Διονύσης Σαββόπουλος: Η ιστορία του σπουδαίου τραγουδοποιού -Από τη Θεσσαλονίκη στη μεγάλη σκηνή (VIDEO)

Ένας μεγάλος μουσικός θρύλος «έφυγε» αλλά το έργο και η ιστορία του θα μείνουν στην γη για πάντα.

Διονύσης Σαββόπουλος: Η ιστορία του σπουδαίου τραγουδοποιού -Από τη Θεσσαλονίκη στη μεγάλη σκηνή (VIDEO)
(ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΡΧΕΙΟΥ) (ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΕΡΒΕΡΙΔΗΣ/MOTION TEAM)

Υπάρχουν καλλιτέχνες που απλώς τραγουδούν την εποχή τους — κι υπάρχουν κι εκείνοι που τη διαμορφώνουν.

Το πέπλο της θλίψης έπεσε από χτες με την είδηση του θανάτου του μεγάλου συνθέτη αλλά πάντα πρέπει να θυμόμαστε την μεγάλη ιστορία που άφησε πίσω του.

Ο Διονύσης Σαββόπουλος ανήκει αδιαμφισβήτητα στη δεύτερη κατηγορία. Από τα χρόνια της δικτατορίας έως τη μεταπολιτευτική ελευθερία, από το Πολυτεχνείο μέχρι τη σύγχρονη Ελλάδα των αντιφάσεων, ο Σαββόπουλος υπήρξε ο καθρέφτης και ταυτόχρονα ο αφηγητής μιας κοινωνίας σε διαρκή μετάβαση. Με το πείσμα του ποιητή και τη διαύγεια του στοχαστή, έδωσε στο ελληνικό τραγούδι μια νέα διάσταση — όπου η λαϊκή μελωδία συνάντησε το ροκ, η σάτιρα την ποίηση και το χιούμορ την πολιτική.

Οι στίχοι του έγιναν φωνή μιας γενιάς που διψούσε για ελευθερία, ειδικά στα χρόνια του Πολυτεχνείου, τότε που η μουσική δεν ήταν διασκέδαση αλλά πράξη αντίστασης και ελπίδας. Και όσο κι αν οι δεκαετίες πέρασαν, τα τραγούδια του συνεχίζουν να λειτουργούν σαν ζωντανά χρονικά της ελληνικής ψυχής — άλλοτε σαρκαστικά, άλλοτε τρυφερά, πάντοτε αληθινά.

Ο Σαββόπουλος δεν ήταν απλώς ένας σημαντικός τραγουδοποιός· είναι μια κιβωτός μνήμης και φαντασίας, ένας δημιουργός που κατάφερε να κάνει τη μουσική γλώσσα εθνικής αυτογνωσίας. Κι ίσως γι’ αυτό, τόσα χρόνια μετά, εξακολουθεί να μας αφορά — γιατί, τραγουδώντας για την Ελλάδα, τραγουδά πάντα για όλους μας.

Πρώτα χρόνια

Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1944, ο Διονύσης Σαββόπουλος μεγάλωσε μέσα σε μια Ελλάδα πληγωμένη από τον πόλεμο, αλλά ζυμωμένη με μουσική, παράδοση και κοινωνικές αντιφάσεις. Από νωρίς, η καλλιτεχνική του ανησυχία φάνηκε ασυμβίβαστη με τα καθιερωμένα.

Αφού εγκατέλειψε τη Νομική Σχολή Αθηνών, αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στη μουσική – σε μια πορεία που έμελλε να σημαδέψει ολόκληρη τη σύγχρονη ελληνική τραγουδοποιία.

Ο Διονύσης Σαββόπουλος είχε αποκαλύψει περισσότερες πτυχές από εκείνη την περίοδο στο «Στούντιο 4» το απόγευμα της Παρασκευής 31 Ιανουαρίου. Ο σπουδαίος συνθέτης και στιχουρχός θυμήθηκε τα πρώτα του χρόνια στην Αθήνα, όπου αντιμετώπισε μεγάλη φτώχεια, φτάνοντας να ζει σε ένα δωμάτιο χωρίς μπάνιο και να περνάει ημέρες νηστικός. Αναφέρθηκε στη βοήθεια που λάμβανε από φίλους, όπως ο Μάνος Λοΐζος, και σε ακραίες καταστάσεις, όπως η αναζήτηση τροφής σε κηδείες. Μοιράστηκε επίσης το χιούμορ που συνόδευε αυτές τις δύσκολες στιγμές, με τον Λοΐζο να εμπνέεται από ένα περιστατικό με μυρμήγκια για να αλλάξει στίχους σε τραγούδι του. Παράλληλα, αναφέρθηκε στη σύλληψή του, την αδιαφορία της οικογένειάς του και τη στήριξη της συζύγου του, Άσπας, η οποία, παρά το νεαρό της ηλικίας της, στάθηκε στο πλευρό του με αξιοθαύμαστη αποφασιστικότητα.

