Σύνταξη στα 68 «δείχνει» για την Ελλάδα η Κομισιόν

Σύνταξη στα 68 «δείχνει» για την Ελλάδα η Κομισιόν
Ηλικιωμένος (stevepb/Pixabay)

Φόβοι για αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης στην Ελλάδα, καθώς πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προεξοφλεί την άνοδο του ορίου αποχώρησης από την αγορά εργασίας στα 68 έτη μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 2030.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Χρηματοοικονομικών Υποθέσεων (DG ECFIN) και της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής (EPC), η εξέλιξη αυτή κρίνεται αναπόφευκτη λόγω της σοβαρής δημογραφικής κρίσης που πλήττει τη χώρα, με τις προβλέψεις να κάνουν λόγο για δραματική συρρίκνωση του πληθυσμού κατά το ένα τέταρτο τις επόμενες δεκαετίες.

Σύμφωνα με το Ageing Report 2027, η Ελλάδα ενδέχεται να χάσει περίπου 1,5 εκατομμύριο κατοίκους μέσα στις επόμενες τρεις δεκαετίες, ενώ η ηλικία συνταξιοδότησης εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 70 έτη έως το 2055. Πιο αναλυτικά, ο πληθυσμός της χώρας, από περίπου 10,4 εκατομμύρια το 2025, προβλέπεται να περιοριστεί στα 8,9 εκατομμύρια έως το 2055, ενώ έως το 2080 θα μπορούσε να υποχωρήσει στα 7,6 εκατομμύρια.

Σύνταξη στα 68 «δείχνει» για την Ελλάδα η Κομισιόν

Αυτό σημαίνει ότι μέσα σε τριάντα χρόνια η Ελλάδα ενδέχεται να χάσει περίπου το 14% του πληθυσμού της. Η πτωτική πορεία δεν αναμένεται να σταματήσει εκεί, καθώς οι μακροπρόθεσμες προβολές δείχνουν ότι έως το 2080 ο πληθυσμός θα μπορούσε να υποχωρήσει στα 7,6 εκατομμύρια, καταγράφοντας συνολική μείωση της τάξης του 26% σε σχέση με το 2025.

Η συγκεκριμένη πρόβλεψη τοποθετεί την Ελλάδα ανάμεσα στις χώρες με τις δυσμενέστερες δημογραφικές προοπτικές στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη Βουλγαρία, τη Λιθουανία και την Πολωνία να εμφανίζουν αντίστοιχα ή μεγαλύτερα προβλήματα πληθυσμιακής συρρίκνωσης.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η εικόνα είναι επίσης ανησυχητική, αν και η μείωση αναμένεται να είναι πιο περιορισμένη. Ο πληθυσμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπεται να φτάσει στο υψηλότερο επίπεδό του προς το τέλος της τρέχουσας δεκαετίας, αγγίζοντας τα 453 εκατομμύρια το 2029. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, η πορεία αναμένεται να αντιστραφεί, με τον πληθυσμό να υποχωρεί στα 414 εκατομμύρια έως το 2080. Η συνολική μείωση εκτιμάται περίπου στο 8%, με το μεγαλύτερο μέρος της να καταγράφεται κατά το δεύτερο μισό της περιόδου πρόβλεψης.

Η ελληνική περίπτωση, ωστόσο, ξεχωρίζει εξαιτίας της ταχύτητας με την οποία αναμένεται να μεταβληθεί η ηλικιακή σύνθεση της κοινωνίας.

Το δημογραφικό κενό και η υποχώρηση των γεννήσεων

Ένας από τους βασικότερους παράγοντες που τροφοδοτούν τη δημογραφική κρίση είναι η διαχρονική πτώση της γονιμότητας. Παρότι οι μακροπρόθεσμες προβλέψεις αφήνουν περιθώρια για μια μικρή ανάκαμψη, τα δεδομένα δείχνουν ότι η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα μεγάλο κενό γενεών, το οποίο δύσκολα μπορεί να καλυφθεί μέσα στις επόμενες δεκαετίες.

