«Backrooms»: Όταν το internet horror περνά στη μεγάλη οθόνη και η Gen Z φτιάχνει το δικό της σινεμά τρόμου (VIDEO)

Tη στιγμή που οι δημιουργοί του internet σταματούν να επηρεάζονται από το σινεμά και αρχίζουν να το επαναπροσδιορίζουν οι ίδιοι.

«Backrooms»: Όταν το internet horror περνά στη μεγάλη οθόνη και η Gen Z φτιάχνει το δικό της σινεμά τρόμου (VIDEO)

Υπήρχε μια εποχή που οι διαδικτυακοί αστικοί μύθοι έμεναν εγκλωβισμένοι σε forums, creepypasta αφηγήσεις και βιντεάκια χαμηλής ανάλυσης στο YouTube.

Το «Backrooms», όμως, δείχνει πως το internet horror δεν είναι πια ένα περιθωριακό ψηφιακό παιχνίδι για λίγους. Είναι πλέον κανονικό κινηματογραφικό είδος – και ίσως το πρώτο πραγματικά «Gen Z horror» που καταφέρνει να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη τους φόβους μιας γενιάς που μεγάλωσε μέσα στην ψηφιακή αποξένωση.

Ο μόλις 21 ετών Κέιν Πάρσονς, γνωστός από τα viral analog horror videos του στο YouTube, μετατρέπει το διάσημο διαδικτυακό φαινόμενο των “Backrooms” σε μια υποβλητική κινηματογραφική εμπειρία που δεν στηρίζεται στα συνηθισμένα jump scares, αλλά στην αίσθηση δυσφορίας, μοναξιάς και ψυχικής αποσύνθεσης. Και το εντυπωσιακό είναι πως, παρά την ηλικία και την απειρία του, σκηνοθετεί με αυτοπεποίθηση που δύσκολα συναντά κανείς ακόμη και σε πολύ πιο έμπειρους δημιουργούς.

Η ιστορία ακολουθεί τον Κλαρκ, έναν αποτυχημένο αρχιτέκτονα και ιδιοκτήτη καταστήματος επίπλων, ο οποίος προσπαθεί να διαχειριστεί τη διάλυση της προσωπικής του ζωής. Ζει ουσιαστικά μέσα στο κατάστημά του, απομονωμένος και εγκλωβισμένος στα τραύματα και τις ενοχές του, ενώ παράλληλα κάνει συνεδρίες με τη θεραπεύτριά του, Μέρι.

Όλα αλλάζουν όταν ανακαλύπτει ένα παράξενο πέρασμα στο υπόγειο του καταστήματος. Πίσω από έναν τοίχο κρύβεται ένας ατελείωτος λαβύρινθος από κιτρινισμένα δωμάτια, άδειους διαδρόμους και αλλόκοτους χώρους που μοιάζουν γνώριμοι αλλά ταυτόχρονα αφύσικοι. Τα λεγόμενα “Backrooms” λειτουργούν σαν μια παράλληλη διάσταση όπου ο χρόνος, η λογική και η πραγματικότητα καταρρέουν.

Όταν ο Κλαρκ εξαφανίζεται, η Μέρι αποφασίζει να περάσει και εκείνη στο εσωτερικό αυτού του κόσμου, αναζητώντας τον. Όσο προχωρά βαθύτερα στα Backrooms, τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί ότι οι χώροι αυτοί δεν είναι απλώς ένας υπερφυσικός λαβύρινθος, αλλά μια αντανάκλαση των πιο σκοτεινών φόβων, των τραυμάτων και των καταπιεσμένων αναμνήσεων των ανθρώπων που παγιδεύονται μέσα τους.