Ανατρέχοντας στα πρώτα του χρόνια στην Αθήνα, περιέγραψε τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπισε, φτάνοντας σε σημείο να μην έχει ούτε τα βασικά. «Είχα βρει ένα δωμάτιο που δεν είχε μπάνιο, δεν με ένοιαζε», ανέφερε, ενώ θυμήθηκε την περίοδο που ο φίλος του, Αλέξης Κυριτσόπουλος, του υπέδειξε που να πλυθεί. «Μου είπε “εκεί είναι το μπάνιο, εκεί το σαπούνι, εκεί έχει το νερό”. Μπαίνω μέσα, πλένομαι, σαπουνίζομαι και βγαίνω φρέσκος, και ο Αλέκος από τότε έλεγε “τότε που πήγες και πλύθηκες, βούλωσες το μπάνιο”».

Η πείνα όπως ανέφερε, ήταν μια από τις πιο σκληρές εμπειρίες εκείνης της περιόδου. «Είχα τρεις ημέρες να φάω, ήταν βασανιστικό. Η πείνα είναι πολύ δύσκολο πράγμα. Αρχίζεις και έχεις παραισθήσεις, σου έρχεται να φας το φλιτζάνι», είπε χαρακτηριστικά. Θυμήθηκε μάλιστα μια επίσκεψη στο σπίτι του Μάνου Λοΐζου, όπου ήλπιζε να βρει φαγητό. «Κοιμήθηκα στο σπίτι ενός παιδιού που δούλευε νύχτα, οπότε μου έδινε το κλειδί και κοιμόμουν εγώ εκεί πέρα και το πρωί ερχόταν το παιδί για να κοιμηθεί και εγώ σηκωνόμουν. Είχα τρεις ημέρες να φάω, ήταν βασανιστικό. Η πείνα είναι πολύ δύσκολο πράγμα. Αρχίζεις και έχεις παραισθήσεις, σου έρχεται να φας το φλυτζάνι. Ξεκινάω να πάω με τα πόδια στον Μάνο Λοΐζο, που έμενε στην Αττική, ο οποίος όλο και κάτι είχε. Η Μάρω η Λήμνου του πήγαινε από το σπίτι λίγο φαγητό. Κατεβαίνω την Ομόνοια και πάω στην Αττική και μου λέει “δυστυχώς έχει αρρωστήσει η μάνα της και είναι στο νοσοκομείο η Μάρω, δεν έχει φέρει τίποτα, αλλά έχω έναν φίλο στην Κυψέλη που όταν πηγαίνω όλο και κάτι μου δίνει”».

Ο Μάνος Λοΐζος τον παρέπεμψε σε έναν φίλο στην Κυψέλη, όμως φτάνοντας εκεί, αντί για φαγητό, τους περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. «Φτάνουμε στο σπίτι του παιδιού και βλέπουμε απέξω νεκρόκασα και αγγελτήριο κηδείας, είχε πεθάνει ο μπαμπάς του. Εμείς σε αυτήν την κατάσταση τι να πούμε; Ενσωματωθήκαμε στο πλήθος, λέγαμε τα γνωστά “τι σου είναι ο άνθρωπος, χθες τον έβλεπα”. Ακολουθήσαμε, πήγαμε στην κηδεία, την πέσαμε στα κόλλυβα και στα παξιμάδια και όταν πια τον φέρανε πίσω τον ορφανό στο σπίτι και χαιρετηθήκαμε, ο Μάνος σαν να το σκέφτηκε τελευταία στιγμή του λέει “έχεις μωρέ κανά 20αρικο;” και του έδωσε ένα 20αρικο και πάμε σε μια ταβερνούλα που ήταν εκεί κοντά στο σπίτι του Μάνου και παραγγέλνουμε μια φέτα, μια τηγανητές πατάτες και ρετσίνα και είχε αγοράσει και 2 τσιγάρα και έδωσε το ένα σε εμένα. Φάγαμε αυτό το λιτό γεύμα, καπνίσαμε και τα τσιγάρα. Το πιο νόστιμο γεύμα».

