Αντώνης Τουμανίδης στο TheOpinion: «Σκέφτομαι πολύ οπτικά – Οι σκηνές στα βιβλία μου χτίζονται σχεδόν κινηματογραφικά»

Ο συγγραφέας μάς μιλά για την προσπάθεια του να επανασυστήσει στο κοινό τον αυθεντικό, πιο σκοτεινό Άντερσεν αλλά και μας συστήνει στο νέο του βιβλίο «Αχ Μαρία»

Αντώνης Τουμανίδης στο TheOpinion: «Σκέφτομαι πολύ οπτικά – Οι σκηνές στα βιβλία μου χτίζονται σχεδόν κινηματογραφικά»

Ο Αντώνης Τουμανίδης μιλά στο TheOpinion, για την έμπνευση πίσω από το βιβλίο Άντερσεν, τη σχέση του με τα παραμύθια, τη δύναμη του τρόμου στη λογοτεχνία, αλλά και για τις νέες δημιουργικές του συνεργασίες και τα επόμενα σχέδιά του.

Ο Αντώνης Τουμανίδης ανήκει στους δημιουργούς που κινούνται με άνεση ανάμεσα στη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο και την τέχνη της αφήγησης.

Με σπουδές στην ιστορία της τέχνης, την αρχαιολογία, τον κινηματογράφο και τη θρησκειολογία σε Ελλάδα και Γαλλία, αλλά και με σημαντική πορεία ως βραβευμένος σεναριογράφος και παραγωγός, έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα ιδιαίτερο συγγραφικό σύμπαν, όπου το σκοτάδι, το μυστήριο και η ανθρώπινη ψυχολογία συνυπάρχουν με κινηματογραφική ένταση. Παράλληλα, συνεχίζει να δραστηριοποιείται σε σημαντικά εκδοτικά πρότζεκτ, ενώ σύντομα αναμένεται και η κυκλοφορία του βιβλίου «Αχ Μαρία», που συνυπογράφει με τον Γιάννης Ζουγανέλης.

Αφορμή για τη συζήτησή μας στάθηκε το νέο του βιβλίο «Άντερσεν», το πρώτο μέρος της «τριλογίας των δολοφόνων», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Ένα μυθιστόρημα που παντρεύει το αστυνομικό μυστήριο με τη σκοτεινή πλευρά των παραμυθιών του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα τρόμου και αγωνίας που δύσκολα αφήνει τον αναγνώστη να πάρει ανάσα. Μέσα από μια ιστορία γεμάτη συμβολισμούς, τελετουργικά εγκλήματα και αναφορές στα κλασικά παραμύθια, ο συγγραφέας επιχειρεί να επανασυστήσει στο κοινό τον αυθεντικό, πιο σκοτεινό Άντερσεν.

Πώς ξεκίνησε η σχέση σας με τη συγγραφή και τι ήταν αυτό που σας ώθησε να γράψετε αστυνομική λογοτεχνία;

Από παιδί θυμάμαι τον εαυτό μου να ζει μέσα στις ιστορίες. Διάβαζα μανιωδώς και πολύ γρήγορα κατάλαβα πως δεν μου αρκεί να είμαι μόνο αναγνώστης. Ήθελα να δημιουργήσω τους δικούς μου κόσμους. Η συγγραφή ήταν, σχεδόν εξαρχής, ένας τρόπος να δώσω μορφή στους φόβους, στις αγωνίες και στις σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης που πάντοτε με γοήτευαν. Ο τρόμος ήταν το είδος που με κέρδισε πρώτο, γιατί θεωρώ πως είναι ίσως ο πιο ειλικρινής καθρέφτης του ανθρώπου. Ο τρόμος δεν μιλά, απλώς, για τέρατα που κρύβονται κάτω από το κρεβάτι αλλά για εκείνα που κρύβονται μέσα μας: τη μοναξιά, την απώλεια, την εμμονή, τον φόβο του θανάτου, το κακό που πολλές φορές γεννιέται μέσα στην ίδια την ανθρώπινη ψυχή. Ταυτόχρονα, όμως, αγαπώ βαθιά και την αστυνομική λογοτεχνία γιατί μου επιτρέπει να χτίζω μυστήριο, ένταση και να εξερευνώ τον άνθρωπο μέσα από ακραίες συνθήκες. Και φυσικά αγαπώ το παραμύθι: αυτό το σπουδαίο και συχνά παρεξηγημένο λογοτεχνικό είδος που κάποτε ήταν πολύ πιο σκοτεινό, βίαιο και αληθινό απ’ όσο το θυμόμαστε σήμερα. Νομίζω πως κάπου εκεί συναντιούνται όλα όσα γράφω: ο τρόμος, το αστυνομικό μυστήριο και το παραμύθι. Τρία διαφορετικά μονοπάτια που, στην πραγματικότητα, οδηγούν στο ίδιο μέρος − στην ανάγκη του ανθρώπου να κοιτάξει κατάματα το σκοτάδι του και να βρει νόημα μέσα σε αυτό.

