Η Μαρία Καρυστιανού, η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» της και η επιστροφή του ελληνικού αντισυστημισμού

Η Μαρία Καρυστιανού, η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» της και η επιστροφή του ελληνικού αντισυστημισμού

Το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού επιχειρεί να μετατρέψει το τραύμα των Τεμπών σε πολιτική ταυτότητα, ανασυνθέτοντας ένα διάχυτο κοινωνικό ρεύμα που παρέμενε χωρίς ενιαία εκπροσώπηση μετά το τέλος του αντιμνημονίου

 

Η ίδρυση της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία» από τη Μαρία Καρυστιανού δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία προσθήκη στον ήδη πολυκερματισμένο χώρο των μικρών κομμάτων διαμαρτυρίας. Για πρώτη φορά μετά το τέλος της μεγάλης αντιμνημονιακής περιόδου, εμφανίζεται ένα πολιτικό εγχείρημα που επιχειρεί να συνδέσει διαφορετικές μορφές κοινωνικής δυσπιστίας μέσα από ένα ενιαίο ηθικό και συναισθηματικό αφήγημα. Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η συζήτηση γύρω από το νέο κόμμα υπερβαίνει κατά πολύ την προσωπική διαδρομή της Καρυστιανού ή ακόμη και την ίδια την τραγωδία των Τεμπών.

Η υπόθεση των Τεμπών λειτούργησε ως σημείο συμπύκνωσης μιας ήδη υπάρχουσας κρίσης εμπιστοσύνης απέναντι στους θεσμούς. Για ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας, το δυστύχημα δεν εξέφρασε μόνο κρατική ανεπάρκεια αλλά κάτι βαθύτερο, δηλαδή την πεποίθηση ότι το πολιτικό σύστημα λειτουργεί με όρους ατιμωρησίας, συγκάλυψης και προστασίας των ισχυρών. Η Καρυστιανού, μέσα από τον δημόσιο ρόλο της ως μητέρας θύματος και ως συμβόλου επιμονής απέναντι στο κράτος, απέκτησε ένα σπάνιο ηθικό κεφάλαιο, το οποίο τώρα επιχειρεί να μετατρέψει σε πολιτική νομιμοποίηση.

Αυτό από μόνο του θα αρκούσε για να δώσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο εγχείρημα. Ωστόσο, όσα συνέβησαν στην ιδρυτική εκδήλωση, καθώς και τα πρόσωπα που επέλεξαν να συνδεθούν δημόσια μαζί του, δείχνουν ότι η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» επιδιώκει κάτι πολύ ευρύτερο. Στην πραγματικότητα, επιχειρεί να αποτελέσει τον νέο πολιτικό φορέα ενός διάχυτου αντισυστημικού χώρου, ο οποίος μετά το 2015 παρέμεινε κοινωνικά υπαρκτός αλλά πολιτικά κατακερματισμένος.

Από το αντιμνημόνιο στα Τέμπη και πάλι πίσω

Όποιος παρακολούθησε προσεκτικά την ιδρυτική εκδήλωση δύσκολα θα μπορούσε να αγνοήσει το πολιτισμικό και ιδεολογικό νήμα που ένωνε τα πρόσωπα τα οποία εμφανίστηκαν είτε δια ζώσης είτε μέσω βίντεο. Η παρουσία του Θανάση Αυγερινού, προσώπου με μακρόχρονη και σχεδόν οργανική σχέση με το ρωσικό γεωπολιτικό αφήγημα στην Ελλάδα, η συμμετοχή της Κατερίνας Μουτσάτσου που είχε συνδεθεί με το δραχμοφιλικό ΕΠΑΜ του Δημήτρη Καζάκη, αλλά και η εμφάνιση προσωπικοτήτων όπως η Μαρία Νεγρεπόντη Δελιβάνη, ο Σταύρος Καλεντερίδης ή εκπρόσωποι των Ελλήνων της Αγίας Πετρούπολης, συγκροτούν μια αρκετά αναγνωρίσιμη πολιτική γεωγραφία.

Πρόκειται για το οικοσύστημα που σχηματίστηκε μέσα στην κρίση της δεκαετίας του 2010 και το οποίο συνέδεσε το αντιμνημόνιο με τον εθνικό πατριωτισμό, την καχυποψία προς τη Δύση, τη δυσπιστία απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την αντίληψη ότι η Ελλάδα βρίσκεται υπό ένα ιδιότυπο καθεστώς εξάρτησης. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον συνυπήρξαν πρώην αριστεροί αντιπαγκοσμιοποιητές, δεξιοί πατριώτες, θεωρίες γεωπολιτικής περικύκλωσης, εναλλακτικά μέσα ενημέρωσης, θρησκευτικοί κύκλοι και ένα βαθύ αντικομματικό συναίσθημα.