Ωστόσο, γυρνώντας σπίτι διαπίστωσαν ότι η Μάρω Λήμνου τους είχε αφήσει ένα μικρό ταψάκι με γιουβέτσι: «Και μετά ανεβαίνουμε, αυτός έμενα σε ένα δωμάτιο σε μια ταράτσα εκεί στην Αττική, και ανεβαίνουμε ένα μικρό ταψάκι με γιουβέτσι. Στην απουσία του Μάνου είχε έρθει η Μάρω και του άφησε ένα ταψάκι με γιουβέτσι. “Ώπα”, λέω, “όχι, τώρα φάγαμε, αυτό είναι για το βράδυ”, μου λέει. Εγώ πεινάλας. Μετά ξαπλώσαμε και σηκώνομαι εγώ ο βουλιμικός. Δίπλα στο καμαράκι του είχε ένα πλυσταριό, εκεί είχε βάλει το γιουβέτσι. Όλα τα μυρμήγια από την ταράτσα είχαν πέσει πάνω στο ταψί. Είχε μαυρίσει μυρμηγκικό οξύ, σηκώνεται ο Μάνος και το είδε και δεν είπε τίποτα».

Ο Μάνος Λοΐζος εμπνεύστηκε από αυτό το ατυχές γεγονός και άλλαξε στίχους από ένα τραγούδι που έγραφε εκείνη την περίοδο για μια θεατρική παράσταση: «Έγραφε τότε τη μουσική για το “Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα” του Λόρκα και άλλαξε το τραγούδι και έλεγε “οι μυρμηγκάδες τώρα φτάσανε στο μοσχαράκι το κριθαρωτό!”».

Οι πρώτες νότες επανάστασης

Το 1966, με το «Φορτηγό», ο Σαββόπουλος εμφανίζεται ως ένας νέος φωνητικός και στιχουργικός προφήτης. Ο δίσκος του έφερε έναν αέρα ανατροπής: λαϊκός ρυθμός, δυτικά ακούσματα και ένας λόγος που, για πρώτη φορά στην ελληνική σκηνή, μίλαγε με τόλμη για την κοινωνία, την πολιτική, τη νέα γενιά.

Η συνέχεια ήρθε με το «Περιβόλι του Τρελού» (1969) — έναν δίσκο-σύμβολο για τη δεκαετία του ’60 και τα πρώτα χρόνια της Χούντας. Ο Σαββόπουλος, με τη μουσική και την ποίησή του, κατόρθωσε να περάσει το μήνυμα της ελευθερίας μέσα από μεταφορές και αλληγορίες, αποφεύγοντας τη λογοκρισία χωρίς να προδώσει την ουσία.

Ο «Μηχανικός» και ο «Πολιτευτής» έγιναν τραγούδια-σχόλια πάνω στην κοινωνική υποκρισία και την ανθρώπινη ματαιοδοξία, ενώ το «Ζητάτε να σας πω» αποκτούσε πολιτικό βάθος μέσα στην ατμόσφαιρα της ανελευθερίας.

Ο απόηχος του Πολυτεχνείου και η γενιά της ελπίδας

Το Πολυτεχνείο του 1973 υπήρξε για τη γενιά του Σαββόπουλου κάτι περισσότερο από ένα ιστορικό γεγονός — ήταν το σημείο όπου η μουσική, η ποίηση και η πολιτική συνείδηση συναντήθηκαν. Αν και δεν υπήρξε ποτέ «πολιτικός τραγουδιστής» με τη στενή έννοια, ο Σαββόπουλος έγραψε και τραγούδησε με τρόπο που έδωσε φωνή στη συλλογική ψυχή της εποχής.

Τραγούδια όπως το «Ας κρατήσουν οι χοροί», το «Μπάλλος» και το «Η ρεζέρβα» συνδέθηκαν με το πνεύμα της Μεταπολίτευσης. Δεν ήταν ύμνοι· ήταν στοχασμοί πάνω στην έννοια της ελευθερίας, της ευθύνης, της κοινωνικής αφύπνισης.