Οι σπουδές σας στην ιστορία της τέχνης, τον κινηματογράφο και τη θρησκειολογία επηρεάζουν τον τρόπο που χτίζετε τις ιστορίες σας;

Σαφέστατα. Νομίζω πως κάθε μου σπουδή έχει αφήσει το αποτύπωμά της στον τρόπο που γράφω. Η ιστορία της τέχνης με δίδαξε τη δύναμη των συμβόλων και της εικόνας. Ο κινηματογράφος με έκανε να σκέφτομαι σκηνικά, ρυθμό, παύσεις, ένταση − πολλές φορές «βλέπω» μια σκηνή πριν τη γράψω. Και η θρησκειολογία με έφερε σε επαφή με μύθους, τελετουργίες και με τις πιο αρχέγονες ανθρώπινες αγωνίες: τον φόβο του θανάτου, την ανάγκη για πίστη, τη σύγκρουση ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Όλα αυτά, συνειδητά ή ασυνείδητα, περνούν μέσα στις ιστορίες μου.

Γιατί επιλέξατε τον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν ως κεντρική έμπνευση για το νέο σας βιβλίο;

Ήθελα να αποτίσω έναν φόρο τιμής, με τον δικό μου ξεχωριστό τρόπο, στον παραμυθά των παραμυθάδων, στον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Ήθελα να ξαναγνωρίσει το κοινό τα παραμύθια του στην αρχική τους πρωτόλεια μορφή και ταυτόχρονα να τα συνδυάσω με το μυστήριο και την ένταση της αστυνομικής λογοτεχνίας – με τον τρόμο πάντα να ελλοχεύει. Ο Άντερσεν δεν έγραφε «αθώες» ιστορίες. Στα παραμύθια του υπάρχει μοναξιά, απώλεια, θυσία, φόβος και συχνά μια βαθιά υπαρξιακή μελαγχολία. Αυτή ακριβώς η πλευρά του με συγκίνησε και με γοήτευσε δημιουργικά. Ήθελα, κατά κάποιον τρόπο, να συνομιλήσω μαζί του.

Το «Άντερσεν» συνδυάζει παραμύθι, τρόμο και αστυνομικό μυστήριο. Πόσο δύσκολο ήταν να ισορροπήσετε αυτά τα στοιχεία;

Ήταν ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση του βιβλίου. Όταν συνδυάζεις τόσο διαφορετικά είδη, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος το ένα να «καταπιεί» το άλλο. Έπρεπε, λοιπόν, να βρεθεί μια λεπτή ισορροπία: το παραμύθι να μην χάσει τη μαγεία και τη συμβολική του δύναμη, το αστυνομικό κομμάτι να διατηρήσει την ένταση και το μυστήριο, και ο τρόμος να λειτουργήσει οργανικά και όχι ως φθηνό τέχνασμα αλλά ως διαρκής αίσθηση απειλής. Δούλεψα πάνω στην ατμόσφαιρα και στον ρυθμό του βιβλίου ώστε αυτά τα τρία στοιχεία να συνυπάρχουν φυσικά.

