LOCAL BUSINESS, ΘΕΜΑ THEOPINION
Χατζηλάρης: Το τυπογραφείο που επιμένει να «παντρεύει» παλιές και νέες τεχνικές
Ανάμεσα σε παλιές τυπογραφικές και νέες ψηφιακές μηχανές, χαρτιά και μελάνια μία οικογενειακή ιστορία δεκαετιών συνεχίζεται
Μέσα στην ιστορική στοά Μπεζεστένι, ανάμεσα σε κατεβασμένα ρολά, οι παλιές τυπογραφικές μηχανές του Τυπογραφείου Χατζηλάρης εξακολουθούν να δουλεύουν, συνεχίζοντας μια ιστορία που κρατά οκτώ δεκαετίες.
Το τυπογραφείο ξεκίνησε το 1945 ως χαρτοπωλείο από τον Γεώργιο Συλλελόγλου και το 1953 απέκτησε την πρώτη του τυπογραφική μηχανή, αγορασμένη από τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1957, ένας 14χρονος κατέβηκε στο κέντρο για να μάθει τη δουλειά δίπλα στον θείο του. Ήταν ο πατέρας του ανθρώπου που σήμερα συνεχίζει την επιχείρηση ως τρίτη γενιά. Το 1969 ο Αγάπιος Χατζηλάρης έγινε συνέταιρος με τον γιό του Γεώργιου, Χρήστο, και έκτοτε συνέδεσε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του με το τυπογραφείο.

«Ο θείος ήταν τυπογράφος. Του είπε “κατέβα να δουλέψεις”, γιατί είχε προοπτικές γενικά ό,τι είχε σχέση με το χαρτί εκείνη την εποχή. Κατέβηκε ο πατέρας μου και το 1969 έγινε συνέταιρος γιατί ήξερε τη δουλειά», διηγείται ο γιος του.
Τέσσερις δεκαετίες μετά, το 2008, η σκυτάλη πέρασε στον ίδιο.
Από τις μηχανές που δεν σταματούσαν ποτέ στην ψηφιακή εποχή
Για χρόνια το μαγαζί είχε έναν περισσότερο «βιομηχανικό» χαρακτήρα, όπως θυμάται ο Χρήστος Χατζηλάρης, σημερινός ιδιοκτήτης του τυπογραφείου.
«Έκαναν για μεγάλες επιχειρήσεις, για εργοστάσια, για το δημόσιο. Κατά κύριο λόγο τυπώναμε κάρτες, διαφημιστικά, μπλοκ, άπειρα μπλοκ. Νοσοκομεία, όλα αυτά», θυμάται.
Και τότε οι ποσότητες ήταν εντελώς διαφορετικές.

«Όταν έχεις υπαλλήλους πρέπει να δουλεύουν οι μηχανές. Ήταν δουλειές που οι μηχανές δεν σταματούσαν από το πρωί μέχρι το βράδυ».
Όταν ο ίδιος ανέλαβε το 2008, βρέθηκε ακριβώς πάνω στη στροφή. Η οικονομική κρίση ξεκινούσε, οι μεγάλες παραγγελίες μειώνονταν και η ψηφιακή τεχνολογία άλλαζε με ραγδαία ταχύτητα τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε ολόκληρος ο κλάδος.
Αναπόφευκτα και το τυπογραφείο έπρεπε να αλλάξει μαζί του.
«Θέλαμε να έρθουμε σε επαφή περισσότερο με τον κόσμο, με τους ανθρώπους, με το γραφιστικό μας, το καλλιτεχνικό. Και επειδή η τυπογραφία άρχισε να αλλάζει με την είσοδο των ψηφιακών, έπρεπε να μπούμε στο καινούργιο κλίμα για να μπορέσουμε να είμαστε ανταγωνιστικοί».