Μετά το Πολυτεχνείο, ο Σαββόπουλος υπήρξε φωνή παρηγορητική και ταυτόχρονα ανατρεπτική: μιλούσε για μια νέα Ελλάδα που αναζητούσε ταυτότητα, μακριά από τις πληγές της Δικτατορίας. Στις συναυλίες της εποχής, χιλιάδες νέοι τραγουδούσαν μαζί του, βρίσκοντας στα λόγια του τη δική τους αντανάκλαση:

«Κι αν μας αντέξει το σχοινί, θα φανεί στο χειροκρότημα…»

Αυτή η φράση έγινε το ανεπίσημο σύνθημα μιας γενιάς που έψαχνε να σταθεί στα πόδια της με αξιοπρέπεια, δημιουργικότητα και χιούμορ.

Τα χρόνια στην φυλακή

Η σύγκρουση του Διονύση Σαββόπουλου με τη Χούντα δεν υπήρξε μόνο καλλιτεχνική, αλλά και προσωπική. Στα πρώτα χρόνια της δικτατορίας, το 1967, ο νεαρός τότε τραγουδοποιός συνελήφθη και οδηγήθηκε στη φυλακή για την πολιτική του δράση και τις ιδέες που εξέφραζε ανοιχτά μέσα από τη μουσική του. Ήταν μια περίοδος σιωπής και περισυλλογής, αλλά ταυτόχρονα μια βαθιά δημιουργική μήτρα, όπου ο Σαββόπουλος άρχισε να μετατρέπει την εμπειρία του περιορισμού σε εσωτερική ελευθερία. Η φυλάκισή του, αν και σύντομη, τον σημάδεψε.

Έγινε το συμβολικό σημείο καμπής ανάμεσα στον νεανικό ρομαντισμό και τη συνειδητή καλλιτεχνική ωριμότητα. Από τότε, η μουσική του έπαψε να είναι απλώς αντίδραση και έγινε σχόλιο, στοχασμός, πράξη μνήμης και αξιοπρέπειας. Ο ίδιος, χρόνια αργότερα, θα μιλήσει για εκείνη την περίοδο με συγκρατημένη ειρωνεία αλλά και βαθιά ανθρωπιά, λέγοντας πως «στη φυλακή δεν γράφεις τραγούδια· τα κρατάς μέσα σου, να μην ξεχάσεις ποιος είσαι». Αυτή η εμπειρία —η σύγκρουση ανάμεσα στην καταπίεση και την ανάγκη για λόγο— υπήρξε καθοριστική για τη μετέπειτα πορεία του, κάνοντάς τον τον πιο ευαίσθητο χρονικογράφο της ελληνικής ψυχής υπό πίεση. Όπως αναφέρει ο ίδιος: «Μπορεί βέβαια να ήμουν στενεμένος, αλλά ένα φως μέσα μου έγραφε τραγούδια. Το τραγούδι “Δημοσθένους λέξις” γράφτηκε εκεί».

Μάλιστα, όπως είχε αποκαλύψει ο ίδιος, ο πρώτος τίτλος του τραγουδιού ήταν «Εμβατήριο για μετέωρο φυλακισμένο». «Ανακάτεψα εκ των υστέρων τον Δημοσθένη για να ξεγελάσω τη λογοκρισία. Τους δούλεψα κανονικά. Δεν με επηρέασε η στενότης ή ο περιορισμός, πετούσα μέσα μου. Πάντα έφερνα εκείνο που συνέβη τότε και το ζούσα στο τώρα. Δεν πήγαινα στο παρελθόν. Έφερνα το παρελθόν στον παρόντα χρόνο» είχε αφηγηθεί.

Μόλις τον Ιανουάριο του 2025, σε συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στην ΕΡΤ, είχε δηλώσει πως «αυτά που έζησα στην φυλακή είναι παράσημα».

Όπως είχε αποκαλύψει τότε, η απομόνωση μετά τα βασανιστήρια ήταν ίσως η πιο δύσκολη εμπειρία. «Δεν πέρναγε η ώρα… Άρχισα να φτιάχνω τραγούδια. Έτσι πέρασε». Ο ίδιος λέει ότι δεν κρατά κακία για την κριτική που του έχει ασκηθεί: «Μήπως ξέρουν κι αυτοί τι κάνουν; Είναι παράσημα αυτά που έζησα στη φυλακή».

