κριτική και στον συλλήβδην χαρακτηρισμό ενός ολόκληρου πεδίου ως «τσαρλατανισμού».

Από την πίστη στην επιστημονική ερώτηση

Ίσως, λοιπόν, η ερώτηση «πιστεύεις στην υπνοθεραπεία;» να είναι εξαρχής λανθασμένη. Οι επιστημονικές μέθοδοι δεν κρίνονται με όρους πίστης ή δυσπιστίας, αλλά με βάση τον ορισμό τους, τις ενδείξεις τους, την ποιότητα των ερευνητικών δεδομένων, τα όριά τους και την επάρκεια εκείνων που τις εφαρμόζουν. Η ουσιαστική συζήτηση αφορά:

  • Ποια παρέμβαση χρησιμοποιείται;
  • Για ποιον θεραπευτικό στόχο;
  • Από ποιον επαγγελματία;
  • Με ποια βασική και ειδική εκπαίδευση;
  • Μέσα σε ποιο δεοντολογικό πλαίσιο;
  • Και – εξίσου σημαντικό – με ποια γνώση των περιπτώσεων στις οποίες δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί;

Το ουσιαστικό, επομένως, δεν είναι να υπερασπιστούμε μια λέξη ή έναν επαγγελματικό τίτλο. Είναι να προστατεύσουμε τη διάκριση ανάμεσα σε μια κλινική μέθοδο που μελετάται επιστημονικά και στην κακή, ανεπαρκή ή αντιδεοντολογική εφαρμογή της. Η ύπαρξη της δεύτερης δεν ακυρώνει την πρώτη – όπως η κακή άσκηση οποιασδήποτε θεραπευτικής τεχνικής δεν ακυρώνει αυτομάτως ολόκληρο το επιστημονικό της πεδίο.

Γιατί άλλο είναι να γνωρίζει κάποιος πώς πραγματοποιείται μια υπνωτική επαγωγή και άλλο να γνωρίζει πώς σχεδιάζεται και διεξάγεται μια θεραπευτική διαδικασία. Η ύπνωση είναι ένα μελετημένο ψυχολογικό φαινόμενο και μπορεί να αποτελέσει κλινικό εργαλείο. Η κλινική υπνοθεραπεία είναι η θεραπευτική αξιοποίηση αυτού του εργαλείου. Η ψυχοθεραπεία αποτελεί πολύ ευρύτερη διαδικασία, ενώ η θεραπεία του ψυχικού τραύματος είναι ένα σύνθετο και εξειδικευμένο κλινικό πεδίο που δεν εξαντλείται – και δεν πρέπει να εξαντλείται – σε καμία μεμονωμένη τεχνική.

Η επιστήμη δεν χρειάζεται ούτε εξιδανίκευση ούτε δαιμονοποίηση. Χρειάζεται κατάρτιση, έρευνα, τεκμηρίωση, δεοντολογία και σαφή επαγγελματικά όρια. Στην ψυχική υγεία αυτά δεν αποτελούν λεπτομέρειες γύρω από τη θεραπεία· αποτελούν μέρος της ίδιας της θεραπευτικής ευθύνης.

