Το Ντεπό στην πόλη της ακινησίας: μια νέα υπόθεση πολιτικής βούλησης;
Η ανάπλαση του Ντεπό αποκαλύπτει ξανά τη σύγκρουση ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη συναισθηματικά υποκινούμενη ακινησία της Θεσσαλονίκης.
Η ευαισθητοποίηση γύρω από την τύχη του εγκαταλελειμμένου συγκροτήματος Ντεπό οδήγησε στην υπογραφή σχετικού μνημονίου ανάμεσα στον Δήμο Θεσσαλονίκης και το ΑΠΘ. Το αντικείμενο συνεργασίας των δύο φορέων, όπως περιγράφεται στο σχετικό μνημόνιο, είναι αρκετά ευρύ και, ως εκ τούτου, ασαφές: η διατύπωση στόχων για την περιβαλλοντική αναβάθμιση της ευρύτερης περιοχής και η περιγραφή εναλλακτικών σεναρίων αξιοποίησης του υφιστάμενου κτιριακού συγκροτήματος, με χρήση «πράσινων» και συμπεριληπτικών πρακτικών. Μετά τη διαδικασία θα δρομολογηθεί μελέτη συνολικής ανάπλασης.
Το Ντεπό υπήρξε -τρόπον τινά- βιομηχανική εγκατάσταση των αρχών του 20ού αιώνα· το αμαξοστάσιο του τότε τραμ, δηλαδή του βασικού μέσου μαζικής μεταφοράς της οθωμανικής Θεσσαλονίκης. Μετά το υπέρ ΟΑΣΘ ξήλωμα των γραμμών, οι υποδομές κατέληξαν στη Χωροφυλακή (αργότερα ΕΛ.ΑΣ.) ως συνεργείο οχημάτων. Με αυτή τη δραστηριότητα γέρασαν και τελικά εγκαταλείφθηκαν, καθώς κρίθηκαν πια ακατάλληλες για τη συγκεκριμένη χρήση.
Οι αλλοτινοί εργαζόμενοι του τραμ στεγάστηκαν στον Οικισμό Ουζιέλ, δηλαδή στα γνωστά σπιτάκια πριν από τη Βίλα Αλλατίνη. Μπορεί σήμερα να ακούγεται απίστευτο, αλλά αυτές οι όμορφες βιλίτσες αποτέλεσαν… εργατικές κατοικίες. Η ομώνυμη γειτονιά ήταν τότε εντελώς διαφορετική: εντυπωσιακές επαύλεις, πιο σεμνές κατοικίες με κήπους, ο μύλος Αλλατίνη πιο κάτω και, προς τα έξω, αγροί, μαντριά και μπαχτσέδες. Το Ντεπό και όλη η γύρω περιοχή έχουν πλέον αλλάξει ριζικά, και εξυπακούεται πως η αποκατάσταση του κυρίως συγκροτήματος δεν πρόκειται να φέρει τον χρόνο πίσω.
Συνεπώς, ο όποιος σχεδιασμός θα πρέπει να προσαρμοστεί στην πόλη που υπάρχει, όχι σε εκείνη που θα θέλαμε να υπάρχει. Πολλοί μιλούν για περισσότερο πράσινο και η επιθυμία τους είναι απολύτως κατανοητή. Η Θεσσαλονίκη είναι τσιμεντούπολη, τελεία και παύλα. Δυστυχώς, όμως, μέσα στη λαχτάρα μας για λίγα ακόμη δέντρα, συχνά σκεφτόμαστε και λειτουργούμε εντελώς ανορθολογικά.
Όσοι οδηγούν γνωρίζουν πως εκεί ακριβώς η Βασ. Όλγας στενεύει, χάνει μια λωρίδα κυκλοφορίας. Το γεγονός αυτό προκαλεί μποτιλιάρισμα εκατοντάδες μέτρα πίσω και, ταυτόχρονα, ενθαρρύνει την παράνομη στάθμευση στη συνέχεια του δρόμου, με αποτέλεσμα περαιτέρω στενότητα του οδοστρώματος. Κι όταν προκύπτει στενότητα, προκύπτει και επιβράδυνση της κίνησης· και η επιβράδυνση συνεπάγεται περισσότερο καυσαέριο. Πολύ περισσότερο καυσαέριο, στην πρωτεύουσα των μικροσωματιδίων.
Πώς θα μπορούσε να λυθεί αυτό το πρόβλημα; Σε αντίθεση με τη Λαμπράκη χαμηλά, εδώ η λύση είναι σχετικά εύκολη. Ουσιαστικά το μόνο που χρειάζεται είναι να μετακινηθεί ο φράχτης της Βίλας Μπιάνκα και η οικοδομική γραμμή του αμαξοστασίου. Και εδώ εντοπίζεται η πραγματική δυσκολία: η πολιτική. Ορισμένοι συμπολίτες μας αντιδρούν υστερικά σε οποιαδήποτε αλλαγή, άσχετα αν είναι προς το καλύτερο. Λογικά θα αντιδράσουν και στη μεταφορά διατηρητέων κτισμάτων λίγα μέτρα αριστερά, λες και από αυτήν εξαρτάται η αρχιτεκτονική κληρονομιά της Θεσσαλονίκης. Μιλάμε για έναν πέτρινο τοίχο και μερικά γραφεία του παλιού αμαξοστασίου, που κανείς δεν ζητά να εξαφανιστούν· μόνο να μετακινηθούν ή, έστω, να ανακατασκευαστούν με ακρίβεια. Στους μονίμως διαμαρτυρόμενους θα προστρέξουν οι οικολόγοι, που θα ζητούν περισσότερα μέτρα για πράσινο, ασχέτως αν το πράσινο τούτο δεν θα αρκεί για να ισοφαρίσει τη ρύπανση που προκαλείται καθημερινά εκεί από τα μποτιλιαρισμένα αυτοκίνητα.
Πέραν του αυτονόητου, ένας πιο πλατύς δρόμος ίσως μελλοντικά αμφιδρομηθεί, επ’ ωφελεία των -πολλών κλειστών- καταστημάτων κατά μήκος του. Να θυμίσω ότι πριν από πενήντα χρόνια η Βασ. Όλγας ήταν διπλής κατεύθυνσης. Δεν είναι γραμμένο στην πέτρα ότι θα πρέπει να παραμείνει για πάντα υπό το τωρινό καθεστώς.
Στο Ντεπό η πόλη έχει μπροστά της μια νέα ευκαιρία να αντιπαρατεθεί με τα ιερά της τοτέμ. Ως προς την ανάπλαση της ΔΕΘ, η εκμετάλλευση του συναισθήματος από τη διοίκηση του φορέα ευτυχώς δεν πέρασε. Εδώ θα συμβεί το ίδιο ή θα επιτραπεί στις -υπό τον μανδύα του προοδευτισμού- συντηρητικές δυνάμεις να επικρατήσουν;