Το σταυροδρόμι της ιστορίας της Θεσσαλονίκης – Πώς η γωνία Βενιζέλου με Εγνατία έγινε το νέο hotspot της πόλης
Το αναστηλωμένο Αλκαζάρ η νεότερη προσθήκη σε μία διασταύρωση που συμπυκνώνει αιώνες ιστορίας. Μπεζεστένι και Καραβάν Σαράι περιμένουν καλύτερες μέρες
Ένα ακόμα στολίδι στο μνημειακό παλίμψηστο της διασταύρωσης Βενιζέλου και Εγνατία στη Θεσσαλονίκη προστέθηκε πριν μερικές εβδομάδες, με τη λειτουργία του αναστηλωμένου Χαμζά Μπέη Τζαμί –ή Αλκαζάρ για τους περισσότερους, όπως λεγόταν ο κινηματογράφος που στέγασε μέσα σε αυτό εβραϊκή οικογένεια της πόλης.
Θεσσαλονικείς και τουρίστες σπεύδουν να δουν από κοντά το τέμενος του 15ου αιώνα (1467-8 μΧ) που αποκαταστάθηκε υποδειγματικά και ξανάνοιξε τις πόρτες του μετά από δεκαετίες αναμονής, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως πολιτιστικός-εκθεσιακός χώρος του MOMUS. Το «ποδαρικό» έγινε με την έκθεση «Θεσσαλονίκη: Το Αποτύπωμα της Μετάβασης (1960–1980)», με φωτογραφίες του δημοφιλούς Ελληνοαμερικανού φωτογράφου Pete Marifoglou.
Η λειτουργία του Αλκαζάρ χάρισε λίγη παραπάνω λάμψη σε ένα σταυροδρόμι που συμπυκνώνει αιώνες ιστορίας, από τη ρωμαϊκού χαρακτήρα μνημειακή οδό Decumanus Maximus (ή Μέση Οδός, κατά τους Βυζαντινούς) του 6ου αιώνα, που μπορεί να θαυμάσει κανείς στο σταθμό Βενιζέλου του μετρό, μέχρι τη σκεπαστή αγορά Μπεζεστένι.
«Με το σταθμό Βενιζέλου και το Αλκαζάρ η περιοχή απέκτησε προστιθέμενη αξία»
Ο ξεναγός Κωνσταντίνος Σφήκας ήταν από τους πρώτους που «τίμησε» τον αρχαιολογικό χώρο του σταθμού Βενιζέλου του μετρό, όπως και το Αλκαζάρ.
Μιλώντας στο TheOpinion, μεταφέρει την ικανοποίησή του για το πλούσιο μνημειακό απόθεμα στο συγκειρμένο σημείο, που αντιπροσωπεύει τόσες διαφορετικές ιστορικές περιόδους:
«Αυτή η διασταύρωση ήταν ανέκαθεν σημαντική, λόγω της πυκνότητας σημείων ενδιαφέροντος που μπορεί να συναντήσει κανείς. Όμως, τώρα με το σταθμό Βενιζέλου και το Χαμζά Μπέη Τζαμί υπήρξε οπωσδήποτε αναβάθμιση και η περιοχή απέκτησε προστιθέμενη αξία, αναβαθμίστηκε».

Θυμάται τη συγκίνησή του όταν ο αρχαιολογικός χώρος του σταθμού Βενιζέλου, ενός από τους ωραιότερους σταθμούς μετρό στον κόσμο, όπως λέει, τον υποδέχτηκε για πρώτη φορά, ενώ κατέβαινε τις σκάλες για να ξεναγήσει το πρώτο γκρουπ:
«Απολαμβάνω πάρα πολύ να κάνω ξεναγήσεις σε αυτόν το σταθμό. Όταν άνοιξε, μαζί με εκείνον της Αγίας Σοφίας, δούλεψα παρανοϊκά, μπορώ να πω! Ξεναγούσα γκρουπ κάθε μέρα εκεί για δύο μήνες. Και ήταν πολύ απολαυστικό».
Το Αλκαζάρ ως θυμητάρι της μεγαλύτερης παρακαταθήκης της πόλης: της πολυπολιτισμικότητάς της
Ανάλογο δέος ένιωσε και με την απόδοση του Αλκαζάρ στο κοινό.

