«Hokum»: Το folk horror που μετατρέπει το πένθος σε εφιάλτη (VIDEO)
Ο ΜακΚάρθι φαίνεται να ανήκει πλέον σε μια γενιά δημιουργών που αντιμετωπίζουν το horror ως εργαλείο υπαρξιακής και συναισθηματικής εξερεύνησης
Υπάρχουν ταινίες τρόμου που βασίζονται στην ένταση της στιγμής και άλλες που επιλέγουν να χτίσουν αργά μια αίσθηση υπόγειας ανησυχίας.
Το «Hokum» του Ντέμιαν ΜακΚάρθι ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία: ένα ατμοσφαιρικό folk horror που χρησιμοποιεί το μεταφυσικό όχι απλώς για να τρομάξει, αλλά για να μιλήσει για το τραύμα, τη μνήμη και την ενοχή.
Μετά το «Caveat» και την «Οντότητα», ο Ιρλανδός δημιουργός επιστρέφει στη γνώριμη κινηματογραφική του επικράτεια: απομονωμένα τοπία, σκοτεινά οικογενειακά μυστικά, λαογραφικοί θρύλοι και χαρακτήρες εγκλωβισμένοι ανάμεσα στο παρελθόν και στην ψυχική τους κατάρρευση.
Κεντρικός ήρωας είναι ο Ομ Μπάουμαν, ένας διάσημος αλλά συναισθηματικά διαλυμένος συγγραφέας τρόμου, τον οποίο υποδύεται ο Άνταμ Σκοτ. Ο Μπάουμαν ταξιδεύει σε ένα απομονωμένο ξενοδοχείο της ιρλανδικής επαρχίας, εκεί όπου οι γονείς του είχαν περάσει τον μήνα του μέλιτος, με σκοπό να σκορπίσει τις στάχτες τους και να ολοκληρώσει το τελευταίο του βιβλίο.
Από την πρώτη στιγμή, το Bilberry Woods Hotel μοιάζει να λειτουργεί σαν ένας ζωντανός οργανισμός. Η περίφημη γαμήλια σουίτα παραμένει κλειδωμένη, οι εργαζόμενοι συμπεριφέρονται αλλόκοτα και οι ιστορίες για μια μάγισσα που στοιχειώνει το μέρος δημιουργούν μια ατμόσφαιρα διαρκούς απειλής. Όταν μια νεαρή εργαζόμενη εξαφανίζεται μυστηριωδώς, ο Ομ αρχίζει να ερευνά το σκοτεινό παρελθόν του ξενοδοχείου, ερχόμενος ταυτόχρονα αντιμέτωπος με τις δικές του παιδικές μνήμες και ενοχές.
Το «Hokum» κινείται διαρκώς ανάμεσα στο ψυχολογικό δράμα και στο υπερφυσικό θρίλερ, αφήνοντας τον θεατή να αναρωτιέται αν όσα συμβαίνουν είναι πραγματικά ή αν αποτελούν αντανάκλαση του διαλυμένου εσωτερικού κόσμου του πρωταγωνιστή.
Ένα horror για την ενοχή και τη μνήμη
Η μεγαλύτερη δύναμη της ταινίας βρίσκεται στην ατμόσφαιρά της. Ο ΜακΚάρθι αποδεικνύει ξανά ότι γνωρίζει πώς να δημιουργεί τρόμο χωρίς να καταφεύγει αποκλειστικά στις εύκολες λύσεις. Οι διάδρομοι του ξενοδοχείου, οι σκοτεινοί χώροι, οι ήχοι που μοιάζουν να έρχονται από παντού και η φωτογραφία του Κολμ Χόγκαν χτίζουν ένα κλειστοφοβικό περιβάλλον που θυμίζει έντονα τη «Λάμψη» του Κιούμπρικ, χωρίς όμως να λειτουργεί ως απλή μίμηση.