Ένα horror για τη μοναξιά της σύγχρονης εποχής

Το «Backrooms» δεν μοιάζει με το τυπικό horror των τελευταίων χρόνων. Δεν ενδιαφέρεται να τρομάξει τον θεατή στιγμιαία. Αντίθετα, λειτουργεί σαν ένας παρατεταμένος εφιάλτης που χτίζει σταδιακά ένα αίσθημα ασφυξίας. Οι ατελείωτοι διάδρομοι, τα φθορίζοντα φώτα, οι άδειοι χώροι γραφείων και οι αλλόκοτες σιωπές δημιουργούν μια αίσθηση βαθιάς αποξένωσης.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη επιτυχία της ταινίας. Τα Backrooms δεν λειτουργούν μόνο ως σκηνικό τρόμου αλλά ως μεταφορά της σύγχρονης ψυχολογικής κατάστασης. Μιας γενιάς που μεγαλώνει ανάμεσα σε διαμερίσματα-κουτιά, προσωρινές δουλειες, ατελείωτη ψηφιακή πληροφορία και μόνιμη αίσθηση αβεβαιότητας. Οι χώροι της ταινίας θυμίζουν ταυτόχρονα γραφεία, εμπορικά καταστήματα, σπίτια και “μη-τόπους” της καθημερινότητας, σαν μια distorted εκδοχή της πραγματικότητας που όλοι αναγνωρίζουμε.

Ο Πάρσονς καταλαβαίνει απόλυτα τη δύναμη των λεγόμενων “liminal spaces” – εκείνων των μεταβατικών, άδειων χώρων που προκαλούν ανεξήγητη δυσφορία επειδή μοιάζουν γνώριμοι αλλά λάθος. Και χρησιμοποιεί αυτή την αισθητική όχι απλώς για ατμόσφαιρα, αλλά για να μιλήσει για την ψυχική αποσύνθεση, τη μοναξιά και το αίσθημα ότι τίποτα δεν είναι πραγματικά σταθερό.

Το internet ως νέα κινηματογραφική γλώσσα

Το «Backrooms» αποδεικνύει επίσης κάτι ακόμη: ότι η γλώσσα του internet έχει πλέον περάσει ολοκληρωτικά στον κινηματογράφο. Το found footage, η VHS αισθητική, η analog horror εικόνα και η λογική του viral βίντεο δεν χρησιμοποιούνται εδώ ως νοσταλγικό gimmick, αλλά ως βασικά εργαλεία αφήγησης.

Η κάμερα κινείται συχνά σαν να βρισκόμαστε μέσα σε gameplay ή σε κάποιο ξεχασμένο YouTube upload των αρχών των 2000s, δημιουργώντας μια αίσθηση “ψηφιακής μνήμης”. Και αυτό είναι ίσως που κάνει την ταινία τόσο αποτελεσματική για το νεότερο κοινό: μοιάζει σαν να γεννήθηκε από το internet αντί να προσπαθεί απλώς να το μιμηθεί.

Φυσικά, η ταινία δεν είναι αψεγάδιαστη. Στο τελευταίο μέρος χάνει ένα μέρος της υποβλητικότητάς της, όταν επιχειρεί να εξηγήσει περισσότερα απ’ όσα χρειάζεται. Το μυστήριο λειτουργεί καλύτερα όταν παραμένει ανοιχτό και αφηρημένο, κι εκεί φαίνεται η απειρία του νεαρού δημιουργού. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και οι αδυναμίες της μοιάζουν περισσότερο με σημάδια φιλοδοξίας παρά αποτυχίας.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα horror της χρονιάς

Το «Backrooms» ίσως διχάσει το κοινό. Όσοι περιμένουν ένα συμβατικό horror γεμάτο jumpscares πιθανότατα θα απογοητευτούν. Όμως για όσους αναζητούν μια πιο ατμοσφαιρική, ψυχολογική και σχεδόν υπαρξιακή εμπειρία τρόμου, η ταινία του Κέιν Πάρσονς είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες προτάσεις της χρονιάς.

Και ανεξάρτητα από το αν θα εξελιχθεί σε νέο franchise ή cult φαινόμενο, το «Backrooms» σηματοδοτεί κάτι σημαντικότερο: τη στιγμή που οι δημιουργοί του internet σταματούν να επηρεάζονται από το σινεμά και αρχίζουν να το επαναπροσδιορίζουν οι ίδιοι.