Έτσι, δίπλα στις παλιές μηχανές προστέθηκαν ψηφιακές, κατάλληλες για τις μικρότερες ποσότητες που ζητά πλέον η αγορά.
«Είπα θα το δοκιμάσω κι αν μου αρέσει, συνεχίζω»
Το παράδοξο είναι πως ο άνθρωπος που σήμερα κρατά την επιχείρηση δεν είχε σχεδιάσει εξαρχής να γίνει τυπογράφος.
Ήταν ηλεκτρονικός και εργαζόταν επί χρόνια ως τεχνικός φωτογραφικών μηχανών. Η τεχνολογία, όμως, άλλαζε και εκείνο το επάγγελμα, καθώς οι ψηφιακές μηχανές εκτόπιζαν σταδιακά τις αναλογικές.
Η σχέση του με το οικογενειακό τυπογραφείο υπήρχε ήδη. Από το 1993, όταν η οικογένεια απέκτησε υπολογιστή και ο ίδιος με τον αδερφό του άρχισαν να βοηθούν στις μακέτες. Όταν το 2008 ο πατέρας του πλησίαζε στη σύνταξη, ήρθε η στιγμή της απόφασης.

«Το συζητούσαμε και λέω “Οκ, θα το δοκιμάσω. Ξέρω πάνω κάτω πώς είναι. Άμα μου αρέσει, το συνεχίζω, άμα δεν μου αρέσει, δεν θα το συνεχίσω”. Δεν είχαμε καμία πίεση από τους γονείς. Ό,τι αποφασίσαμε, μας εμπιστεύτηκαν».
Η πρώτη χρονιά, πάντως, λίγο έλειψε να τον κάνει να αναθεωρήσει.
Μία μηχανή έβγαλε βλάβη, ένας έμπειρος τεχνίτης αντιμετώπισε πρόβλημα υγείας και εκείνος βρέθηκε ξαφνικά να πρέπει να μάθει από την αρχή μία ολόκληρη δουλειά.
«Έζησα έναν εφιάλτη από τον πρώτο χρόνο, γιατί δεν ήξερα να τυπώνω καλά, μάθαινα. Είχα και τον πατέρα μου και, ξέρεις, όταν μπαίνεις μέσα δεν είναι τόσο καλό το κλίμα με τους γονείς τα πρώτα χρόνια, γιατί τα ξέρουν όλα και λίγο… στραβοκοιτάνε», λέει γελώντας για εκείνη την περίοδο.
«Δεν ήξερα ούτε τα λογιστικά του μαγαζιού ούτε τίποτα. Μπήκα εδώ και ξεκίνησα να μαθαίνω».

Και τελικά έμαθε.
«Έμαθα τα πάντα. Να τυπώνω, να κάνω λογιστικά, να μιλάω με τους πελάτες, να πηγαίνω στους πελάτες, να δίνω παραγγελίες, να κάνω τα πάντα όλα».
«Τελικά όμως το αγάπησα», παραδέχεται.
«Πρώτα είναι οι άνθρωποι και μετά το χρήμα»
Μαζί με τις μηχανές και τη γνώση της δουλειάς, η τρίτη γενιά κληρονόμησε και έναν συγκεκριμένο τρόπο λειτουργίας.
Ο πατέρας του, όπως εξηγεί, δεν αντιμετώπιζε ποτέ όσους εργάζονταν στο τυπογραφείο ως απλούς υπαλλήλους.
«Το χαρακτηριστικό του πατέρα μου ήταν ότι δεν υπήρχαν υπάλληλοι, ήταν συνεργάτες μια ζωή. Πάντα η προτεραιότητα ήταν αυτός που δούλευε στο τυπογραφείο. Θα πληρώνονταν όλοι και ό,τι έμενε θα το έπαιρνε ο πατέρας μου».
Οι άνθρωποι που πέρασαν από την επιχείρηση έμειναν, σύμφωνα με τον ίδιο, μέχρι τη συνταξιοδότησή τους.
«Είναι μια λογική την οποία ακολουθώ κι εγώ. Πρώτα είναι οι άνθρωποι και μετά είναι το χρήμα. Και με καλή συνεννόηση όλα γίνονται».
Αυτή την προσωπική σχέση επιχείρησε να μεταφέρει και στους πελάτες.

