Γιάννης Μαρίνος: Τέλος εποχής στην οικονομική αρθρογραφία

Η παρακαταθήκη του εμβληματικού δημοσιογράφου και τα διαχρονικά αδιέξοδα της ελληνικής οικονομίας.

Γιάννης Μαρίνος: Τέλος εποχής στην οικονομική αρθρογραφία

Μετά από 73 χρόνια σταδιοδρομίας, ο Γιάννης Μαρίνος «κρέμασε την πένα του» με ένα αποχαιρετιστήριο σημείωμα στο Βήμα, δηλαδή στο μέσο όπου ξεκίνησε. Με την αποχώρησή του από τον χώρο αποδυναμώνεται η αδέσμευτη οικονομική αρθρογραφία.

Δυστυχώς, τέτοιες φωνές αυτή τη στιγμή σπανίζουν. Ακόμη και ο –θεωρούμενος– αντιπολιτευτικός οικονομικός τύπος σχεδόν ποτέ δεν αναφέρεται στα διαρθρωτικά προβλήματα της εθνικής οικονομίας. Αντίθετα, καλλιεργεί κλίμα ευφορίας γύρω από τους «εθνικούς πρωταθλητές» και το Χρηματιστήριο Αθηνών, θυμίζοντας τη δεκαετία του ’90.

Ο Μαρίνος δεν ήταν οικονομολόγος, και ίσως αυτό τον καθιστούσε πιο επιδραστικό· κατόρθωνε να αναλύει οικονομικά ζητήματα με τρόπο απολύτως προσιτό στον μέσο πολίτη. Ήταν μάλιστα εξαιρετικά επικριτικός όταν κυβερνήσεις επαίρονταν για τα αναπτυξιακά και δημοσιονομικά τους επιτεύγματα. Αξιοποιώντας ψυχρούς αριθμούς, αποδομούσε τους εκάστοτε κυβερνητικούς ισχυρισμούς· ίσως αυτή να ήταν και η αιτία της αντιπάθειας του Κώστα Σημίτη προς το πρόσωπό του. Παρεμπιπτόντως, το προτελευταίο άρθρο του αναφερόταν στην –αντικειμενική– ελληνική φτώχεια.

Πριν 30 χρόνια, πολλοί σημερινοί μεσήλικες πραγματικά ξεκοκαλίζαμε τα κείμενα του Μαρίνου. Ο λόγος; Διαπιστώναμε ότι οι ποικίλες επιφυλάξεις μας για την πορεία της πραγματικής οικονομίας δεν ήταν παράλογες. Ο 96χρονος σήμερα δημοσιογράφος έγραφε συνεχώς για τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα και για το τεράστιο πρόβλημα του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών.

Ουσιαστικά αναδείκνυε κάτι απλούστατο: όταν δεν μπορείς να εξάγεις αγαθά ίσης αξίας με όσα εισάγεις, ενώ ταυτόχρονα επιθυμείς να διατηρείς υψηλό επίπεδο διαβίωσης, τότε νομοτελειακά θα καταφύγεις σε εξωτερικό δανεισμό. Στηλίτευε λοιπόν την πιστωτική επέκταση εκείνης ακριβώς της περιόδου, μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, τόσο εκ μέρους του κράτους όσο και εκ μέρους των ιδιωτών. Τα αποτελέσματα της ξέφρενης επέκτασης φάνηκαν ξεκάθαρα μετά το 2010, και ακόμη τα υφιστάμεθα.

Όπως και πριν τη χρεοκοπία μας, ξαναλαμβάνουμε θετικές αξιολογήσεις από τους οίκους. Να θυμίσουμε ότι το 2008 διαθέταμε όμοια πιστοληπτική ικανότητα με πολλά βιομηχανικά κράτη της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής. Την ίδια περίοδο, οι αρμόδιοι για την οικονομική πολιτική μάς διαβεβαίωναν για το πόσο θωρακισμένη ήταν η εθνική οικονομία και απέρριπταν τεκμηριωμένες αντιρρήσεις, διατυπώνοντας ευφάνταστες θεωρίες.

Εν έτει 2026, οι δείκτες μας πάλι βελτιώνονται. Σίγουρα η πειθαρχία μας προστατεύει από επικείμενη χρεοκοπία, όμως το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας εξακολουθεί να υπονομεύει τις μακροχρόνιες προοπτικές μας. Η μεγάλη διαφορά από το τότε είναι ότι τώρα, τράπεζες και Δημόσιο λειτουργούν πολύ πιο φειδωλά ως προς τα δάνεια και τις αυξήσεις. Συνεπώς, δεν κινδυνεύουμε, αλλά ούτε προχωράμε.

Η χώρα επιβάλλεται να αποκτήσει άμεσα δική της αναπτυξιακή στρατηγική, με ιδιαίτερη έμφαση στη μεταποίηση. Δυστυχώς, αν και στον 8ο πια χρόνο της, η κυβέρνηση δεν έχει καταπιαστεί σοβαρά με αυτό το ζήτημα, δεδομένου ότι το «Ελλάδα 2.0» αποδείχτηκε ακόμη περισσότερες κρατικές δαπάνες. Πάντως, αν αποφασίσει να καταπιαστεί, το μόνο που χρειάζεται να κάνει είναι να ανατρέξει σε άρθρα 20ετίας του Μαρίνου, όπου περιγράφονται γλαφυρά οι πασίγνωστες κακοδαιμονίες: το υψηλότατο μη μισθολογικό κόστος, η ενέργεια, το ανεκπαίδευτο εργατικό δυναμικό, η γραφειοκρατία (η ψηφιοποίηση κυρίως την καλλώπισε), οι ολιγοπωλιακές πρακτικές, οι αυξήσεις μισθών δίχως ανάλογη αύξηση παραγωγικότητας, και η χαμηλή ποιότητα έρευνας που προσφέρουν τα ελληνικά ιδρύματα. Οι συστάσεις έχουν γίνει, μα η θέληση να υιοθετηθούν παραμένει ζητούμενο.