Τι θα λέγατε ότι κάνει το βιβλίο διαφορετικό από ένα κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα;

Ο «Άντερσεν» δεν είναι απλώς ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Είναι ένα παραμύθι, μεταμορφωμένο σε αστυνομική ιστορία, που εισάγει ποικίλα στοιχεία τρόμου. Η μεγαλύτερη πρόκληση βρίσκεται όχι στο να μην χαθεί η ποιητική ανάσα του παραμυθιού ή να μη μαλακώσει η αγωνία του εγκλήματος. Και τα δύο στοιχεία υπάρχουν. Η πρόκληση εντοπίζεται στο να «βαδίσουν» χέρι χέρι.

Υπάρχει κάποιο παραμύθι του Άντερσεν που σας σημάδεψε περισσότερο και επηρέασε την ιστορία;

«Η Σκιά». Είναι μια από τις λιγότερο γνωστές ιστορίες του «παραμυθά των παραμυθάδων».  Ας μου επιτραπεί να μην αναφέρω περισσότερα. Ο αναγνώστης θα έχει την ευκαιρία να την ανακαλύψει μέσα στις σελίδες του βιβλίου.

Το βιβλίο περιγράφεται ως το πρώτο μέρος της «τριλογίας των δολοφόνων». Να περιμένουμε κοινά στοιχεία και στα επόμενα βιβλία;

Η συγγραφή του πρώτου μέρους μιας τριλογίας είναι, από μόνη της, μια ιδιαίτερη πρόκληση, γιατί καλείσαι να ισορροπήσεις ανάμεσα σε δύο διαφορετικές ανάγκες: από τη μια να προσφέρεις μια ολοκληρωμένη ιστορία και από την άλλη να ανοίξεις διακριτικά τον δρόμο για όσα θα ακολουθήσουν. Αναπόφευκτα, λοιπόν, υπάρχουν στοιχεία που μένουν σκόπιμα αναπάντητα − όχι ως παραλείψεις, αλλά ως «σπόροι» που θα ανθίσουν στη συνέχεια. Παρόλα αυτά, για μένα, ήταν πολύ σημαντικό το κάθε βιβλίο να μπορεί να διαβαστεί και αυτόνομα. Έτσι, το δεύτερο μέρος θα έχει τη δική του πλοκή, κορύφωση και λύση. Ωστόσο, θα υπάρχουν σαφείς αναφορές στον «Άντερσεν», μικρές γέφυρες που θα ενώνουν τα βιβλία μεταξύ τους. Κάποιοι χαρακτήρες θα κάνουν την επανεμφάνισή τους −έστω και για λίγο− λειτουργώντας σαν συνδετικοί κρίκοι και υπενθυμίζοντας ότι όλα ανήκουν στο ίδιο σύμπαν. Το τρίτο μέρος παρόλο που, επίσης, θα διατηρεί την αυτονομία του σε επίπεδο αφήγησης, θα έχει έναν επιπλέον ρόλο: εκείνον της κατακλείδας. Εκεί, η σύνδεση με τα προηγούμενα βιβλία δεν θα είναι απλώς παρούσα, θα είναι απαραίτητη και ουσιαστική. Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να δώσεις στον αναγνώστη την ικανοποίηση μιας ολοκληρωμένης εμπειρίας στο πρώτο μέρος ενώ, ταυτόχρονα, του δημιουργείς την επιθυμία να συνεχίσει το ταξίδι.

Πόση έρευνα χρειάστηκε για να δημιουργηθεί ο κόσμος και η ατμόσφαιρα του «Άντερσεν»;

Αρκετή. Και όχι μόνο σε επίπεδο πληροφοριών αλλά και σε επίπεδο «κατανόησης» κάποιων πραγμάτων. Δεν ήθελα απλώς να χρησιμοποιήσω τα παραμύθια του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν ως μια επιφανειακή αναφορά. Ήθελα να μπω μέσα στον κόσμο του, να κατανοήσω τη σκέψη του, τις αγωνίες του, ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο παρατηρούσε τους ανθρώπους και τα μέρη που επισκεπτόταν. Ξαναδιάβασα τα παραμύθια του, μελέτησα τα ταξιδιωτικά του κείμενα, τη ζωή του, τις εμμονές και τις μοναξιές του. Με ενδιέφερε να καταλάβω όχι μόνο τι έγραφε αλλά και γιατί το έγραφε. Παράλληλα, υπήρξε μεγάλη έρευνα γύρω από τις τοποθεσίες του βιβλίου, τις αστυνομικές διαδικασίες, την ιατροδικαστική προσέγγιση αλλά και τη λαογραφία και τους συμβολισμούς που διατρέχουν την ιστορία. Ήθελα κάθε τόπος και κάθε σκηνή να έχουν αληθοφάνεια και ατμόσφαιρα.