Η ίδια η επιλογή των προσώπων αποκάλυψε και κάτι ακόμη. Το κόμμα της Καρυστιανού επιχειρεί να συνομιλήσει με ένα κοινωνικό μπλοκ που αισθάνεται ότι μετά την ήττα του αντιμνημονίου δεν εκπροσωπήθηκε ουσιαστικά ποτέ ξανά. Τα πρόσωπα που εμφανίστηκαν στην εκδήλωση παρέπεμπαν σε έναν χώρο ο οποίος δεν ορίζεται αποκλειστικά από τη διάκριση Αριστεράς και Δεξιάς αλλά από μία πολύ ευρύτερη αντίθεση ανάμεσα στον «λαό» και σε ένα σύστημα εξουσίας που θεωρείται αποκομμένο, εξαρτημένο και ηθικά έκπτωτο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και το ίδιο το κοινό που παρακολούθησε την εκδήλωση. Παρά τη μεγάλη δημοσιότητα γύρω από το όνομα της Καρυστιανού, η προσέλευση υπήρξε μάλλον περιορισμένη σε σχέση με τις αρχικές προσδοκίες, ενώ η κοινωνική και πολιτική φυσιογνωμία όσων βρέθηκαν εκεί έδινε αρκετές ενδείξεις για το πραγματικό ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται το εγχείρημα.

Στην αίθουσα κυριαρχούσαν πρόσωπα μεγαλύτερων ηλικιών, άνθρωποι που είχαν πολιτικοποιηθεί μέσα από το αντιμνημόνιο, το Μακεδονικό ή αργότερα μέσα από την πανδημία και τις θεωρίες περί συστημικής χειραγώγησης. Υπήρχε έντονη παρουσία ενός πατριωτικού υπερσυντηρητικού χώρου που συνδυάζει την εθνική καχυποψία με τη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς, τα ΜΜΕ και τις δυτικές κυβερνήσεις. Ταυτόχρονα, όμως, ήταν ορατό και ένα πιο απολιτίκ κοινό, το οποίο δεν προσεγγίζει την πολιτική μέσα από συγκροτημένη ιδεολογία αλλά μέσα από συναισθηματική ταύτιση, ηθική αγανάκτηση και ανάγκη τιμωρίας του «συστήματος».

Αυτή η συνύπαρξη έχει ιδιαίτερη σημασία. Το κοινό της εκδήλωσης δεν θύμιζε κλασικό κομματικό ακροατήριο με σαφή πολιτική κουλτούρα και ιδεολογική πειθαρχία. Έμοιαζε περισσότερο με συνάθροιση διαφορετικών μορφών κοινωνικής δυσπιστίας που βρήκαν κοινό σημείο αναφοράς στο πρόσωπο της Καρυστιανού και στην υπόθεση των Τεμπών. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η ιδιαιτερότητα του νέου κόμματος. Δεν αντλεί τη δύναμή του από ένα σαφές πολιτικό πρόγραμμα αλλά από μία διάχυτη αίσθηση ηθικής κατάρρευσης του πολιτικού συστήματος.

Το σημαντικό στοιχείο είναι ότι το νέο κόμμα δεν εμφανίζεται ως κλασικός ιδεολογικός σχηματισμός. Δεν διαθέτει ακόμη συνεκτική οικονομική θεωρία, σαφή τοποθέτηση για την παραγωγική ανασυγκρότηση ή ολοκληρωμένο σχέδιο διακυβέρνησης. Η συνοχή του είναι πρωτίστως ηθική και συναισθηματική. Το βασικό πολιτικό του μήνυμα περιστρέφεται γύρω από την ιδέα ότι η δημοκρατία έχει αλλοιωθεί από ένα κλειστό σύστημα εξουσίας το οποίο λειτουργεί χωρίς λογοδοσία.

Αυτό εξηγεί γιατί μπορούν να συνυπάρχουν τόσο διαφορετικές αναφορές κάτω από την ίδια πολιτική στέγη. Η κοινή συνισταμένη δεν είναι η κλασική ιδεολογία αλλά η δυσπιστία. Δυσπιστία προς τα κόμματα, προς τα ΜΜΕ, προς τους θεσμούς, προς τη Δικαιοσύνη, προς την Ευρώπη, ακόμη και προς το ίδιο το δυτικό πολιτικό μοντέλο.

Σε αυτό το επίπεδο, η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» μοιάζει περισσότερο με πολιτικό δοχείο συλλογικής αγανάκτησης παρά με παραδοσιακό κόμμα. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η δύναμή της.

