Παρά τις πρόωρες αποπληρωμές, το παλιό αναπτυξιακό πρότυπο επιβιώνει
Πέρα από τους αριθμούς της ανάπτυξης και τους πηχυαίους τίτλους στα ΜΜΕ, η χώρα παραμένει εξαρτημένη από την κατανάλωση και τη γραφειοκρατία, χωρίς νέα παραγωγική βάση.
Η προσεκτική ανάλυση των επίσημων στοιχείων φανερώνει τη στασιμότητα του ελληνικό αναπτυξιακού μοντέλου. Παρά τα ευρωπαϊκά προγράμματα, τα μνημόνια και τις διακηρύξεις περί μετασχηματισμού, η δομή της οικονομίας δεν αλλάζει, τουλάχιστον στον επιθυμητό βαθμό. Η αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,1% το 2024 οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην κατανάλωση και στη μεταβολή των αποθεμάτων -το ζήτημα που ανέδειξε πρόσφατα ο Τάσος Γιαννίτσης. Οι εισαγωγές αυξήθηκαν περισσότερο από τις εξαγωγές, ενώ η θετική επίδραση του τουρισμού αρχίζει να είναι συζητήσιμη. Δεν πρόκειται λοιπόν για διατηρήσιμη ανάπτυξη, αλλά για μια πρόχειρη αναβίωση του παλαιού και αποτυχημένου προτύπου.
Η χώρα εξακολουθεί να μη δημιουργεί νέα παραγωγική βάση. Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, αν και αυξήθηκαν κατά 4,5%, παραμένουν καθηλωμένες γύρω στο 16% του ΑΕΠ, και σε σημαντικό ποσοστό αφορούν ακίνητα. Παράλληλα, αν και οι ΞΑΕ το πρώτο οκτάμηνο του 2025 αυξήθηκαν στα 8,1 δισ. € (από 7,01 δισ. ολόκληρο το ’24), τούτο οφείλεται στην εκτίναξή τους τον Αύγουστο στα 4,8 δισ. ευρώ, ως αποτέλεσμα της ανταλλαγής μετοχών λόγω της εισαγωγής της Metlen στο χρηματιστήριο του Λονδίνου.
Με απλά λόγια, η πραγματική πρόοδος είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Η εφαρμοζόμενη πολιτική μπορεί να θεωρείται δημοσιονομικά ενδεδειγμένη, όμως δεν φαίνεται να αποδίδει. Παρά τα μνημόνια, την αφθονία πόρων από το RRF, την πρόοδο της ψηφιοποίησης και τη σχετική σταθερότητα του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος, οι διαρθρωτικές αλλαγές εν πολλοίς παραμένουν άνευ αντικρίσματος.
Ακόμη και η πρόσφατη έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για την έλλειψη στέγης αγγίζει το πρόβλημα επιδερμικά. Ο διοικητής της ζητά και αύξηση της μεταποίησης, όμως αυτή δεν μπορεί να έρθει χωρίς επενδύσεις. Οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν επενδύουν επαρκώς σε σχέση με τις εθνικές ανάγκες, καθώς τα συμφέροντά τους είναι διεθνοποιημένα και οι αποδόσεις τους εκτός συνόρων ασφαλέστερες και υψηλότερες. Έτσι, η Ελλάδα παραμένει εσωστρεφής, καταναλωτική και γραφειοκρατική.
Στην κυβερνητικό επιτελείο θα πρέπει επιτέλους να συνειδητοποιήσουν πως η πραγματική ελπίδα βρίσκεται στους μικρούς και στους μεσαίους. Αυτοί μπορούν να δημιουργήσουν μια νέα παραγωγική βάση, εφόσον όμως υπάρξει ένα υποστηρικτικό οικοσύστημα: χρηματοδότηση, τεχνική κατάρτιση, εξαγωγική υποστήριξη, ερευνητικές υποδομές. Χωρίς αυτά, καμία «καινοτομία» δεν εξελίσσεται σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Η πρόωρη αποπληρωμή δανείων ύψους 5,29 δισ. ευρώ ίσως βελτιώνει τη δημοσιονομική εικόνα, αλλά ελάχιστα ωφελεί την πραγματική οικονομία. Δεν αυξάνει την αγοραστική δύναμη, δεν μειώνει το κόστος ζωής, δεν ανακουφίζει τους μικρούς παραγωγούς. Ουσιαστικά ωφελούνται μόνο οι πολύ μεγάλοι μέσω της μείωσης κόστους δανεισμού. Ωστόσο, η θετική επίδραση τους στην ανάπτυξη φαίνεται πια να εξαντλείται. Οι ανακοινώσεις που θα πρέπει πρωτίστως να απασχολούν την κυβέρνηση είναι εκείνες που αφορούν το επίμονο έλλειμα ανταγωνιστικότητας.
Σήμερα, ζητούμενο δεν είναι «περισσότερη ανάπτυξη», αλλά διαφορετική ανάπτυξη: εξωστρεφής, με αυξημένη μεταποίηση, υψηλή τεχνολογία, ποιοτικό τουρισμό και παραγωγικότερο αγροτικό τομέα. Επιβάλλεται να γίνει αντιληπτό ότι ο πραγματικός μετασχηματισμός δεν αποτυπώνεται στους βελτιωμένους ονομαστικούς δείκτες, αλλά στην ικανότητα μιας χώρας να παράγει, να καινοτομεί και να προοδεύει χωρίς δεκανίκια και πασαλείμματα.