«Μπαίνοντας μέσα, αγαλλίασα», λέει χαρακτηριστικά. «Ένιωσα σαν η πόλη να κάνει ένα βήμα “ελευθερίας” εντάσσοντας στην καθημερινότητά της ένα τέτοιο μνημείο σε τόσο περίοπτη θέση. Η κοσμοσυρροή ήταν μεγάλη. Έμπαινε πάρα πολύς κόσμος, κόσμος που έχει διαβάσει πέντε-δέκα πράγματα, κόσμος που με άκουγε όταν μιλούσα στα γκρουπ μου και “κολλούσε”. Ήταν απολαυστικό να βλέπεις Θεσσαλονικείς να περιδιαβαίνουν και να αντιλαμβάνονται ότι μιλάμε για ένα εξαιρετικό μνημείο μέσα στον ιστό της πόλης».
Απτή απόδειξη της ιστορικής συνέχειας της Θεσσαλονίκης αποτελούν οι παλαιοχριστιανικοί κίονες και κιονόκρανα που τοποθετήθηκαν στο περιστύλιο του Χαμζά Μπέη Τζαμί με εντολή του Σουλτάνου Σελίμ Β’, καθώς προέρχονται από τρία παλιότερα βυζαντινά μνημεία: την εκκλησία του Αγίου Μηνά, τη Ροτόντα και τη Μονή της Θεοτόκου του Υπομιμνήσκοντος, που δεν σώζεται σήμερα.

Όπως μπορεί να αντιληφθεί κανείς, το τέμενος θεμελιώθηκε σε λίγο χαμηλότερο υψόμετρο σε σχέση με τη σημερινή οδό Βαμβακά, τον πεζόδρομο που εκτείνεται στο πίσω μέρος του. «Ιδανικό θα ήταν να γινόταν και μία μικρή βύθιση του εδάφους, κατά 1 μέτρο περίπου, ώστε να αναδειχθεί ακόμα περισσότερο ο όγκος του τεμένους. Αλλά προφανώς αυτό θα είχε σημαντικά μεγαλύτερο κόστος», σχολιάζει ο κ. Σφήκας. «Όμως, ακόμα και έτσι, είναι πανέμορφο, με τα βυζαντινά στοιχεία στο περιστύλιο και έπειτα με το καθαυτό μεσκίτ, δηλαδή το μικρό τζαμί, που είναι πάρα πολύ όμορφο μέσα, με το γυναικωνίτη του και με το ζωγραφικό του διάκοσμο».
Ο ξεναγός αναφέρεται και στις ακραίες φωνές –κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης– που ζητούσαν να μην χρηματοδοτηθεί από το κράτος η αναστήλωση ενός τζαμιού σε ελληνικό έδαφος: «Αρχικά, τα κονδύλια που δόθηκαν είναι ευρωπαϊκά. Δεύτερο και κυριότερο, αυτό το μνημείο εκπροσωπεί, καλώς ή κακώς, μία ιστορική περίοδο 500 ετών στην πόλη. Οι ξένοι επισκέπτες λατρεύουν αυτήν την ποικιλομορφία, και όχι μόνο οι Τούρκοι ή γενικά οι μουσουλμάνοι. Όσο βρέθηκα στο τέμενος, είδα κόσμο από πάρα πολλά μέρη του κόσμου να έρχεται και να το απολαμβάνει εντυπωσιασμένος».

Μπεζεστένι: Η σκεπαστή αγορά που έχει δει καλύτερες μέρες
Διασχίζοντας την Εγνατία από τη διάβαση (ή μέσα από το μετρό, για να κάνουμε ένα ακόμα πέρασμα από τον αρχαιολογικό χώρο), βρισκόμαστε σε ένα ακόμα κτίριο που ανεγέρθηκε τον 15ο αιώνα, επί οθωμανικής κυριαρχίας στη Θεσσαλονίκη: το Μπεζεστένι.
Αυτή η σκεπαστή αγορά, που αποτελείται από έναν ορθογώνιο χώρο με έξι τετράπλευρους χώρους, επτά διπλά τόξα και έξι μολυβδοσκέπαστους θόλους, έχει δει σίγουρα και καλύτερες μέρες…


Οι επιχειρήσεις που στεγάζονται στο εσωτερικό της μετριούνται στα δάχτυλα τους ενός χεριού, ανάμεσα σε αυτές και το ιστορικό τυπογραφείο Χατζηλαχάρης. Πολλοί χώροι περιμένουν μάταια με τα ενοικιαστήρια κολλημένα. Εξωτερικά, τα πράγματα είναι κάπως καλύτερα, αφού τα καταστήματα που διαμορφώθηκαν μετά την πυρκαγιά του 1917 φιλοξενούν διάφορες επιχειρήσεις, από υφασματάδικα μέχρι κοσμηματοπωλεία και μαγαζιά με είδη τεχνολογίας που απευθύνονται κυρίως σε μετανάστες.