Η Θεσσαλονίκη ως εκλογικό battleground και ως πολιτικός συμβολισμός

Η επιλογή της Θεσσαλονίκης για την ανακοίνωση της ίδρυσης του κόμματος είχε ιδιαίτερη σημασία. Η πόλη λειτουργεί εδώ και χρόνια ως το βασικό πολιτικό και πολιτισμικό κέντρο του ελληνικού αντισυστημικού πατριωτισμού. Εκεί αναπτύχθηκαν ισχυρά δίκτυα του αντιμνημονίου, εκεί κορυφώθηκαν τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό και από εκεί προέρχονται σχεδόν όλα τα κόμματα που βρίσκονται σήμερα στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας.

Η Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου, η Νίκη του Δημήτρη Νατσιού και η Φωνή Λογικής της Αφροδίτης Λατινοπούλου αντλούν μεγάλο μέρος της δύναμής τους από τη Βόρεια Ελλάδα, όπου η πολιτική κουλτούρα διαμορφώνεται συχνά γύρω από ένα μείγμα λαϊκού συντηρητισμού, πατριωτισμού, θρησκευτικής ευαισθησίας και δυσπιστίας απέναντι στο «αθηναϊκό σύστημα».

Η Καρυστιανού φαίνεται να επιδιώκει ακριβώς τη διείσδυση σε αυτόν τον χώρο. Όχι όμως με τον τρόπο που το έκαναν οι προηγούμενοι πολιτικοί σχηματισμοί. Ο Βελόπουλος στηρίχθηκε στον τηλεοπτικό λαϊκισμό και στη γεωπολιτική ρητορική. Η Νίκη επένδυσε στην ορθόδοξη συντηρητική ταυτότητα και στην παραεκκλησιαστική δικτύωση. Η Λατινοπούλου αξιοποίησε τον ψηφιακό αντιwoke λόγο και την αισθητική του σύγχρονου δεξιού culture war.

Η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» πατά σε διαφορετικό έδαφος. Το βασικό της καύσιμο είναι το ηθικό τραύμα. Τα Τέμπη λειτουργούν ως σύμβολο κρατικής αποτυχίας, ατιμωρησίας και πολιτικής αποσύνθεσης. Αυτό της επιτρέπει να απευθύνεται ταυτόχρονα σε κοινά που υπό άλλες συνθήκες δύσκολα θα συνυπήρχαν πολιτικά.

Υπάρχει όμως και μία ακόμη παράμετρος. Η Θεσσαλονίκη έχει εξελιχθεί σε χώρο όπου η αντισυστημική ψήφος αποκτά συχνά πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Δεν πρόκειται μόνο για διαφωνία με την εκάστοτε κυβέρνηση αλλά για βαθύτερη αίσθηση ότι η χώρα χάνει την εθνική και κοινωνική της συνοχή. Η έντονη παρουσία προσώπων με αναφορές στη Ρωσία, στα εθνικά ζητήματα ή στην αντιπαγκοσμιοποίηση δείχνει ότι το κόμμα επιχειρεί να συνδεθεί ακριβώς με αυτή τη συναισθηματική και πολιτισμική διάσταση.

Ταυτόχρονα βέβαια, η περιορισμένη μαζικότητα της εκδήλωσης λειτουργεί και ως υπενθύμιση των αντικειμενικών ορίων του εγχειρήματος. Παρά τον τεράστιο συμβολισμό που διαθέτει η Καρυστιανού, το κοινωνικό ρεύμα που μετατρέπεται σε πραγματική οργανωμένη πολιτική κινητοποίηση παραμένει ακόμη σχετικά στενό. Υπάρχει σαφής διαδικτυακή απήχηση, υψηλή συναισθηματική φόρτιση και διάχυτη συμπάθεια, αλλά αυτό δεν μεταφράζεται αυτόματα σε μαζικό πολιτικό κίνημα.

Η εικόνα του ακροατηρίου έδειξε επίσης κάτι ουσιαστικότερο. Η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» φαίνεται να συσπειρώνει κυρίως ανθρώπους που αισθάνονται ήδη αποξενωμένοι από την κυρίαρχη πολιτική και πολιτισμική πραγματικότητα. Σε αρκετές περιπτώσεις επρόκειτο για πολίτες που εδώ και χρόνια κινούνται ανάμεσα σε εναλλακτικά μέσα ενημέρωσης, αντισυστημικά δίκτυα ή πολιτικούς χώρους χαμηλής θεσμικής εμπιστοσύνης. Αυτό δίνει στο κόμμα μία ισχυρή αντικαθεστωτική ταυτότητα, αλλά ταυτόχρονα δυσκολεύει τη διεύρυνση προς πιο μετριοπαθή κοινωνικά στρώματα.