Ενδεικτική είναι η πορεία του δείκτη γονιμότητας, ο οποίος αποτυπώνει τον μέσο αριθμό παιδιών που αναμένεται να αποκτήσει μια γυναίκα κατά τη διάρκεια της ζωής της. Το 1960 ο δείκτης στην Ελλάδα βρισκόταν στο 2,23, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1980 εξακολουθούσε να κινείται σε παρόμοια επίπεδα. Η εικόνα άλλαξε σημαντικά τις επόμενες δεκαετίες, καθώς οι κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές, αλλά και οι διαδοχικές κρίσεις, επηρέασαν τις αποφάσεις των νεότερων γενεών σχετικά με τη δημιουργία οικογένειας.

Το 2000 ο δείκτης είχε ήδη υποχωρήσει στο 1,25, ενώ το 2025 διαμορφώθηκε μόλις στο 1,20. Η Κομισιόν εκτιμά ότι μέχρι το 2080 μπορεί να υπάρξει σταδιακή βελτίωση, με τον δείκτη να φτάνει στο 1,45. Ωστόσο, ακόμη και αυτό το ενδεχόμενο δεν θεωρείται αρκετό για να αντιστρέψει τις συνέπειες της πολυετούς υπογεννητικότητας.

Περισσότεροι ηλικιωμένοι, λιγότεροι εργαζόμενοι

Η γήρανση του πληθυσμού αποτυπώνεται με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τρόπο στην αναλογία των ανθρώπων άνω των 65 ετών προς τις ηλικίες που θεωρούνται παραγωγικές, δηλαδή από 20 έως 64 ετών.

Στην Ελλάδα, το συγκεκριμένο ποσοστό βρίσκεται σήμερα στο 41,3%, ξεπερνώντας ήδη τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος διαμορφώνεται στο 38%. Με βάση τις προβολές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η αναλογία αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά, φτάνοντας το 70,6% το 2055. Ακόμη και το 2080, όταν προβλέπεται μια μικρή αποκλιμάκωση, θα παραμένει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, στο 69,3%.

Με απλά λόγια, η Ελλάδα οδηγείται σε μια πραγματικότητα όπου για κάθε δέκα ανθρώπους παραγωγικής ηλικίας θα αντιστοιχούν περίπου επτά άτομα άνω των 65 ετών. Η αλλαγή αυτή δεν αφορά μόνο το ασφαλιστικό σύστημα, αλλά επηρεάζει συνολικά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η κοινωνία και η οικονομία.

Σύνταξη στα 68 «δείχνει» για την Ελλάδα η Κομισιόν

Ακόμη πιο ενδεικτικά είναι τα στοιχεία όταν στην εξίσωση προστεθούν και οι νεότεροι που δεν έχουν εισέλθει ακόμη στην αγορά εργασίας, δηλαδή τα παιδιά, οι μαθητές και οι φοιτητές κάτω των 20 ετών. Σήμερα, το συνολικό ποσοστό των εξαρτώμενων ηλικιακών ομάδων σε σχέση με τον πληθυσμό παραγωγικής ηλικίας βρίσκεται στο 72,4%. Μέχρι το 2055 εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει το 100%, φτάνοντας το 101,5%.

Αυτό σημαίνει ότι ο πληθυσμός που βρίσκεται εκτός των βασικών παραγωγικών ηλικιών θα είναι αριθμητικά μεγαλύτερος από εκείνον που βρίσκεται σε αυτές. Πρόκειται για μια εξέλιξη που δημιουργεί σημαντικές απαιτήσεις για το κράτος, τόσο σε επίπεδο κοινωνικής προστασίας όσο και σε επίπεδο δημόσιων δαπανών.

Στο ίδιο πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία έχει και ο δείκτης οικονομικής εξάρτησης λόγω γήρατος, ο οποίος συγκρίνει τον πληθυσμό άνω των 65 ετών με τον συνολικό αριθμό των απασχολουμένων. Στην Ελλάδα βρίσκεται σήμερα στο 55,3%, ενώ οι προβλέψεις δείχνουν ότι έως το 2055 μπορεί να φτάσει στο 85,5%.

Η αύξηση αυτή αποτυπώνει την πίεση που αναμένεται να δεχθεί η οικονομία από την αλλαγή της ηλικιακής σύνθεσης του πληθυσμού. Λιγότεροι εργαζόμενοι θα καλούνται να στηρίξουν ένα ολοένα μεγαλύτερο τμήμα ηλικιωμένων, ενώ παράλληλα θα πρέπει να διατηρηθούν οι πόροι για την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και τις συντάξεις.