«Δεν θα μπορούσα να είμαι “γεια σας, παραγγείλατε, ελάτε, πάρτε, φύγετε”. Μου άρεσε που θα έμενε η σχέση μας καλή», λέει, εξηγώντας ότι ακόμη και όταν υπήρχε διαφωνία για μια δουλειά προτιμούσε να βρεθεί λύση παρά να χαθεί ένας άνθρωπος.
Μια «σχέση» 68 χρόνων που… συνεχίζεται
Αν και η τρίτη γενιά έχει αναλάβει εδώ και χρόνια, η δεύτερη δεν… απομακρύνθηκε ποτέ πραγματικά.
«Ο πατέρας μου είναι 82 χρονών και ακόμα έρχεται εδώ να κάνει τη βόλτα του και να δει τι γίνεται», λέει.
Και η «βόλτα» μπορεί εύκολα να καταλήξει ξανά σε… δουλειά.
«Άμα τον βάλεις εκεί, μπορεί να δουλεύει δέκα ώρες, δεν καταλαβαίνει. Δώσ’ του δουλειά. Όσο δουλεύει, ζει», λέει για τον πατέρα του, που μπήκε στο ίδιο μαγαζί παιδί και περισσότερες από έξι δεκαετίες αργότερα εξακολουθεί να επιστρέφει στις μηχανές.

Το Μπεζεστένι που άλλαξε
Η ιστορία του τυπογραφείου είναι, όμως, δεμένη και με την ιστορία του χώρου που το φιλοξενεί.
Το Μπεζεστένι δεν ήταν πάντοτε όπως το γνωρίζουν σήμερα όσοι περνούν από το κέντρο της Θεσσαλονίκης. Μέχρι το 1998, όπως θυμάται, το επάνω τμήμα του ήταν κλειστό και ο χώρος πολύ λιγότερο προσιτός στον επισκέπτη. Η ανακαίνιση που έγινε την περίοδο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας άλλαξε την εικόνα του κτιρίου και το άνοιξε περισσότερο προς την πόλη.
Οι δικές του παιδικές εικόνες είναι εντελώς διαφορετικές.
«Θυμάμαι ότι ερχόμασταν εδώ, επάνω ήταν κλειστά, ήταν σκοτάδι. Μέσα στο τυπογραφείο είχε σκάλα και ανεβατόρια για να ανεβάζουν τα χαρτιά. Πάνω από το κεφάλι μας ήταν όλες αυτές οι μηχανές που βλέπετε».
Θυμάται γυναίκες να δουλεύουν με τα χέρια, κόσμο να μπαινοβγαίνει και ένα μέρος που στα παιδικά του μάτια ήταν ταυτόχρονα «φοβιστικό αλλά πολύ περίεργο».
Θυμάται, όμως, και τη ζωή της στοάς.

«Γλέντια έχουμε κάνει εδώ μέσα και έχουμε φάει και έχουμε πιει και έχουμε χορέψει. Είναι μια μικρή κοινωνία», περιγράφει.
Μόνο που αυτή η μικρή κοινωνία ολοένα και μικραίνει.
Καταστήματα δεκαετιών έχουν κατεβάσει ρολά και ο ίδιος βλέπει γύρω του μία αγορά πολύ διαφορετική από εκείνη την οποία γνώρισε.
«Από εκεί που ήταν γεμάτο χρώματα από υφάσματα και φως, αν πας από εκεί πια είναι έξι στόρια κατεβασμένα», λέει.
Επισκέπτες από την άλλη άκρη του κόσμου
Την ίδια ώρα επισκέπτες από διαφορετικές χώρες μπαίνουν στο Μπεζεστένι, βλέπουν τις παλιές μηχανές και κοντοστέκονται στο τυπογραφείο. Και κάπως έτσι ο τυπογράφος καταλήγει πολλές φορές να γίνεται και… ξεναγός.
«Οι τουρίστες κοντοστέκονται, βλέπουν, ρωτάνε, οπότε είμαστε και λίγο ξεναγοί», λέει γελώντας.
Πέρυσι, ένας Ιάπωνας σκιτσογράφος πέρασε την πόρτα του μαγαζιού έχοντας ακούσει γι’ αυτό χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.
«Μου λέει “έχω έρθει γιατί μια Ελληνίδα είχε έρθει στην Ιαπωνία και μου είπε, άμα πας στη Θεσσαλονίκη πήγαινε στο τυπογραφείο”. Και του λέω, “αφού στην Ιαπωνία έμαθες από Ελληνίδα για να έρθεις να μας επισκεφτείς, τιμή μας”».
Μία άλλη επισκέπτρια, από την Ταϊλάνδη, μπήκε στον χώρο στο πλαίσιο ενός ταξιδιού για έκθεση και τελικά επέστρεψε για τρεις ημέρες, φωτογραφίζοντας ανθρώπους και αντικείμενα.
«Μπήκε μέσα, μαγεύτηκε και άρχισε να ρωτάει. Τελικά ήταν τρεις μέρες εδώ μέσα», θυμάται.