Κυριακή Λέντζιου

Κλινική Ψυχολόγος BSc, MSc, PhD© – Ψυχοθεραπεύτρια

Επιστημονική υπεύθυνη TherapiaMind Institute 

www.therapiamind.com

Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • Elkins, G. R., Barabasz, A. F., Council, J. R., & Spiegel, D. (2015). Advancing research and practice: The revised APA Division 30 definition of hypnosis. International Journal of Clinical and Experimental Hypnosis, 63(1), 1–9. https://doi.org/10.1080/00207144.2014.961870
  • Fernandez, A., Urwicz, L., Vuilleumier, P., & Berna, C. (2022). Impact of hypnosis on psychophysiological measures: A scoping literature review. American Journal of Clinical Hypnosis, 64(1), 36–52. https://doi.org/10.1080/00029157.2021.1873099
  • Kluft, R. P. (2018). Freud’s rejection of hypnosis, Part I: The genesis of a rift. American Journal of Clinical Hypnosis, 60(4), 307–323. https://doi.org/10.1080/00029157.2018.1426321
  • Kluft, R. P. (2018). Freud’s rejection of hypnosis, Part II: The perpetuation of a rift. American Journal of Clinical Hypnosis, 60(4), 324–347. https://doi.org/10.1080/00029157.2018.1426326
  • Thellier-Francois, J., Binda, D., Nicolier, M., Haffen, E., Maillot, M.-C., Pretalli, J.-B., Martin, E., & Bennabi, D. (2026). Effectiveness of hypnosis in adults with posttraumatic stress disorder (PTSD): A systematic review. L’Encéphale, 52(4), 415–422. https://doi.org/10.1016/j.encep.2025.12.002
  • Milling, L. S. (Ed.). (2023). Evidence-Based Practice in Clinical Hypnosis. American Psychological Association. https://doi.org/10.1037/0000347-000
  • Adler, E. C., Levine, E. H., Ibarra, A. N., Boparai, E. S., Hung, Y.-Y., McCrary, Q. D., & Lee, J. K. (2025). Gut-directed hypnotherapy for irritable bowel syndrome: A systematic review and meta-analysis. Neurogastroenterology & Motility, 37(7), e70037. https://doi.org/10.1111/nmo.70037
  • Jones, H. G., Rizzo, R. R. N., Pulling, B. W., Braithwaite, F. A., Grant, A. R., McAuley, J. H., Jensen, M. P., Moseley, G. L., Rees, A., & Stanton, T. R. (2024). Adjunctive use of hypnosis for clinical pain: A systematic review and meta-analysis. PAIN Reports, 9(5), e1185. https://doi.org/10.1097/PR9.0000000000001185
  • Milling, L. S., Valentine, K. E., LoStimolo, L. M., Nett, A. M., & McCarley, H. S. (2021). Hypnosis and the alleviation of clinical pain: A comprehensive meta-analysis. International Journal of Clinical and Experimental Hypnosis, 69(3), 297–322. https://doi.org/10.1080/00207144.2021.1920330
  • Tefikow, S., Barth, J., Maichrowitz, S., Beelmann, A., Strauss, B., & Rosendahl, J. (2013). Efficacy of hypnosis in adults undergoing surgery or medical procedures: A meta-analysis of randomized controlled trials. Clinical Psychology Review, 33(5), 623–636. https://doi.org/10.1016/j.cpr.2013.03.005
  • Walter, N., et al. (2025). Hypnosis as a non-pharmacological intervention for invasive medical procedures: A systematic review and meta-analytic update. Journal of Psychosomatic Research, 192, 112117. https://doi.org/10.1016/j.jpsychores.2025.112117
  • National Institute for Health and Care Excellence. (2008, updated). Irritable bowel syndrome in adults: Diagnosis and management (CG61).
  • International Society of Hypnosis. (2021). ISH Training Policy: Guidelines for who should be trained in clinical hypnosis.
  • American Psychological Association. (2026). Division 30: Consider this a suggestion.
  • Barabasz, A., Barabasz, M., Christensen, C., French, B., & Watkins, J. G. (2013). Efficacy of single-session abreactive ego state therapy for combat stress injury, PTSD, and ASD. International Journal of Clinical and Experimental Hypnosis, 61(1), 1–19. https://doi.org/10.1080/00207144.2013.729377
  • Christensen, C., Barabasz, A., & Barabasz, M. (2013). Efficacy of abreactive ego state therapy for PTSD: Trauma resolution, depression, and anxiety. International Journal of Clinical and Experimental Hypnosis, 61(1), 20–37. https://doi.org/10.1080/00207144.2013.729386
  • Barabasz, A. (2013). Evidence based abreactive ego state therapy for PTSD. American Journal of Clinical Hypnosis, 56(1), 54–65. https://doi.org/10.1080/00029157.2013.770384
  • Leuner, H. (1969). Guided affective imagery (GAI): A method of intensive psychotherapy. American Journal of Psychotherapy, 23(1), 4–22. https://doi.org/10.1176/appi.psychotherapy.1969.23.1.4
  • Kulessa, C., & Jung, F. (1979). Die Effizienz einer 20stündigen Kurzpsychotherapie mit dem Katathymen Bilderleben: Eine testpsychologische Untersuchung. Zeitschrift für Psychosomatische Medizin und Psychoanalyse, 25(3), 274–293.
  • Universitat de Barcelona. (n.d.). Clinical Hypnosis: Expert degree (15 ECTS), Faculty of Psychology.
  • Southern Cross University. (2026). CMPL5001 Fundamentals of Clinical Hypnosis: Postgraduate coursework unit, Faculty of Health.
  • American Society of Clinical Hypnosis. (2026). Clinical hypnosis education and training for licensed healthcare professionals.