Προς αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης

Μία από τις σημαντικότερες συνέπειες της δημογραφικής γήρανσης αφορά το μέλλον των συντάξεων και το χρονικό σημείο κατά το οποίο οι εργαζόμενοι θα μπορούν να αποχωρούν από την αγορά εργασίας. Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής, σε συνδυασμό με τη μείωση των ανθρώπων που βρίσκονται σε παραγωγική ηλικία, δημιουργεί νέες πιέσεις στα αναδιανεμητικά ασφαλιστικά συστήματα, τα οποία βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στις εισφορές των σημερινών εργαζομένων για την καταβολή των συντάξεων.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι η αύξηση του προσδόκιμου ζωής θα συνεχιστεί τις επόμενες δεκαετίες. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι άνδρες αναμένεται να ζουν κατά μέσο όρο επτά χρόνια περισσότερο έως το 2080, με το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση να αυξάνεται από τα 79 στα 86 έτη. Για τις γυναίκες, η αύξηση υπολογίζεται σε έξι χρόνια, με το προσδόκιμο να φτάνει τα 90 έτη. Παράλληλα, οι άνθρωποι που έχουν συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας τους αναμένεται να έχουν μπροστά τους περίπου πέντε επιπλέον χρόνια ζωής σε σχέση με τα σημερινά δεδομένα.

Η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής αποτελεί αναμφίβολα μια θετική εξέλιξη, ωστόσο δημιουργεί ένα σύνθετο οικονομικό και κοινωνικό ζήτημα: οι άνθρωποι θα παραμένουν περισσότερα χρόνια συνταξιούχοι, την ώρα που η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους θα περιορίζεται. Αυτό οδηγεί αναπόφευκτα σε συζητήσεις για την αναπροσαρμογή των ορίων συνταξιοδότησης, αλλά και για την ανάγκη αλλαγών στον τρόπο χρηματοδότησης των ασφαλιστικών συστημάτων.

Σύνταξη στα 68 «δείχνει» για την Ελλάδα η Κομισιόν

Στην Ελλάδα, το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η νομοθεσία προβλέπει σύνδεση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης με την εξέλιξη του προσδόκιμου ζωής στην ηλικία των 65 ετών. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη εφαρμόζεται από το 2021 και αφορά τόσο την ελάχιστη όσο και τη νόμιμη ηλικία εξόδου από την εργασία.

Ο μηχανισμός, ωστόσο, δεν ενεργοποιήθηκε όπως αρχικά προβλεπόταν. Η πανδημία του COVID-19 προκάλεσε προσωρινή υποχώρηση του προσδόκιμου ζωής, με αποτέλεσμα η προσαρμογή που είχε προγραμματιστεί για το 2021 να ακυρωθεί. Αντίστοιχα, το 2024 η μεταβολή του προσδόκιμου ζωής στα 65 έτη, σε σύγκριση με το 2010, παρέμενε μικρότερη του ενός έτους. Έτσι, τα σημερινά όρια διατηρήθηκαν στα 67 έτη για πλήρη σύνταξη και στα 62 έτη υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις.

Οι μακροπρόθεσμες προβολές, όμως, δείχνουν ότι η κατάσταση ενδέχεται να αλλάξει σημαντικά. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρατίθενται στην έκθεση, το γενικό όριο των 67 ετών θα μπορούσε να φτάσει στα 68 έτη έως το 2030, να ανέβει στα 70 έτη το 2055 και να προσεγγίσει τα 72 έτη έως το 2080.

Οι αριθμοί αυτοί δεν αποτελούν ήδη θεσμοθετημένες αλλαγές ούτε σημαίνουν ότι έχει ληφθεί απόφαση για συγκεκριμένες αυξήσεις. Αποτυπώνουν, ωστόσο, την κατεύθυνση που ενδέχεται να ακολουθήσει το συνταξιοδοτικό σύστημα, εφόσον συνεχιστούν οι δημογραφικές τάσεις και ενεργοποιηθούν οι προβλεπόμενοι μηχανισμοί προσαρμογής.

Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπιστώνει ότι σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη υιοθετηθεί αυστηρότερα κριτήρια για τη συνταξιοδότηση και ισχυρότερα αντικίνητρα για την πρόωρη αποχώρηση από την εργασία. Στόχος είναι να παραμένουν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία εργαζόμενοι ενεργοί για περισσότερα χρόνια, περιορίζοντας έτσι τις πιέσεις στα ασφαλιστικά ταμεία.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ηλικία αποχώρησης από την αγορά εργασίας εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά περίπου δύο χρόνια κατά μέσο όρο έως το 2080. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να συνοδευτεί από μεγαλύτερη συμμετοχή των ηλικιωμένων ομάδων στην απασχόληση, γεγονός που θα αλλάξει σταδιακά και τη σύνθεση του εργατικού δυναμικού.

Το ασφαλιστικό και η ανάγκη για νέα μοντέλα συντάξεων

Η δημογραφική μεταβολή δεν επηρεάζει μόνο το πότε θα συνταξιοδοτούνται οι εργαζόμενοι, αλλά και το κατά πόσο τα σημερινά ασφαλιστικά μοντέλα θα μπορούν να εξασφαλίζουν επαρκές εισόδημα στην τρίτη ηλικία.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) έχει επανειλημμένα επισημάνει την ανάγκη ενίσχυσης των κεφαλαιοποιητικών στοιχείων στα συνταξιοδοτικά συστήματα. Η συγκεκριμένη προσέγγιση βασίζεται στη δημιουργία αποταμιευτικών κεφαλαίων μέσω εισφορών, τα οποία επενδύονται και αξιοποιούνται για τη μελλοντική συνταξιοδότηση των ασφαλισμένων, συμπληρώνοντας τις παροχές των αναδιανεμητικών συστημάτων.

Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν, άλλωστε, ότι σε πολλές χώρες οι υποχρεωτικές συνταξιοδοτικές παροχές δεν επαρκούν από μόνες τους για να εξασφαλίσουν το επιθυμητό επίπεδο εισοδήματος μετά την αποχώρηση από την εργασία. Σε 17 από τις 41 χώρες που εξετάστηκαν, το συνταξιοδοτικό κενό για άνδρες μισθωτούς με μέσες αποδοχές αντιστοιχεί σε τουλάχιστον 10% του εισοδήματός τους.

Η κατάσταση είναι ακόμη πιο σύνθετη για τις γυναίκες, οι οποίες σε 17 χώρες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο συνταξιοδοτικό κενό σε σχέση με τους άνδρες. Οι διαφορές στις αποδοχές, οι διακοπές της επαγγελματικής δραστηριότητας και η μεγαλύτερη συμμετοχή στην απλήρωτη φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων αποτελούν παράγοντες που επηρεάζουν τις μελλοντικές συντάξεις τους.

Αντίστοιχα, οι αυτοαπασχολούμενοι εμφανίζουν μεγαλύτερες ελλείψεις σε σχέση με τους μισθωτούς σε 31 από τις 41 χώρες της μελέτης, καθώς δεν καλύπτονται πάντοτε από αντίστοιχες υποχρεωτικές εισφορές ή συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις.

Το συμπέρασμα είναι ότι η δημογραφική γήρανση δεν δημιουργεί μόνο ένα πρόβλημα χρηματοδότησης των συντάξεων. Θέτει συνολικά υπό αμφισβήτηση την επάρκεια των μελλοντικών συνταξιοδοτικών εισοδημάτων, ιδιαίτερα για τις γενιές που εισέρχονται σήμερα στην αγορά εργασίας και αναμένεται να αποχωρήσουν από αυτήν αρκετές δεκαετίες αργότερα.

Για την Ελλάδα, όπου οι δημογραφικές προβλέψεις είναι από τις δυσμενέστερες στην Ευρώπη, η πρόκληση είναι διπλή: αφενός να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος και αφετέρου να δημιουργηθούν οι συνθήκες ώστε οι νεότεροι άνθρωποι να μπορούν να εργάζονται, να δημιουργούν οικογένεια και να παραμένουν στη χώρα.

