Έρευνα και καινοτομία στην Ελλάδα: Γιατί μένουμε στάσιμοι;
Χωρίς ισχυρή παραγωγική βάση και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, η καινοτομία παραμένει καθηλωμένη σε επικοινωνιακό εργαλείου.
Η αλματώδης ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης απασχολεί καθημερινά την κοινή γνώμη των ανεπτυγμένων κοινωνιών. Ασχέτως αν προκαλεί φόβο ή θαυμασμό, το βέβαιο είναι πως αναγνωρίζεται ως ένα καταπληκτικό επίτευγμα του σύγχρονου τεχνολογικού πολιτισμού. Η παγκόσμια έρευνα γεννά ακόμη περισσότερα εντυπωσιακά αγαθά: ολοκαίνουργια gadgets, τα κατορθώματα του Ίλον Μασκ διάστημα, θαυματουργά φάρμακα, την πανσπερμία νέων ρομπότ, κάποιες εξαιρετικά απαιτητικές τρισδιάστατες εκτυπώσεις, επερχόμενους τρόπους παραγωγής τροφίμων, εναλλακτικές μορφές πυρηνικής ενέργειας, συνθετικά υλικά με μεγιστοποιημένα χαρακτηριστικά φυσικών.
Όπου πραγματοποιείται βασική έρευνα, αυτή είθισται να στηρίζεται σε κρατικούς πόρους, τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό. Ωστόσο, στα σύγχρονα βιομηχανικά κράτη, η εφαρμοσμένη έρευνα αποτελεί κυρίως ιδιωτική υπόθεση. Κραταιοί όμιλοι και χθεσινές startups απευθύνονται σε δημόσια και ιδιωτικά ερευνητικά κέντρα, ώστε να μετεξελίξουν επιστημονικά ευρήματα σε ανταγωνιστικά προϊόντα. Άλλωστε η έρευνα και η ανάπτυξη δεν αφορούν αποκλειστικά την υπερυψηλή τεχνολογία. Αφορούν και αντικείμενα πιο πεζά μα επίσης πολύ σημαντικά: τα ορυκτά και μέταλλα, τα δομικά υλικά, τις καλλιέργειες, τα παραγωγικά ζώα, τις τηλεπικοινωνίες, το εξειδικευμένο λογισμικό, την απορρύπανση, τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Εν Ελλάδι, η έρευνα και κατ’ επέκταση η καινοτομία συμπεριλαμβάνονται τακτικά σε δελτία τύπου κυβερνήσεων, ΟΤΑ, ΑΕΙ και επιχειρήσεων. Διοργανώνονται σχεδόν καθημερινά σχετικές εκδηλώσεις προβολής, όπου δυστυχώς δεν παρουσιάζονται χειροπιαστά αποτελέσματα. Περισσότερο παρουσιάζεται η αταλάντευτη επιδίωξη χειροπιαστών αποτελεσμάτων. Οι καθημερινές μικρές αλλά πολύτιμες ανακαλύψεις σε εργαστήρια, σε μηχανουργεία, σε αγροκτήματα και σε βιοτεχνίες περνούν κυρίως απαρατήρητες. Την ίδια στιγμή, γνωρίζουμε καλά ότι η συνεργασία των πανεπιστημίων με την επιχειρηματικότητα παραμένει υποτυπώδης, ανίκανη να παράξει αξιόλογη προστιθέμενη αξία. Γιατί;
Το ζήτημα είναι πρωτίστως πολιτικό. Όταν οι εκάστοτε κυβερνήσεις μετρούν τον χρόνο βάσει εκλογικών κύκλων, αναπόφευκτα αδιαφορούν για τα μακροπρόθεσμα οφέλη της έρευνας. Αντίθετα, αξιοποιούν το εν λόγω πεδίο ως εργαλείο αυτοπροβολής και διορισμού ημετέρων, δίχως αξιοκρατικά κριτήρια.
Σε ολόκληρη την ΕΕ, τα φορολογικά έσοδα επαναφορολογούνται αμέσως όταν δαπανώνται σε μισθοδοσία, επιδόματα και συντάξεις. Εάν η φορολογία των μη εξαρτώμενων ήταν χαμηλή και οι εξαρτώμενοι από το κράτος εισέπρατταν λίγα, η διαφορά είτε θα αποταμιευόταν, είτε θα γινόταν ιδιωτική κατανάλωση. Σε αυτό το ενδεχόμενο, η διαφορά γρήγορα θα κατέληγε εκεί όπου σημειώνεται υψηλή οικονομική ανάπτυξη, είτε ως επενδύσεις, είτε ως εισαγωγές αγαθών. Η έρευνα λοιπόν αντιμετωπίζεται χονδρικά με τον ίδιο τρόπο: σαν μέσο εσωτερικής αναδιανομής των υψηλών φορολογικών εσόδων, αδιαφόρου χρησιμότητας. Κατά βάση, έτσι λειτουργεί και η Ελλάδα.
Η συγκεκριμένη πολιτική βλάπτει σοβαρά την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα, διότι έμμεσα αφαιρεί πόρους και από τον μοναδικό τομέα που μπορεί να συντηρήσει οργανικά τον ερευνητικό κλάδο: τη βιομηχανία.
Όταν δεν υφίσταται εύρωστη βιομηχανία, εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να συντηρηθεί δυναμική έρευνα. Το δυσάρεστο αυτό γεγονός συνειδητοποιείται πια και από τις ΗΠΑ, δεδομένου ότι καθίστανται όλο και πιο υποχρεωμένες να πωλούν το πνευματικό τους έργο στην πανίσχυρη κινεζική μεταποίηση. Στην αποβιομηχανοποιημένη χώρα μας επιδιώκουμε συμμετοχή της βιομηχανίας κατά 15% στο ΑΕΠ, από περίπου 9% σήμερα. Όταν/αν επιτευχθεί ο εθνικός στόχος, θα μπορούμε άνετα να διαθέτουμε στην έρευνα τουλάχιστον 2,5% του ΑΕΠ, δηλαδή πολλά περισσότερα από το σημερινό 1,5%. Έως τότε, θα περιοριζόμαστε σε καλές προθέσεις.