Το folk horror εδώ δεν χρησιμοποιείται μόνο αισθητικά. Η ιρλανδική λαογραφία, οι μύθοι γύρω από μάγισσες και οι τοπικές δοξασίες μετατρέπονται σε προέκταση της ψυχολογίας του ήρωα. Το ξενοδοχείο δεν είναι απλώς στοιχειωμένο· είναι ένας χώρος όπου το πένθος, οι τύψεις και οι καταπιεσμένες μνήμες αποκτούν φυσική υπόσταση.
Ο Άνταμ Σκοτ δίνει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ερμηνείες της καριέρας του, αποφεύγοντας να κάνει τον Ομ «συμπαθή». Είναι κυνικός, απόμακρος και αυτοκαταστροφικός, ένας άνθρωπος που δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί την απώλεια και γι’ αυτό επιλέγει την αποξένωση.
Εκεί που το «Hokum» χάνει την ισορροπία του
Παρά τη σκηνοθετική ακρίβεια και την υποβλητική ατμόσφαιρα, το «Hokum» δεν καταφέρνει πάντα να στηρίξει τις μεγάλες φιλοδοξίες του. Το σενάριο ανοίγει συνεχώς νέες θεματικές διαδρομές – τη μάγισσα, το οικογενειακό τραύμα, την εξαφάνιση, τη σχέση τέχνης και ενοχής – χωρίς όμως να τις συνδέει απόλυτα οργανικά. Σε αρκετά σημεία η ταινία μοιάζει να ενδιαφέρεται περισσότερο για τη δημιουργία συναισθήματος παρά για τη συνοχή της αφήγησης. Ορισμένες αποκαλύψεις έρχονται βιαστικά, ενώ το φινάλε αφήνει την αίσθηση ότι ο ΜακΚάρθι επιλέγει τελικά τη συμβολική ασάφεια αντί για μια ουσιαστική δραματική κορύφωση. Και όμως, αυτή η ατέλεια είναι ίσως μέρος της γοητείας του φιλμ. Το «Hokum» δεν λειτουργεί ως παραδοσιακό horror που θέλει να εξηγήσει τα πάντα. Είναι περισσότερο μια εμπειρία αποσταθεροποίησης, μια ταινία που σε κρατά εγκλωβισμένο στο αίσθημα της αμφιβολίας και της ψυχικής φθοράς.
Η νέα γενιά του elevated horror συνεχίζει να κοιτάζει προς τα μέσα
Το ενδιαφέρον με το «Hokum» είναι ότι ακολουθεί τη σύγχρονη τάση του horror που μετατρέπει το τέρας σε ψυχολογική κατάσταση. Όπως συνέβη με ταινίες σαν το «Hereditary», το «The Witch» ή το «Saint Maud», ο τρόμος δεν βρίσκεται αποκλειστικά στο υπερφυσικό αλλά στην εσωτερική διάλυση των χαρακτήρων.
Ο ΜακΚάρθι φαίνεται να ανήκει πλέον σε μια γενιά δημιουργών που αντιμετωπίζουν το horror ως εργαλείο υπαρξιακής και συναισθηματικής εξερεύνησης. Και παρότι το «Hokum» δεν είναι απόλυτα συνεκτικό, επιβεβαιώνει ότι ο Ιρλανδός σκηνοθέτης διαθέτει μια σπάνια κινηματογραφική ταυτότητα: ξέρει να δημιουργεί εικόνες και ατμόσφαιρες που μένουν στο μυαλό πολύ μετά τους τίτλους τέλους. Το «Hokum» ίσως να μη γίνει η πιο ολοκληρωμένη horror ταινία της χρονιάς. Είναι όμως μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και αισθητικά ξεχωριστές. Και σε μια εποχή όπου ο κινηματογραφικός τρόμος συχνά αναλώνεται σε ανακυκλωμένα jumpscares και franchise νοσταλγίας, αυτό από μόνο του έχει σημασία.