Η Σιντική εκπέμπει SOS: Έξι θάνατοι για κάθε γέννηση μέσα σε έναν χρόνο

Την πραγματική διάσταση του δημογραφικού προβλήματος στην ελληνική περιφέρεια αποτυπώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο η περίπτωση του Δήμου Σιντικής στις Σέρρες. Σε μια από τις τελευταίες ειδήσεις που έρχονται να επιβεβαιώσουν τις ανησυχητικές προβλέψεις για τη δημογραφική πορεία της χώρας, ο δήμαρχος Σιντικής, Γεώργιος Τάτσιος, δημοσιοποίησε στοιχεία για το 2025, σύμφωνα με τα οποία στην περιοχή καταγράφηκαν μόλις 63 γεννήσεις, έναντι 380 θανάτων.

Η αναλογία είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική: για κάθε παιδί που γεννήθηκε στον Δήμο, έξι κάτοικοι έχασαν τη ζωή τους. Το φυσικό ισοζύγιο ήταν αρνητικό κατά 317 ανθρώπους μέσα σε μόλις έναν χρόνο, με τον δήμαρχο να περιγράφει μια περιοχή που βλέπει τον πληθυσμό της να μειώνεται, τα χωριά να αδειάζουν και τα σχολεία να χάνουν μαθητές.

Σε δημόσια παρέμβασή του στις 4 Νοεμβρίου, ο Γεώργιος Τάτσιος υπογράμμισε ότι πίσω από τους αριθμούς βρίσκονται οικογένειες που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους αναζητώντας επαγγελματικές ευκαιρίες, καθώς και νέοι άνθρωποι που δυσκολεύονται να σχεδιάσουν το μέλλον τους στην περιοχή.

Η δημοτική αρχή έχει ήδη προχωρήσει από τις αρχές του 2026 στη χορήγηση εφάπαξ επιδόματος γέννησης ύψους 1.000 ευρώ, με στόχο την οικονομική ενίσχυση των οικογενειών και την αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας. Ωστόσο, όπως προκύπτει και από την παρέμβαση του δημάρχου, η οικονομική ενίσχυση από μόνη της δεν αρκεί για να αναστρέψει την κατάσταση, εάν δεν συνοδευτεί από νέες θέσεις εργασίας και αναπτυξιακές πρωτοβουλίες.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην αξιοποίηση του γεωθερμικού δυναμικού της περιοχής, το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό αναπτυξιακό πλεονέκτημα. Ο Δήμος επιδιώκει να προσελκύσει επενδύσεις που θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας, δίνοντας κίνητρα σε νέους ανθρώπους να παραμείνουν ή να επιστρέψουν στη Σιντική. Στο πλαίσιο αυτό, ο Γεώργιος Τάτσιος αναφέρθηκε και στην καθυστέρηση που σημειώθηκε στη διαδικασία μεταβίβασης της γεώτρησης 17, η οποία είχε πιστοποιηθεί από την ΕΑΓΜΕ τον Οκτώβριο του 2023.

Παράλληλα, η δημοτική αρχή θεωρεί απαραίτητη την ενίσχυση των συγκοινωνιακών συνδέσεων, τις επενδύσεις και τη δημιουργία σταθερών επαγγελματικών προοπτικών. Το ζητούμενο, όπως επισημαίνει, δεν είναι απλώς να αυξηθούν οι γεννήσεις, αλλά να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ώστε οι νέοι να μπορούν να ζουν, να εργάζονται και να μεγαλώνουν τα παιδιά τους στον τόπο τους.

Η περίπτωση της Σιντικής αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η εθνική δημογραφική κρίση αποτυπώνεται σε τοπικό επίπεδο. Οι προβλέψεις της Κομισιόν για τη μείωση του πληθυσμού της Ελλάδας δεν αφορούν απλώς στατιστικές εκτιμήσεις για το 2055 ή το 2080. Αποτυπώνουν μια διαδικασία που έχει ήδη ξεκινήσει, με ορισμένες περιοχές της χώρας να βιώνουν εντονότερα τις συνέπειές της.

Και όσο οι γεννήσεις μειώνονται, οι νέοι μετακινούνται προς τα μεγάλα αστικά κέντρα και οι ηλικιωμένοι αποτελούν ολοένα μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού, τόσο δυσκολότερη γίνεται η αναστροφή αυτής της πορείας.