Εκλογές στη Γερμανία: Από τη μεταπολεμική σταθερότητα στην πολιτική αβεβαιότητα

Αρθρογραφεί στο TheOpinion η Σοφία Αποστολίδου, Κοινωνιολόγος Μ.Α., Πολιτ. Επιστήμων M.Sc.

Εκλογές στη Γερμανία: Από τη μεταπολεμική σταθερότητα στην πολιτική αβεβαιότητα

Εκλογές στη Γερμανία: Από τη μεταπολεμική σταθερότητα στην πολιτική αβεβαιότητα  Αρθρογραφεί στο TheOpinion η Σοφία Αποστολίδου, Κοινωνιολόγος Μ.Α., Πολιτ. Επιστήμων M.Sc.

Για περισσότερες από επτά δεκαετίες, το πολιτικό σύστημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας αποτελούσε πρότυπο θεσμικής και κοινωνικοοικονομικής σταθερότητας. Το περίφημο γερμανικό «μοντέλο συναινετικής δημοκρατίας» θεμελιώθηκε στη μεταπολεμική αρχιτεκτονική των δύο μεγάλων πυλώνων εξουσίας: της κεντροδεξιάς Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU) και του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD). Ιστορικά, τα δύο αυτά κόμματα συγκέντρωναν περισσότερο από το 80% των ψήφων συγκροτώντας προβλέψιμες κυβερνήσεις είτε με τη συνδρομή των Φιλελευθέρων (FDP) είτε μέσω μεγάλων συνασπισμών. Αυτή η πολιτική ομαλότητα δεν ήταν απλώς θεσμική αλλά βαθιά κοινωνική. Βασίστηκε στο μεταπολεμικό «οικονομικό θαύμα», στην εμπέδωση της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς και σε ένα στέρεο κοινωνικό συμβόλαιο. Το τελευταίο εξασφάλιζε διαρκή άνοδο της ευημερίας, κοινωνική κινητικότητα και ένα αίσθημα ασφάλειας της μεσαίας τάξης εντός ενός προστατευμένου πλαισίου ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και διατλαντικής συμμαχίας. Σήμερα η αρχιτεκτονική αυτή καταρρέει συθέμελα. Οι περιφερειακές εκλογικές αναμετρήσεις του Σεπτεμβρίου 2026 στη Σαξονία-Άνχαλτ, στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και στο Βερολίνο επιβεβαιώνουν ότι η μεταπολεμική σταθερότητα παραχωρεί οριστικά τη θέση της σε μια περίοδο πολιτικής ρευστότητας.

Σαξονία-Άνχαλτ: Η πρώτη νίκη της AfD και η βαθιά πόλωση

Η κάλπη της 6ης Σεπτεμβρίου στη Σαξονία-Άνχαλτ προκάλεσε «πολιτικό σεισμό» όχι μόνο σε επίπεδο κρατιδίου αλλά σε ολόκληρη τη χώρα. Για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία της Γερμανίας, η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) αναδείχθηκε πρώτο κόμμα λαμβάνοντας το εντυπωσιακό 43,8% των ψήφων επιβεβαιώνοντας τη μετατροπή της σε κυρίαρχη πολιτική δύναμη της περιοχής. Στον αντίποδα, το CDU υπέστη ιστορική καθίζηση βλέποντας τα ποσοστά του να συρρικνώνονται στο 17,2% (από 37,1%). Εξίσου απογοητευτικές ήταν οι επιδόσεις για τα κόμματα της ομοσπονδιακής συγκυβέρνησης: το SPD περιορίστηκε στο 9,3%, οι Πράσινοι στο 8,9%, ενώ οι Φιλελεύθεροι έμειναν εκτός βουλής συγκεντρώνοντας μόλις 2,6%. Παράλληλα, η Αριστερά (Die Linke) υποχώρησε στο 8,6%, ενώ η νεοσύστατη αριστερή Συμμαχία Sahra Wagenknecht (BSW) πέτυχε την είσοδό της στο κοινοβούλιο με 5,3%.

Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία: Συντριβή της CDU και άνοδος της ακροδεξιάς

Στην εκλογική αναμέτρηση της 20ής Σεπτεμβρίου στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, η μάχη εξελίχθηκε σε μια οξεία αντιπαράθεση ανάμεσα στο κυβερνών SPD και την AfD. Η ακροδεξιά αναδείχθηκε και εδώ πρώτη δύναμη με 38,2% (αυξημένη κατά 21,5 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2021) συμπιέζοντας δραματικά τις υπόλοιπες δυνάμεις και αφήνοντας στη δεύτερη θέση το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (35,5%). Η μεγαλύτερη ανατροπή σημειώθηκε στην παράταξη της CDU η οποία υπέστη πρωτοφανή ήττα και έμεινε για πρώτη φορά εκτός τοπικού κοινοβουλίου. Από την πλευρά του, το SPD συγκράτησε τις δυνάμεις του κυρίως χάρη στην υψηλή δημοφιλία της πρωθυπουργού Manuela Schwesig που φρόντισε εγκαίρως να διαφοροποιηθεί από την ομοσπονδιακή γραμμή του Βερολίνου.

Βερολίνο: Η αριστερή πρωτοπορία και η ριζοσπαστικοποίηση των νέων

Στην πρωτεύουσα της χώρας αναδείχθηκε το αντίθετο ιδεολογικό άκρο. Η Αριστερά (Die Linke) με επικεφαλής την Elif Eralp πέτυχε εντυπωσιακή νίκη διπλασιάζοντας τα ποσοστά της σε σχέση με το 12,2% το 2023 ενώ κατάφερε να κεφαλαιοποιήσει την έντονη δυσαρέσκεια των πολιτών για το εκτινασσόμενο κόστος ζωής και τη στεγαστική κρίση. Τα μέχρι πρότινος κυβερνητικά κόμματα (CDU και SPD) υπέστησαν σημαντικές απώλειες σφραγίζοντας το τέλος του μεταξύ τους συνασπισμού. Η τοπική κυβέρνηση χρεώθηκε τις σοβαρές δυσλειτουργίες στις υποδομές, στις μεταφορές και στα δημόσια έργα με αποτέλεσμα το CDU να υποχωρήσει στο 19% (απώλεια 9,4 μονάδων) και το SPD να κατρακυλήσει στην πέμπτη θέση χάνοντας 6,3 μονάδες. Την ίδια στιγμή, η AfD κατέγραψε ισχυρή διψήφια παρουσία και στην πρωτεύουσα (16%) αποδεικνύοντας ότι το παραδοσιακό κέντρο υποχωρεί όχι μόνο στην περιφέρεια αλλά και στα μεγάλα αστικά κέντρα. Αξιοσημείωτο είναι ότι το 50% των νέων ψηφοφόρων μεταξύ 18 και 24 ετών στο Βερολίνο επέλεξε να στηρίξει το αριστερό κόμμα Die Linke, αποτυπώνοντας τη ριζοσπαστικοποίηση της νεολαίας απέναντι στα οικονομικά αδιέξοδα.

Το τραύμα της Επανένωσης και η «προσβεβλημένη υπερηφάνεια»

Η ερμηνεία αυτής της πολιτικής ανατροπής αποκαλύπτει σύνθετες κοινωνικο-ψυχολογικές και οικονομικές παραμέτρους. Ο καθηγητής Κοινωνιολογίας Detlef Pollack συνδέει την επιτυχία της ακροδεξιάς με το ιστορικό τραύμα των Ανατολικογερμανών μετά το 1989. Η διαρκής αίσθηση ότι αντιμετωπίζονται ως «πολίτες δεύτερης κατηγορίας» φαίνεται ότι έχει μετατραπεί σε πολιτική αντίδραση. Παρότι το βιοτικό επίπεδο στα κρατίδια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας είναι υψηλότερο από ότι πριν από 35 χρόνια, η διατήρηση των μισθολογικών ανισοτήτων και η απουσία Ανατολικογερμανών από ανώτερες ηγετικές θέσεις έχουν δημιουργήσει ένα «σύμπλεγμα κατωτερότητας». Σε αυτό το πλαίσιο, ο τοπικός ηγέτης της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ, Ulrich Siegmund, εμφανιζόμενος ως ένας αυθεντικός, προσιτός Ανατολικογερμανός, πέτυχε να αφαιρέσει από το κόμμα το στίγμα της εξτρεμιστικής ακροδεξιάς και να μετατρέψει την ψήφο στην AfD σε μια κοινωνικά αποδεκτή πράξη τοπικής υπερηφάνειας παρουσιάζοντας ταυτόχρονα τους Ανατολικογερμανούς ως «θύματα της ενοποίησης» και μετατρέποντας το «ανατολικό πείσμα» σε εθνικιστικό αφήγημα.

