Γυναίκα, στρες και αυτοάνοσα

Γυναίκα, στρες και αυτοάνοσα
unsplash

Τα αυτοάνοσα νοσήματα είναι χρόνιες παθήσεις του ανοσοποιητικού συστήματος, στις οποίες ο οργανισμός επιτίθεται σε υγιείς ιστούς. Δεν πρόκειται για μία ενιαία ασθένεια, αλλά για ένα σύνολο διαφορετικών καταστάσεων, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και η θυρεοειδίτιδα Hashimoto, που μπορεί να επηρεάζουν διαφορετικά όργανα και συστήματα.

Ένα από τα πιο σταθερά ευρήματα της ιατρικής έρευνας είναι ότι τα αυτοάνοσα εμφανίζονται συχνότερα στις γυναίκες. Η διαφοροποίηση αυτή δεν αφορά μία μόνο νόσο ούτε εξηγείται από έναν ενιαίο μηχανισμό, αλλά επαναλαμβάνεται σε μεγάλο εύρος κλινικών περιπτώσεων.

Η επιστημονική προσέγγιση τα αντιμετωπίζει ως πολυπαραγοντικά νοσήματα. Ορμονικοί μηχανισμοί φαίνεται να επηρεάζουν τη λειτουργία του ανοσοποιητικού, καθώς οι γυναικείες ορμόνες σχετίζονται με τη ρύθμιση της ανοσολογικής απόκρισης. Παράλληλα, η ύπαρξη δύο Χ χρωμοσωμάτων συνδέεται με πιο σύνθετη γονιδιακή ρύθμιση σε γονίδια που εμπλέκονται στην άμυνα του οργανισμού. Σε αυτά προστίθενται περιβαλλοντικοί παράγοντες, οι οποίοι μελετώνται ως μέρος της συνολικής εικόνας, χωρίς όμως να δίνουν μία ενιαία εξήγηση.

Αυτό που χαρακτηρίζει περισσότερο τα αυτοάνοσα δεν είναι μόνο η αιτιολογία τους, αλλά η πορεία τους στον χρόνο. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν ακολουθούν σταθερή εξέλιξη. Εμφανίζουν περιόδους έξαρσης και ύφεσης, με τα συμπτώματα να μεταβάλλονται σε ένταση και μορφή.

Έτσι, η εμπειρία της νόσου δεν ταυτίζεται πάντα με μια σταθερή κλινική εικόνα. Υπάρχουν περίοδοι όπου τα συμπτώματα είναι έντονα και άλλες όπου υποχωρούν, χωρίς πάντα να υπάρχει ξεκάθαρη προβλεψιμότητα.

Σε κλινικό επίπεδο, η διάγνωση και η παρακολούθηση βασίζονται σε εξετάσεις, δείκτες φλεγμονής και κλινική εκτίμηση. Ωστόσο, δεν αποτυπώνεται πάντα όλο το εύρος της εμπειρίας μέσα σε αυτούς τους δείκτες. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου τα συμπτώματα είναι υπαρκτά στην καθημερινότητα χωρίς αντίστοιχη εργαστηριακή ένδειξη, και άλλες όπου η εικόνα των εξετάσεων δεν αντανακλά πλήρως την υποκειμενική εμπειρία.

Αυτή η απόσταση ανάμεσα στην ιατρική καταγραφή και στην εμπειρία αποτελεί συχνό χαρακτηριστικό των αυτοάνοσων νοσημάτων και επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτό το σώμα: όχι ως σταθερή κατάσταση, αλλά ως κάτι που επανεκτιμάται διαρκώς.

Σε αυτό το πεδίο, έχει διατυπωθεί και μια πιο διευρυμένη οπτική, όπως αυτή του Gabor Maté, ο οποίος έχει συνδέσει τη μελέτη των χρόνιων νοσημάτων με τον ρόλο του παρατεταμένου στρες και των εμπειριών ζωής στη ρύθμιση του οργανισμού. Η προσέγγιση αυτή δεν αποτελεί την κυρίαρχη ιατρική ερμηνεία, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πεδίο έρευνας που εξετάζει τη σχέση νευρικού και ανοσοποιητικού συστήματος.

Η επιστημονική κοινότητα, πάντως, δεν αποδίδει τα αυτοάνοσα σε έναν ψυχολογικό ή κοινωνικό παράγοντα. Αναγνωρίζει όμως ότι το στρες μπορεί να επηρεάζει τη λειτουργία του οργανισμού μέσα από βιολογικούς μηχανισμούς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποτελεί από μόνο του αιτία εμφάνισης της νόσου.

Τελικά, τα αυτοάνοσα στις γυναίκες δεν συγκροτούν μια ενιαία αφήγηση. Είναι ένα πεδίο όπου βιολογικοί, γενετικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες συνυπάρχουν, ενώ η εμπειρία της νόσου δεν παραμένει σταθερή αλλά μεταβάλλεται στον χρόνο.

Και ίσως αυτό είναι το πιο χαρακτηριστικό τους στοιχείο: ότι δεν επιτρέπουν μία μόνο, οριστική εκδοχή του σώματος.