Τι ρόλο παίζει ο τρόμος στο βιβλίο; Είναι μέσο έντασης ή και ένας τρόπος να σχολιάσετε τη σύγχρονη κοινωνία;

Ο τρόμος στο «Άντερσεν» λειτουργεί σε πολλά επίπεδα. Προφανώς είναι ένα εργαλείο έντασης και ατμόσφαιρας − ήθελα ο αναγνώστης να νιώθει διαρκώς πως κάτι σκοτεινό καραδοκεί πίσω από τις σελίδες. Όμως δεν με ενδιέφερε ο τρόμος ως εύκολο σοκ ή ως αυτοσκοπός. Με ενδιαφέρει ο τρόμος που γεννιέται από τον άνθρωπο, από τις εμμονές του, τη βία που κρύβει μέσα του και συχνά αρνείται να αντικρίσει. Και ναι, πιστεύω πως ο τρόμος είναι και ένας τρόπος να μιλήσεις για τη σύγχρονη κοινωνία. Ζούμε σε μια εποχή όπου όλα μοιάζουν φωτεινά, γρήγορα και «αποστειρωμένα», αλλά κάτω από αυτή την επιφάνεια υπάρχει τεράστια αγωνία, αποξένωση και φόβος. Τα παραμύθια το γνώριζαν αυτό πολύ πριν από εμάς. Με έναν παράξενο τρόπο, λοιπόν, ο τρόμος στο «Άντερσεν» λειτουργεί σαν καθρέφτης: δεν μας δείχνει τέρατα που έρχονται απ’ έξω αλλά τέρατα που ίσως κουβαλάμε ήδη μέσα μας.

Έχετε ασχοληθεί με τον κινηματογράφο και τη σεναριογραφία. Όταν γράφετε, «βλέπετε» τις σκηνές σαν ταινία;

Αναπόφευκτα. Σκέφτομαι πολύ οπτικά. Οι σκηνές χτίζονται σχεδόν κινηματογραφικά − με ρυθμό, εικόνα, ένταση και φυσικά με το απαραίτητο μοντάζ. Ο «Άντερσεν» θα μπορούσε να υπάρξει και ως οπτικοακουστική αφήγηση, αλλά πρώτα έπρεπε να λειτουργήσει ως καθαρά συγγραφική εμπειρία.

Πρόσφατα συνεργαστήκατε με τον Γιάννη Ζουγανέλη στο βιβλίο «Αχ Μαρία». Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία;

Θεωρώ τον εαυτό μου πραγματικά πολύ τυχερό για αυτή τη συνεργασία. Ο Γιάννης Ζουγανέλης είναι ένας σπουδαίος καλλιτέχνης αλλά πάνω απ’ όλα είναι ένας άνθρωπος με γενναιοδωρία, ευαισθησία και αληθινή αγάπη για την τέχνη. Για μένα, το «Αχ Μαρία» δεν ήταν απλώς μια συνεργασία. Από μια ιδέα που μετουσιώθηκε σε πρόταση συνεργασίας οδηγήθηκα σε μια εμπειρία δημιουργικής συνύπαρξης με έναν άνθρωπο που κουβαλά δεκαετίες πολιτισμού, μουσικής, θεάτρου και σκέψης. Και ομολογώ πως ακόμη και σήμερα υπάρχουν στιγμές που σταματώ και σκέφτομαι πόσο όμορφο και απρόσμενο είναι να μπορώ να δημιουργώ δίπλα σε έναν καλλιτέχνη που θαυμάζω.

Τι διαφορετικό θα ανακαλύψει το κοινό στο «Αχ Μαρία» σε σχέση με τα προηγούμενα έργα σας;

Όπως προδίδει και ο τίτλος του βιβλίου μιλάμε για τη θρυλική παράσταση «Αχ Μαρία», στα Εξάρχεια, ψυχή της οποίας υπήρξε ο, σπουδαίος, Γιάννης Ζουγανέλης και που κυριολεκτικά στιγμάτισε τη δεκαετία του 1980 και έγινε το σημείο αναφοράς για δεκάδες άλλες παρόμοιες παραγωγές τα χρόνια που ακολούθησαν. Ταυτόχρονα, όμως, μιλάμε στο βιβλίο για την Ελλάδα των ονείρων, τις κοινωνικές παθογένειες, τη σάτιρα και το «καλύτερο αύριο» που ακόμα έρχεται.

