Η Οδύσσεια και η επαπειλούμενη αντικατάστασή μας
Η διαμάχη για τη Λουπίτα Νιόνγκο στη νέα ταινία του Νόλαν αποκαλύπτει μια κοινωνία που δυσκολεύεται να ξεχωρίσει την φιλιστορία από την ανασφάλεια.
Το μεσημέρι της Παρασκευής, στην Αριστοτέλους και στην Τσιμισκή, οι νέοι που συνάντησε το The Opinion δεν συζητούσαν για τη σκηνοθεσία του Κρίστοφερ Νόλαν, ούτε για την ίδια την Οδύσσεια. Συζητούσαν για την Ωραία Ελένη. Για το αν η ωραία Λουπίτα Νιόνγκο μπορεί να ενσαρκώσει την αρχαία μορφή, για το αν χάνεται έτσι η αυθεντικότητα του μύθου, για το αν η Δύση ξαναγράφει βίαια την ιστορία της.
Περιττό να αναφερθεί πως οι ίδιοι άνθρωποι που εξοργίζονται για το χρώμα της επιδερμίδας μιας ηθοποιού δύσκολα θα ξεχώριζαν μια μυκηναϊκή πανοπλία από μια κλασική ή ελληνιστική. Δηλαδή η όλη συζήτηση δεν αφορά ούτε την αρχαιολογία, ούτε τον Όμηρο. Αφορά κάτι σαφώς βαθύτερο: τον φόβο απώλειας της πολιτιστικής μας ταυτότητας.
Ομολογουμένως, αν ο σκηνοθέτης είχε επιλέξει μια λευκή αλλά αισθητικά αδιάφορη ηθοποιό, το θέμα θα έχει περάσει μάλλον αθόρυβα. Δεν θα βλέπαμε οργισμένα threads στα social media, ούτε διαδικτυακές σταυροφορίες υπέρ σωτηρίας του… ελληνικού πνεύματος και κάλλους. Κανείς -πολιτικά εμμονικος- δισεκατομμυριούχος της Silicon Valley δεν θα αισθανόταν την ανάγκη να παρέμβει. Θα μιλούσαμε απλώς για ακόμη μία ελεύθερη κινηματογραφική διασκευή, ενδεχομένως άστοχη.
Ως γνωστόν, η ελληνική μυθολογία διασκευάζεται εδώ και δεκαετίες, κάτι που ισχύει και για τη σκανδιναβική και για την ινδική. Από τις υπερπαραγωγές της Τσινετσιτά και του Χόλιγουντ μέχρι τα κινούμενα σχέδια της Ντίσνεϊ, οι αρχαιοελληνικοί μύθοι μετατράπηκαν επανειλημμένα σε προϊόν ταιριαστό στη δυτική ποπ κουλτούρα. Σε εναλλακτικές θεατρικές παραστάσεις, οι αρχαίοι θεοί έχουν μιλήσει ξένες γλώσσες, βασιλιάδες έχουν παρουσιαστεί σαν σύγχρονοι πολιτικοί και μεγιστάνες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες σαν νέοι με εφηβικές αγωνίες, και σκοτεινές τραγωδίες σαν οικογενειακές διαμάχες της εποχής μας. Όπως προαναφέρθηκε, σε τέτοιες περιπτώσεις οι αντιδράσεις υπήρξαν περιορισμένες. Σήμερα είναι σχεδόν υστερικές. Όχι επειδή οι κοινωνίες έγιναν ξαφνικά πιο φιλομαθείς, αλλά επειδή έγιναν βαθύτατα ανασφαλείς.
Είναι γεγονός ότι μεγάλο μέρος των πολιτών της Δύσης ζει πλέον σε μια μόνιμη αίσθηση επικείμενης ανατροπής του στάτους κβο· ανατροπής δημογραφικής, πολιτισμικής, ακόμη και συμβολικής. Κατά συνέπεια, κάθε απροσδόκητο κινηματογραφικό casting αντιμετωπίζεται σαν εργαλείο προπαγάνδας. Η λεγόμενη woke agenda λειτουργεί ως πηγή κάθε φόβου, λογικού ή παράλογου. Δεν είναι τυχαίο ότι στα social media η συζήτηση για τη νέα «Ελένη» συνδέθηκε γρήγορα με τη γνωστή θεωρία περί «Μεγάλης Αντικατάστασης». Το ότι η εν λόγω θεωρία έχει σταθεί αδύνατο να αποδειχθεί, δεν έχει μειώσει την επιδραστικότητα της.
Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι όλα είναι αδιάφορα ή ότι κάθε ανησυχία είναι παράλογη. Στην όλη υπόθεση υπάρχει μια ουσιαστική παράμετρος που δεν έχει θιγεί αρκετά: η κρατική χρηματοδότηση. Όταν η Ελλάδα συμμετέχει οικονομικά σε μια διεθνή παραγωγή, δεν επενδύει παθητικά στον τουρισμό. Συμβάλει και στη διαμόρφωση μιας εικόνας για την ιστορική της συνέχεια. Πέραν της οικονομικής εξωστρέφειας, το Υπουργείο Πολιτισμού αξιοποιεί εδώ και δεκαετίες τον αρχαίο ελληνικό κόσμο ως εργαλείο ήπιας ισχύος απέναντι σε γεωπολιτικές αμφισβητήσεις στα Βαλκάνια και στο Αιγαίο. Άρα είναι λογικό να τίθενται ερωτήματα για το πώς απεικονίζονται μυθικά ή ιστορικά πρόσωπα, όταν η χώρα μας συμβάλλει χρηματοδοτικά.
Η σημερινή Ελλάδα έχει πολίτες, καλλιτέχνες και αθλητές αφρικανικής καταγωγής που αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης ταυτότητάς της. Εάν η περιπέτεια του Οδυσσέα μεταφερόταν στη σημερινή Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη, η παρουσία τους θα ήταν απολύτως φυσική. Στην Εποχή του Χαλκού όμως, η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική. Και η διαπίστωση αυτή δεν απορρέει ούτε από ρατσισμό, ούτε από θεωρίες συνωμοσίας. Απορρέει από το ιστορικό πλαίσιο όπου εντάσσεται η μυθολογία μας, κάτι που ισχύει για όλες τις μυθολογίες του πλανήτη.
Όσον αφορά την Οδύσσεια του Νόλαν, το κακό ξεκινά όταν μια κοινωνία παύει να συζητά ψύχραιμα και αρχίζει να βλέπει παντού εχθρούς και απειλές. Τότε ο σεβασμός στο χθες άνετα μετατρέπεται σε πεδίο διχασμού. Όσες κοινωνίες ζουν μόνιμα μέσα στο διχασμό, νομοτελειακά χάνουν την ικανότητα να υπερασπιστούν πραγματικά τον πολιτισμό τους.