Το “Σαββοπουλικό” ύφος: μια αυτόνομη σχολή

Ο Σαββόπουλος κατάφερε να δημιουργήσει ένα ολόκληρο μουσικό ιδίωμα – έναν κόσμο όπου ο Καραγκιόζης συνδιαλέγεται με τον Bob Dylan και ο Καβάφης με το λαϊκό τραγούδι. Η γλώσσα του άλλοτε λυρική κι άλλοτε σατιρική, εμπεριείχε την ελληνική παράδοση χωρίς να εγκλωβίζεται σ’ αυτήν.

Στο «Μπάλλο», για παράδειγμα, παντρεύει τη νησιώτικη παράδοση με ηλεκτρικό ήχο, ενώ στο «Βρώμικο ψωμί» επιχειρεί μια κοινωνική ακτινογραφία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας — μιας χώρας που πέρασε από την εξέγερση στη σύγχυση. Είναι ο πρώτος που μίλησε μουσικά για την κούραση της ελευθερίας, χωρίς να χάσει την πίστη του σε αυτήν.

Η πρώτη εμφάνιση στην τηλεόραση

Η εκπομπή «Ζήτω το Ελληνικό τραγούδι» ήταν μια θρυλική τηλεοπτική παραγωγή της ΕΡΤ1 την περίοδο 1986-1987, με παρουσιαστή τον Διονύση Σαββόπουλο.

Η εκπομπή εστίαζε στη σύγχρονη ελληνική μουσική παραγωγή, αναφερόμενη σε διάφορα είδη και εποχές του ελληνικού τραγουδιού μέσα από αφιερώματα και σχόλια. Στόχος της ήταν να συνδυάσει την ελληνικότητα, το λαϊκό στοιχείο και τη μοντέρνα ροκ αισθητική, δίνοντας βήμα και σε νέους καλλιτέχνες όπως οι Φατμέ, ο Βασίλης Καζούλης και ο Γιάννης Γιοκαρίνης.

Στόχος της εκπομπής ήταν ο σχολιασμός της μουσικής επικαιρότητας, αφιερώματα σε καλλιτέχνες και είδη τραγουδιού, και αναζήτηση της σύνδεσης μεταξύ λαϊκής και ροκ παράδοσης. Βασικοί συνεργάτες του Διονύση Σαββόπουλου ήταν ο Γιώργος Κοντογιάννης, ο Σωτήρης Κακίσης, η Αντζελίνα Καλογεροπούλου και ο Σταμάτης Φασουλής. Η εκπομπή συνέβαλε στη δημιουργία ενός ευνοϊκού κλίματος για το λεγόμενο «έντεχνο λαϊκό τραγούδι» και βοήθησε στην ανάδειξη νέων ταλέντων. Επιπλέον λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 1987, κυκλοφόρησε και ένας διπλός δίσκος με τραγούδια από καλλιτέχνες που είχαν εμφανιστεί στην εκπομπή

Η γυναίκα της ζωής του

Σχεδόν έξι δεκαετίες μετρούσε η σχέση του Διονύση Σαββόπουλου με τη σύζυγό του Άσπα, μια σχέση που τον καθόρισε βαθιά.

Σε συνέντευξή του στην ΕΡΤ τον περασμένο Ιανουάριο με αφορμή την έκδοση της αυτοβιογραφίας του, ο μεγάλους τραγουδοποιός έλεγε ότι «η Άσπα είναι η γυναίκα της ζωής μου, 57 χρόνια με ανέχεται το κορίτσι, είμαι ερωτευμένος μαζί της, αλλά αυτή με ζηλεύει».

Είπε ότι «αφοσιώθηκε σε αυτόν τον γάμο χωρίς να χάσει την προσωπικότητά της».

Είχα μεγάλη υποστήριξη από την Άσπα, πρόσθεσε ακόμη, λέγοντας ότι «περάσαμε δύσκολα και ήταν πολλά τα δύσκολα και μαζί και τα παιδιά. Όταν με ξεφωνίζαμε, ο μεγάλος μου γιος ο Κορνήλιος έστειλε γράμμα στην Ελευθεροτυπία “γιατί τα λέτε αυτά τα πράγματα, ο μπάμπάς μου δεν είναι έτσι”. Αλλά γενικά τα παιδιά, εκτός από την ακεραιότητα που έχουνε, ήταν δίπλα μου».