Γενικευμένη κρίση εμπιστοσύνης και Μεταναστευτικό

Η οικονομική στασιμότητα, η γραφειοκρατία και οι ελλείψεις στις δημόσιες υποδομές δημιούργησαν την αίσθηση ότι «η Γερμανία δεν είναι πια αυτή που ήταν» ενώ το μεταναστευτικό ζήτημα λειτούργησε ως καταλύτης συσπείρωσης. Η αδυναμία διαμόρφωσης μιας βιώσιμης πολιτικής ασύλου σε συνδυασμό με την πίεση στις τοπικές υποδομές (σχολεία, νοσοκομεία, στέγαση), καλλιέργησε την πεποίθηση ότι το κράτος «έχει χάσει τον έλεγχο». Έτσι, η συζήτηση γύρω από τις αναγκαστικές επιστροφές (Remigration) πέρασε στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου.

Ενεργειακή μετάβαση και κόστος διαβίωσης

Η πολιτική της πράσινης μετάβασης σε συνδυασμό με την ενεργειακή κρίση και τις επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία εκλήφθηκε από τα λαϊκά στρώματα ως μια άνωθεν επιβαλλόμενη πολιτική που πλήττει τη βιομηχανία και επιβαρύνει τα νοικοκυριά. Τόσο η AfD όσο και η BSW εκμεταλλεύτηκαν αυτό το κενό προβάλλοντας την επιστροφή σε φθηνές μορφές ενέργειας ως ζήτημα οικονομικής επιβίωσης.

Το πολιτικό αδιέξοδο του «Brandmauer»

Ο αποκλεισμός της AfD από κυβερνητικά σχήματα, ενώ σχεδιάστηκε ως δημοκρατική δικλίδα ασφαλείας για την προστασία του πολιτεύματος από την ακροδεξιά, εξελίχθηκε στις εκλογές του Σεπτεμβρίου σε δίκοπο μαχαίρι: από τη μία πλευρά εμποδίζει την AfD να αναλάβει την εξουσία αλλά από την άλλη προκαλεί κυβερνητική αστάθεια, αποδυναμώνοντας τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου. Ταυτόχρονα, ο αποκλεισμός αυτός φαίνεται ότι έδωσε στην AfD τη δυνατότητα να παρουσιαστεί ως το μοναδικό «αντισυστημικό» κόμμα. Έτσι, οι δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι, θεωρώντας ότι η ψήφος στα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας δεν πρόκειται να φέρει καμία αλλαγή, στήριξαν με την ψήφο τους την AfD ώστε να καταστεί η πιο δραστική μορφή πολιτικής αποδοκιμασίας.

Η Γερμανία ενώπιον της νέας εποχής

Οι κάλπες του Σεπτεμβρίου δεν κατέγραψαν απλώς μια εκλογική αναδιάταξη. Σφράγισαν το ιστορικό τέλος της γερμανικής «συναινετικής δημοκρατίας» όπως τη γνωρίζαμε. Με την προσέλευση να αγγίζει επίπεδα-ρεκόρ ξεπερνώντας το 74% στο Βερολίνο και το 78% στο Μεκλεμβούργο, αποτυπώνεται στη χώρα μια βαθιά και πολωμένη πολιτικοποίηση. Από τη μία πλευρά, τα ανατολικά κρατίδια μετατρέπονται σε προπύργιο της δεξιάς αντισυστημικής οργής με την κυριαρχία της AfD, κι από την άλλη, η πρωτεύουσα ορθώνεται ως ανάχωμα μιας ριζοσπαστικής αριστερής αντίδρασης. Η Γερμανία εισέρχεται πλέον σε μια τροχιά «δύο ταχυτήτων», διαιρεμένη από ένα γεωγραφικό, κοινωνικό και πολιτισμικό ρήγμα που δοκιμάζει τα ίδια τα όρια της εθνικής της συνοχής.