Ο Νιόνιος, και το τέλος των ξεχωριστών Ελλήνων
Από το μοναδικό ροκ της ελληνικότητας ως τη σημερινή καλλιτεχνική αδιαφορία: πώς -και κυρίως γιατί- ο Σαββόπουλος και η γενιά του συνδιαμόρφωσαν τη σύγχρονη αισθητική μας συνείδηση.
Μας άφησε λοιπόν κι ο Νιόνιος. Ένας εκλεκτός της γενιάς του -ίσως ο μοναδικός που κατάφερε με τόση επιτυχία να συνδυάσει πολιτισμό, στοχασμό και τραγούδι, δίχως ελιτισμό. Η καλοσυνάτη όψη του στα ώριμα χρόνια και το χιούμορ του έκαναν δύσκολο να μη τον συμπαθείς. Σχεδόν όλοι οι παλαιότεροι γελάσαμε με τη “Συννεφούλα”, ηλεκτριστήκαμε από το “Ζεϊμπέκικο”, ξεφαντώσαμε με το “Ας κρατήσουν οι χοροί”. Βλέπετε, ο Σαββόπουλος δεν έγραφε απλώς τραγούδια· έστηνε καθρέφτες όπου κοιταζόταν ολόκληρη η Ελλάδα, ακόμη κι αν δεν ήταν σίγουρη για το νόημα των στίχων του.
Η γενιά του -η γενιά του ’60- υπήρξε η τελευταία αληθινά ανανεωτική. Με το ελεύθερο πνεύμα της, συνδύασε το ροκ με τα μπουζούκια, την ποίηση με τη σάτυρα, τον Καραγκιόζη με τον Ντίλαν. Μιλάμε για μια εποχή όταν το τραγούδι σήμαινε κάτι ουσιώδες: κοινωνικό σχόλιο, πολιτική στάση, αισθητική αντίληψη. Πάνω στο δρόμο του Θεοδωράκη, του Χατζιδάκι και του Γκάτσου, ο ακομπλεξάριστος Σαββόπουλος κατέθεσε μια μουσική ταυτότητα ταυτόχρονα ελληνική και δυτική. Κατέθεσε πολιτισμό ανάμεσα σε δύο κόσμους, τους οποίους κατάφερνε να γεφυρώνει με αυθεντικότητα. Συνεχίζοντας στα χνάρια της γενιάς του ’30, ανέδειξε την ελληνική ιδιοπροσωπία, από κοινού με τους Λοΐζο, Μαρκόπουλο, Χριστιανόπουλο, Ταχτσή, Μικρούτσικο, Ξαρχάκο, Σπανό, Αναγνωστάκη και Καρούζο.
Η επίδραση η δική του και των υπολοίπων στη σύγχρονη ελληνική μουσική είναι τεράστια, έστω κι αν δεν αναγνωρίζεται πάντα. Το έντεχνο τραγούδι, όπως διαδέχτηκε το Νέο Κύμα, τους οφείλει πολλά: την τολμηρή σκέψη, την προσωπική γραφή, τη λεπτή ειρωνεία, τη θεατρικότητα. Ακόμη και η σύγχρονη ελληνική ποπ, με την επίκαιρη θεματολογία της και τη συναισθηματική της αμεσότητα, φέρει κάτι από το στίγμα εκείνης της γενιάς. Της γενιάς που μας έδειξε πως η ελληνικότητα δεν είναι μουσακάς, συρτάκι ή ένα ξερό ύφος, μα ξεχωριστός τρόπος να βλέπεις τη ζωή.
Κι όμως, σήμερα οι νέοι τον προσπερνούν. Δεν είναι παράδοξο: η εποχή μας δεν επιβραβεύει την ιδιοτυπία ούτε την αναζήτηση. Το τραγούδι έπαψε να είναι εργαλείο επικοινωνίας· εξέπεσε σε σκέτο εμπορικό προϊόν. Οι περισσότεροι νέοι ακούνε ξενική μουσική, έναν ηλεκτρονικό αχταρμά από ανατολίτικες, ραπ και βορειοβαλκανικές επιρροές, με -περίπου- ελληνικό περιεχόμενο. Αυτό δε συμβαίνει επειδή οι δημιουργοί μας στερούνται τεχνικών ικανοτήτων. Συμβαίνει επειδή δυστυχώς τους λείπει το πολιτισμικό βάθος που γεννά καλλιτέχνες σα τον Σαββόπουλο.
Ο Νιόνιος υπήρξε αντισυμβατικός, τολμηρός, πειραματιστής, σε μια Ελλάδα συντηρητική. Εξέφρασε όσο κανείς μια εποχή που είχε ακόμη κάτι να πει και να τραγουδήσει. Η δική μας πολυπολιτισμική και συμπεριληπτική Ελλάδα συχνά αρκείται σε πληκτική μίμηση. Οι Λάνθιμοι αποτελούν εξαιρέσεις, όχι κανόνα. Ίσως σήμερα μπορούμε να κάνουμε τους άλλους να γλεντούν στη Μύκονο, στο Βελιγράδι, στην Αστόρια, στην Πόλη, στη Χάιφα και στο Ντουμπάι, μα δεν μπορούμε να τους κάνουμε να συλλογιστούν. Γι αυτό και μόνο Νιόνιο θα μας λείπεις.