 

Σε ερώτηση αν αντιλήφθηκε από την αρχή ότι η σχέση με την Άσπα θα είναι μια σχέση ζωής, απάντησε ότι «όχι, εγώ ήμουν αλλού ντ’ αλλού».

Πήρε όμως δυο αποφάσεις μέσα στην φυλακή, στην απομόνωση: «να ασχοληθώ με τα τραγούδια και να παντρευτώ την Άσπα γιατί την αγαπώ. Παντρευτήκαμε πολύ νέοι, τον Οκτώβριο του ’67 και ακριβώς την 28η Οκτωβρίου, την ημέρα του Όχι, εμείς είπαμε ναι. Εγώ ήμουν 23 και η Άσπα 18. Τότε παντρεύονταν πολλοί, ήταν η δικτατορία και ήθελες έναν άνθρωπο δίπλα σου».

Από τις μπουάτ στο Ηρώδειο

Η σκηνή υπήρξε πάντα το φυσικό του πεδίο. Στα πρώτα του χρόνια, στις μπουάτ της Πλάκας, οι εμφανίσεις του έμοιαζαν με μικρά πολιτιστικά μανιφέστα. Μετά τη Μεταπολίτευση, οι συναυλίες του έγιναν συναντήσεις μιας ολόκληρης κοινωνίας με τον εαυτό της. Από τον Λυκαβηττό και το Ηρώδειο μέχρι τις περιοδείες του στην Ελλάδα και το εξωτερικό, κάθε του εμφάνιση έφερε το χαρακτήρα συλλογικής τελετουργίας, μνήμης και αναστοχασμού.

Ο πνευματικός πατέρας μιας γενιάς

Για τη γενιά του Πολυτεχνείου, ο Σαββόπουλος δεν ήταν απλώς τραγουδιστής – ήταν ο καθρέφτης των ονείρων και των αντιφάσεών της. Οι στίχοι του έγιναν συνοδοιπόροι της κοινωνικής αφύπνισης, αλλά και της μετέπειτα απογοήτευσης. Κι όμως, μέσα από όλα αυτά, ο Σαββόπουλος παρέμεινε ο άνθρωπος που πιστεύει πως η Ελλάδα μπορεί πάντα να ξαναγεννηθεί μέσα από τη μουσική, το χιούμορ και τη μνήμη.

Κληρονομιά και διαχρονία

Σήμερα, πενήντα και πλέον χρόνια μετά, ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι ένας ζωντανός θεσμός. Μπορεί χτες να μας αποχαιρέτησε αλλά το έργο του θα συνεχίσει να διδάσκεται, επανεκδίδεται, και εμπνέει νέες γενιές δημιουργών που αναζητούν γνήσια καλλιτεχνική φωνή. Η συμβολή του στο ελληνικό τραγούδι είναι ανεκτίμητη, όχι μόνο για τη μουσική του καινοτομία, αλλά για τη σπάνια ικανότητά του να καταγράφει την ψυχολογία μιας ολόκληρης κοινωνίας μέσα από μελωδίες και λέξεις.

Από το Πολυτεχνείο έως το σήμερα, ο Σαββόπουλος παραμένει η ζωντανή συνείδηση μιας χώρας που ακόμα αναζητά τον εαυτό της. Τα τραγούδια του δεν είναι απλώς αναμνήσεις — είναι ενεργές φλόγες. Κι όσο υπάρχει ανάγκη για σκέψη, για ποίηση, για ειρωνεία και για ανθρωπιά, ο Διονύσης Σαββόπουλος θα συνεχίζει να τραγουδά:

«Ας κρατήσουν οι χοροί, κι αν χαθεί το φως, ας το ανάψουμε ξανά, με τα δικά μας χέρια.»

Έτσι, ο Σαββόπουλος δεν ήταν απλώς ο τραγουδοποιός μιας εποχής, αλλά η ηχητική βιογραφία της νεότερης Ελλάδας, ένας ποιητής που έκανε τη μουσική πολιτιστική πράξη και ανθρώπινη προσευχή.