Και αυτή, όπως παραδέχεται, είναι ίσως μία από τις μεγαλύτερες ανταμοιβές, ότι άνθρωποι που επιστρέφουν στις χώρες τους εξακολουθούν να στέλνουν φωτογραφίες και μηνύματα. «Αυτό βασικά είναι καλύτερη ανταπόδοση. Δεν χρειάζεται να με πληρώσει ο άλλος ή να μου πάρει κάρτα».
Το come back της παλιάς τυπογραφίας
Μέσα σε όλες αυτές τις αλλαγές υπάρχει και ένα μικρό… plot twist.
Η τεχνολογία που κάποτε φάνταζε να εξαφανίζει την παραδοσιακή τυπογραφία, βρήκε απέναντί της κάποιους που προτιμούν τεχνικές αλά παλαιά. Ένα κομμάτι του νεότερου κοινού αρχίζει να αναζητά ξανά τις παλιές τεχνικές.
«Κάνουμε όλους τους τρόπους εκτύπωσης, από τους πιο παλιούς μέχρι το καινούργιο, το ψηφιακό. Υπάρχει ζήτηση πάλι στο παλιό. Οπότε συνδυάζουμε την παλιά τεχνολογία εκτύπωσης με την καινούργια», εξηγεί.
Στο μυαλό του υπάρχουν ήδη ιδέες για χειροποίητες δημιουργίες, καρτ ποστάλ, ημερολόγια και άλλες εκτυπώσεις που θα μπορούσαν να δώσουν μία διαφορετική συνέχεια στην επιχείρηση.
Θα μπορούσε, άραγε, αυτό το εγχείρημα να βρει στέγη κάπου αλλού;
Ο Χρήστος Χατζηλάρης είναι κατηγορηματικός.
«Εγώ θα το ήθελα μέσα στο Μπεζεστένι. Γιατί μέσα στο Μπεζεστένι είναι ο κόσμος μας».

Και η τέταρτη γενιά;
Ο ίδιος δεν βιάζεται να απαντήσει. Η κόρη του είναι μόλις 12 ετών και -όπως ακριβώς οι δικοί του γονείς δεν τον πίεσαν να ακολουθήσει την οικογενειακή επιχείρηση- έτσι και εκείνος δεν επιθυμεί να προδιαγράψει τη δική της πορεία.
Άλλωστε γνωρίζει καλύτερα από πολλούς πόσο έχει αλλάξει το επάγγελμα και πόσο δύσκολο είναι πλέον ακόμη και να βρεθεί ένας νέος άνθρωπος που γνωρίζει την τέχνη.
Για την ώρα, πάντως, το ερώτημα της τέταρτης γενιάς μπορεί να περιμένει.
Στο Μπεζεστένι η τρίτη βρίσκεται ακόμη καθημερινά πίσω από τις μηχανές, η δεύτερη περνά ακόμη για να δει «τι γίνεται» και ένα τυπογραφείο που γνώρισε διαφορετικές εποχές της Θεσσαλονίκης εξακολουθεί να προσαρμόζεται.
Και ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που παραμένει ακόμη ανοιχτό.