Διάταξη Βορίδη: Διάταξη ομηρίας – Ώρα για κατάργηση και μονιμότητα

Αρθρογραφεί στο TheOpinion ο Δημήτρης Κνης, Μέλος Ε.Π. ΑΔΕΔΥ, Πρόεδρος Συλλόγου Εργαζομένων Κοινωνικών Δομών για την Αντιμετώπιση της Φτώχειας (Σ.ΚΟΙΝ.Δ.Α.Φ.)

Διάταξη Βορίδη: Διάταξη ομηρίας – Ώρα για κατάργηση και μονιμότητα

Η συζήτηση γύρω από το μέλλον μας, ως συμβασιούχων στις Κοινωνικές Δομές, δεν είναι ούτε τεχνική ούτε γραφειοκρατική· είναι βαθιά πολιτική και κοινωνική.

Στον πυρήνα της βρίσκεται η περιβόητη «διάταξη Βορίδη», όπως αυτή θεσπίστηκε με τον Νόμο 4915/2022 (άρθρο 37), μια ρύθμιση που λειτουργεί ως μηχανισμός αποκλεισμού χιλιάδων εργαζομένων από το αυτονόητο: τη σταθερή και αξιοπρεπή εργασία.

Εμείς που εργαζόμαστε στις Κοινωνικές Δομές –στα Κέντρα Κοινότητας, στις Δομές Παροχής Βασικών Αγαθών, στις Δομές Αστέγων, στα Κ.Δ.Α.Π, στα Κ.Η.Φ.Η, στους Βρεφικούς και Παιδικούς σταθμούς, στα Δημοτικά Ιατρεία και σε πλήθος άλλων κοινωνικών υπηρεσιών– δεν καλύπτουμε «προσωρινές ανάγκες». Καλύπτουμε πάγιες και διαρκείς λειτουργίες του κοινωνικού κράτους. Η πραγματικότητα αυτή συγκρούεται ευθέως με μια νομοθετική αντίληψη που μας εγκλωβίζει σε έναν φαύλο κύκλο ομηρίας, ανασφάλειας και συνεχών ανανεώσεων συμβάσεων.

Η μαζική συμμετοχή μας στην απεργία της ΠΟΕ-ΟΤΑ αποτέλεσε ηχηρή απάντηση σε αυτή την πολιτική. Χιλιάδες συμβασιούχοι και μόνιμοι εργαζόμενοι κατακλύσαμε τους δρόμους, στέλνοντας ξεκάθαρο μήνυμα ότι η επισφάλεια δεν γίνεται αποδεκτή ως κανονικότητα. Η παρουσία μας δεν ήταν απλώς αριθμητική· ήταν συλλογική και μαχητική, αποτυπώνοντας τη συσσωρευμένη αγανάκτηση αλλά και τη διάθεση για διεκδίκηση. Η απεργία αυτή δεν ήταν ένα στιγμιαίο γεγονός, αλλά κρίκος σε μια αλυσίδα αγώνων που δυναμώνει.

Η κατάργηση της διάταξης Βορίδη δεν αποτελεί απλώς ένα αίτημα δικαιοσύνης· είναι αναγκαιότητα για τη λειτουργία των ίδιων των δομών. Δεν μπορεί να υπάρξει ποιοτική κοινωνική πολιτική όταν εμείς οι εργαζόμενοι βρισκόμαστε υπό καθεστώς διαρκούς αβεβαιότητας. Η επισφάλεια υπονομεύει τη συνέχεια των υπηρεσιών, διαρρηγνύει τη σχέση εμπιστοσύνης με τους ωφελούμενους και αποδυναμώνει το ανθρώπινο δυναμικό.

Από συνδικαλιστική σκοπιά, το αίτημά μας είναι σαφές και αδιαπραγμάτευτο: μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων που καλύπτουμε πάγιες ανάγκες. Η εμπειρία μας, η εξειδίκευσή μας και η καθημερινή μας προσφορά δεν μπορούν να αγνοούνται ή να αντιμετωπίζονται ως «ευκαιριακές». Το επιχείρημα περί «συνταγματικών περιορισμών» έχει χρησιμοποιηθεί κατ’ επανάληψη ως άλλοθι πολιτικής αδράνειας, την ίδια στιγμή που έχουν βρεθεί λύσεις σε άλλους τομείς όταν υπήρξε “πολιτική βούληση”.

Ο τρόπος κατάργησης της διάταξης πρέπει να είναι ξεκάθαρος και να συνοδεύεται από συγκεκριμένα μέτρα:

  • Νομοθετική πρωτοβουλία που θα ακυρώνει ρητά τη διάταξη και θα αίρει κάθε εμπόδιο στη μετατροπή των συμβάσεων.
  • Θεσμοθέτηση διαδικασιών που αναγνωρίζουν την προϋπηρεσία και την εμπειρία ως βασικά κριτήρια ένταξης σε μόνιμες θέσεις.
  • Διασφάλιση της χρηματοδότησης των δομών με σταθερούς εθνικούς πόρους και όχι αποκλειστικά μέσω ευρωπαϊκών προγραμμάτων.
  • Συλλογικές διαπραγματεύσεις και κατοχύρωση πλήρων εργασιακών δικαιωμάτων.

Η κατάργηση δεν πρέπει να γίνει αποσπασματικά ή επικοινωνιακά, αλλά ως μέρος μιας συνολικής αναδιάρθρωσης της κοινωνικής πολιτικής, με επίκεντρο τον άνθρωπο – τόσο τον εργαζόμενο όσο και τον ωφελούμενο.

Τέλος, κανένα νομοθετικό βήμα δεν πρόκειται να γίνει χωρίς πίεση «από τα κάτω». Η συλλογική δράση, η ενότητά μας και η ενεργή συμμετοχή στους συλλόγους και στα σωματεία αποτελούν τον καθοριστικό παράγοντα. Οι κατακτήσεις δεν χαρίζονται – επιβάλλονται.

Η μάχη για την κατάργηση της διάταξης Βορίδη είναι, στην ουσία της, μάχη για την αξιοπρέπεια της εργασίας και για ένα κοινωνικό κράτος που δεν θα στηρίζεται στην επισφάλεια, αλλά στη σταθερότητα, τη συνέχεια και τον σεβασμό στους ανθρώπους του.