Κατά την επίσκεψή μας στην αγορά, επιχειρηματίας μάς εξηγεί ότι το κτίριο ανήκει σε τρεις-τέσσερις διαφορετικούς ιδιώτες, γεγονός που δυσχεραίνει την όποια συνεννόηση για τη συντήρηση και αξιοποίησή του. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι ο βασικός λόγος που πολλά καταστήματα παραμένουν ξενοικίαστα είναι η μειωμένη αγοραστική δύναμη των πολιτών. «Κάποτε εδώ μέσα έσφυζε από ζωή. Τώρα… μας έφαγε η “ανάπτυξη”», σημειώνει δηκτικά.

Στην εξίσωση προστίθεται και η Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης, που είναι υπεύθυνη για την προστασία της αγοράς και κάθε παρέμβαση πρέπει να γίνεται σε συνεννόηση μαζί της. Το ίδιο ισχύει και για την πρόσβαση στον πάνω όροφο, που γίνεται πολύ ελεγχόμενα και σε ειδικές περιπτώσεις.




«Στον πάνω όροφο είχαν γίνει πριν αρκετά χρόνια εργασίες αποκατάστασης, ώστε να είναι δυνατή η επίσκεψη. Σίγουρα ο χώρος χρήζει περαιτέρω παρεμβάσεων, και για αυτό θα πρέπει η υπηρεσία μας να εκτιμήσει την τρέχουσα κατάσταση, να υλοποιηθεί η σχετική μελέτη και έπειτα να εξασφαλιστεί χρηματοδότηση, με τη συμφωνη γνωμη των ιδιοκτητων φυσικά», εξηγεί η προϊσταμένη της Εφορείας, Τάνια Πρωτοψάλτη.


Το δαιδαλώδες –και σε ιδιοκτησιακό επίπεδο– Καραβάν Σαράι
Μπροστά από το Μπεζεστένι, κοιτώντας ξανά απ’ την άλλω, ατενίζουμε το επιβλητικό κτίριο που έγινε γνωστό ως Καραβάν Σαράι.
Όπως είχε καταγραφεί σε προηγούμενο ρεπορτάζ του το TheOpinion, στη θέση του κτιρίου υπήρχε από τον 15ο αιώνα οθωμανικό σαράι (πανδοχείο), το οποίο στη συνέχεια καταστράφηκε.

Το πρώτο αρχιτεκτονικό σχέδιο για το σύγχρονο κτίριο εκπονήθηκε το 1923 από τον αρχιτέκτονα Δελλαδέτσιμα, με μέριμνα την προσαρμογή της διάταξης στα πρότυπα ενός βυζαντινού πανδοχείου. Η κατασκευαστική δραστηριότητα ξεκίνησε το 1932 με την ολοκλήρωση του ισογείου. Ωστόσο, η άδεια καθ’ ύψος επέκτασης για τρεις επιπλέον ορόφους που εξασφάλισαν οι τότε ιδιοκτήτες (Κουκουφλής, Σαπουντζής, Βαρσάνο) προκάλεσε έντονες αντιδράσεις περιοίκων, λόγω υπέρβασης του ορίου ύψους της περιοχής, καθώς και δικαστικές διαμάχες με τους εργολάβους, με αποτέλεσμα το κτίριο να παραμείνει ημιτελές για περίπου δύο δεκαετίες.
Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, λειτούργησε ως καταφύγιο για εκτοπισμένες οικογένειες από την ύπαιθρο της Μακεδονίας. Μετά την τελική αποπεράτωσή του —η οποία απέκλινε από τα αρχικά αρχιτεκτονικά σχέδια— εκμισθώθηκε το 1958 στον δήμο Θεσσαλονίκης και λειτούργησε ως δημαρχείο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 2000, μαζί με βιοτεχνίες και καταστήματα. Το 1983 χαρακτηρίστηκε διατηρητέο έργο τέχνης με σχετικό ΦΕΚ (622/Β/27-10-1983).