Έχετε βρεθεί πίσω από σημαντικές εκδόσεις και βιογραφίες. Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο ως δημιουργό: η μυθοπλασία ή οι αληθινές ιστορίες;

Αυτό που, πάντα, μ’ ενδιαφέρει είναι η αφήγηση. Όχι απλώς ως τεχνική ή ως μέσο έκφρασης αλλά ως μια βαθύτερη ανάγκη να δώσουμε νόημα στον κόσμο γύρω μας. Είτε πρόκειται για ένα μυθιστόρημα, ένα σενάριο ή μια συνεργασία πάνω σε ένα βιβλίο άλλου δημιουργού, αυτό που με κινητοποιεί είναι πάντα ο πυρήνας της ιστορίας. Είτε γράφω κάτι δικό μου είτε συνομιλώ με το έργο κάποιου άλλου, αυτό που αναζητώ είναι αυτή η εσωτερική συγκίνηση. Κάθε εμπειρία τροφοδοτεί την επόμενη.

Πώς αισθάνεστε όταν βλέπετε το κοινό να ανταποκρίνεται τόσο έντονα στα βιβλία σας;

Είναι ίσως το πιο συγκινητικό κομμάτι αυτής της διαδρομής. Ένα βιβλίο, όσο προσωπικό κι αν είναι, όταν ολοκληρώνεται παύει να ανήκει αποκλειστικά στον συγγραφέα τη στιγμή που περνά στα χέρια των αναγνωστών. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από το να βλέπεις ανθρώπους να συγκινούνται, να τρομάζουν, να προβληματίζονται ή να βρίσκουν κομμάτια του εαυτού τους μέσα στις ιστορίες σου. Πάντοτε λέω πως δεν γράφω μόνο για εμένα. Γράφω για να επικοινωνήσω. Για να δημιουργηθεί αυτή η παράξενη, σχεδόν μυστική σύνδεση ανάμεσα σε έναν άνθρωπο που γράφει μόνος του και σε έναν άνθρωπο που, κάπου αλλού, διαβάζει μόνος του τις ίδιες λέξεις. Όταν, λοιπόν, βλέπω το κοινό να αγκαλιάζει τα βιβλία μου, αισθάνομαι βαθιά ευγνωμοσύνη αλλά και ευθύνη. Γιατί οι αναγνώστες είναι εκείνοι που τελικά δίνουν αληθινή ζωή σε μια ιστορία.

Τι θα θέλατε να μείνει στον αναγνώστη αφού κλείσει την τελευταία σελίδα του «Άντερσεν» αλλά και του νέου σας βιβλίου «Αχ Μαρία»;

Θα ήθελα να του μείνει πρώτα απ’ όλα ένα συναίσθημα. Στον «Άντερσεν» θα ήθελα να μείνει η αίσθηση πως τα παραμύθια δεν ήταν ποτέ τόσο αθώα όσο μάθαμε να πιστεύουμε. Πως μέσα στο σκοτάδι, στον φόβο και στον τρόμο κρύβονται συχνά βαθιές αλήθειες για τον άνθρωπο. Και ίσως, κλείνοντας το βιβλίο, ο αναγνώστης να κοιτάξει διαφορετικά όχι μόνο τα παραμύθια αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό. Στο «Αχ Μαρία», από την άλλη, θα ήθελα να μείνει η ανθρώπινη ζεστασιά, η συγκίνηση, η ανάγκη να κρατηθούμε από τις αναμνήσεις, τη μουσική, τους ανθρώπους και τις στιγμές που δίνουν νόημα στη ζωή μας. Αν τα βιβλία μου καταφέρνουν, έστω και για λίγο, να κάνουν κάποιον να αισθανθεί λιγότερο μόνος, τότε θεωρώ πως έχουν πετύχει τον σκοπό τους.