Το εκλογικό ταβάνι και ο κίνδυνος της ροπής στη γραφικότητα

Το κρίσιμο ερώτημα αφορά πλέον τις πραγματικές προοπτικές του εγχειρήματος. Μπορεί ένα τέτοιο κόμμα να αποκτήσει σταθερή πολιτική παρουσία ή θα ακολουθήσει την πορεία πολλών προσωποκεντρικών σχηματισμών που ξεκίνησαν με δυναμική και κατέληξαν στην περιθωριοποίηση;

Η αλήθεια είναι ότι η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» διαθέτει ήδη ένα σχετικά ορατό ταβάνι. Το κοινό στο οποίο απευθύνεται βρίσκεται κυρίως μέσα σε ένα ευρύτερο αντισυστημικό φάσμα που στην Ελλάδα κυμαίνεται περίπου μεταξύ 10% και 15%. Πρόκειται για πολίτες που κινούνται ανάμεσα στην αποχή, στα μικρά δεξιά κόμματα, σε διάφορες μορφές αντικυβερνητικής ψήφου ή σε ευκαιριακές πολιτικές ταυτίσεις.

Το πλεονέκτημα της Καρυστιανού είναι ότι μπορεί να λειτουργήσει ενοποιητικά μέσα σε αυτό το πεδίο, επειδή διαθέτει κάτι που λείπει από τους περισσότερους αντισυστημικούς αρχηγούς, δηλαδή ηθική αξιοπιστία και κοινωνική συμπάθεια πέρα από τον στενό κομματικό πυρήνα. Ακόμη και πολίτες που διαφωνούν με πρόσωπα του περιβάλλοντός της διστάζουν να της επιτεθούν πολιτικά με τον τρόπο που θα επιτίθεντο σε έναν τυπικό λαϊκιστή πολιτικό.

Αυτό όμως δεν αρκεί για μακροχρόνια πολιτική σταθεροποίηση. Τα προσωποκεντρικά κόμματα διαμαρτυρίας έχουν σχεδόν πάντα το ίδιο δομικό πρόβλημα. Όσο λειτουργούν ως γενική πλατφόρμα αγανάκτησης μπορούν να συσπειρώνουν ετερόκλητες ομάδες. Από τη στιγμή όμως που αναγκάζονται να συγκεκριμενοποιήσουν πρόγραμμα και πολιτικές θέσεις, οι εσωτερικές αντιφάσεις αρχίζουν να γίνονται εμφανείς.

Στην περίπτωση της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία» οι αντιφάσεις είναι ήδη ορατές. Μέσα στο ακροατήριό της συνυπάρχουν αντιμνημονιακοί οικονομικοί εθνικιστές, πατριωτικοί συντηρητικοί, φιλορωσικά κοινά, θρησκευτικοί κύκλοι, αντικομματικοί πολίτες χωρίς σαφή ιδεολογία, ακόμη και άνθρωποι που κινούνται κοντά σε συνωμοσιολογικές αντιλήψεις. Η συναισθηματική ενότητα αυτών των ομάδων μπορεί να λειτουργήσει για ένα διάστημα, όμως η πολιτική ενοποίησή τους είναι πολύ δυσκολότερη υπόθεση.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται και ο μεγάλος κίνδυνος της γραφικότητας. Αν το κόμμα αρχίσει να κυριαρχείται από ακραίες περσόνες, υπερβολικές θεωρίες ή πολιτικό ερασιτεχνισμό, τότε η ηθική υπεροχή που διαθέτει σήμερα μπορεί να φθαρεί γρήγορα. Η ελληνική πολιτική ιστορία είναι γεμάτη από σχηματισμούς που ξεκίνησαν ως φορείς γνήσιας κοινωνικής δυσαρέσκειας και κατέληξαν να αντιμετωπίζονται ως περιθωριακές υποκουλτούρες.

Το τελικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί κυρίως από δύο παράγοντες. Ο πρώτος αφορά το κατά πόσο η ίδια η Καρυστιανού θα επιλέξει να διατηρήσει αυστηρό έλεγχο στο πολιτικό και οργανωτικό περιβάλλον του κόμματος. Ο δεύτερος αφορά το αν θα επιδιώξει να παραμείνει φορέας ηθικής πίεσης προς το σύστημα ή αν θα επιχειρήσει να μετατραπεί σε ολοκληρωμένο κόμμα εξουσίας.

Σε κάθε περίπτωση, η εμφάνιση της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία» αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο για τη σημερινή ελληνική κοινωνία. Δείχνει ότι το αντισυστημικό ρεύμα της μεταμνημονιακής εποχής δεν εξαφανίστηκε ποτέ πραγματικά. Απλώς αναζητούσε ένα νέο συλλογικό τραύμα και ένα νέο πρόσωπο που θα μπορούσε να του δώσει πολιτική μορφή.