Από το 2018, το Καραβάν Σαράι πέρασε σταδιακά στα χέρια δύο εταιρειών ισραηλινών συμφερόντων με έδρα την Ελλάδα, της SH Projects και της Sarai. Εκπεφρασμένος στόχος είναι η μετατροπή του σε συγκρότημα που θα περιλαμβάνει ξενοδοχείο, διαμερίσματα, εμπορικά καταστήματα, από κοινού με τον υφιστάμενο χώρο στάθμευσης στο υπόγειο.
Ο δρόμος για την υλοποίηση του επενδυτικού σχεδίου –που δεν αποκλείεται να υποστεί αλλαγές στο μεταξύ– προβλέπεται μακρύς, όπως είχαμε αναδείξει και στο προηγούμενο ρεπορτάζ μας. Το επιβεβαιώνει ξανά η δικηγόρος Στέλλα Βαλάνη, εκπρόσωπος των δύο εταιρειών στη Θεσσαλονίκη.
«Μέχρι στιγμής, έχουμε υποδείξει στο Κτηματολόγιο τα πρόδηλα σφάλματα και έχουμε καταθέσει όποια άλλα έγγραφα απαιτούνται, ώστε να αλλάξει το ιδιοκτησιακό καθεστώς. Μιλάμε για μία ιδιαίτερα σύνθετη κατάσταση από νομικής άποψης, καθώς στο κτίριο εντοπίσαμε συνολικά 99 ΚΑΕΚ, ενώ τόσες δεκαετίες υπήρξαν και πολλές αλλαγές στις χρήσεις και τη δόμηση των αντίστοιχων ακινήτων που φιλοξενούνταν μέσα».

Αφού δοθεί το πολυπόθητο «πράσινο φως» από το Κτηματολόγιο, θα ακολουθήσουν οι απαραίτητες αδειοδοτήσεις και εργασίες, με χρηματοδότηση μέσω sale & lease back από την Εθνική Τράπεζα.
Και για κλείσιμο: Το πανέμορφο Μπέη Χαμάμ
Στο αμέσως προηγούμενο φανάρι, στη συμβολή των οδών Αριστοτέλους και Εγνατία, δεσπόζει ένα ακόμα οθωμανικό μνημείο που αξίζει την επίσκεψή μας.

Πρόκειται για το Μπέη Χαμάμ, λουτρό επίσης του 15ου αιώνα, το μεγαλύτερο στην πόλη και εν γένει στον ελλαδικό χώρο, και ένα από τα μεγαλύτερα στα Βαλκάνια. Διαθέτει τρείς κυρίως αίθουσες (κρύα, χλιαρή, ζεστή) με πολλά μικρότερα διαμερίσματα και επιμέρους βοηθητικούς χώρους. Είναι γνωστό και ως «λουτρά Παράδεισος». Χτίστηκε το 1444 από το Σουλτάνο Μουράτ Β’. Μετά την απελευθέρωση της πόλης, περιήλθε σε ιδιώτης και λειτούργησε με την αρχική του χρήση έως και το 1968. Τελικά, απαλλοτριώθηκε από το δημόσιο το 1972.

Ο κ. Σφήκας μεταφέρει ότι το έχει εντάξει και αυτό στις ξεναγήσεις του, αφού αποκαταστάθηκε και ξανάνοιξε τις πόρτες του τον περασμένο Ιούνιο:
«Όταν άνοιξε το Μπέη Χαμάμ, ενθουσιάστηκα όπως και με το Χαμζά Μπέη Τζαμί, γιατί αυτήν τη φορά αποδόθηκε στο κοινό και το γυναικείο λουτρό, που παρέμενε κλειστό και είχε ανοίξει μόνο για μία ταινία, το “Ακόμα Κρύβομαι Για Να Καπνίσω” της Rayhana Obermeyer».
Από εδώ και πέρα, ευελπιστεί ότι θα πάρει σειρά η αποκατάσταση του Γιαχουντί Χαμάμ στα Λουλουδάδικα και η ανάδειξη του Αλατζά Ιμαρέτ, ώστε η Θεσσαλονίκη να εντάξει ακόμη δύο σημαντικά μνημεία του ίδιου νοητού άξονα στην καθημερινότητά της.