Προπληρωμή χρέους και ανάπτυξη: Η παγίδα του Trickle-Down
Μείωση του αριθμητή χωρίς αύξηση του παρονομαστή: γιατί η δημοσιονομική βελτίωση δεν μεταφράζεται σε βιώσιμη ανάπτυξη;
Επαίρεται σύσσωμη η κυβέρνηση για τη νέα πρόωρη αποπληρωμή ~13 δισ. € εξωτερικού δημοσίου χρέους. Συμπεριλαμβανομένου του φετινού ποσού, οι συνολικές πρόωρες αποπληρωμές της Ελλάδας από το 2019 ανέρχονται σε ~49 δισ.
Μετά το 2019, το εξωτερικό χρέος υποχωρεί από το 180% του ονομαστικού ΑΕΠ σε 137% του ΑΕΠ. Αναμφίβολα εντυπωσιακή επίδοση, αλλά αξίζει να σημειωθεί πως η αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ εν πολλοίς οφείλεται στον πληθωρισμό, μετά το 2020. Βέβαια, ενώ το εξωτερικό χρέος μειώνεται, στο ίδιο διάστημα έχει σχεδόν τριπλασιαστεί το εσωτερικό χρέος προς κρατικούς φορείς μέσω τοποθετήσεων σε repos.
Οι επίσημοι λόγοι για την εν λόγω -συντηρητική- κυβερνητική πρακτική είναι γνωστοί. Πρώτος, ότι διά της εξόφλησης δανείων με κυμαινόμενο (άρα αβέβαιο) επιτόκιο καταβάλλονται λιγότεροι ετήσιοι τόκοι. Ο δεύτερος είναι ότι έτσι εξασφαλίζεται μεγαλύτερη ασφάλεια μετά το 2032, όταν θα έρθει η ώρα εξόφλησης των οφειλόμενων τόκων στο EFSF. Πρόκειται για 25 δισ. €, τα οποία όμως θα καταβάλλονται σταδιακά, ίσως μέχρι το 2052.
Εξυπακούεται ότι η παραπάνω συλλογιστική έχει βάση. Συνεπώς, ως προς την αναλογία Χρέους/ΑΕΠ, η κυβέρνηση επιδιώκει τη μείωση του αριθμητή, μα δίχως να εστιάζει αρκούντως στην πραγματική αύξηση του παρονομαστή. Από πού προκύπτει αυτό το συμπέρασμα; Από την ανεπαρκή στήριξη που προσφέρει στην υγιή ανάπτυξη.
Από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), η Ελλάδα είχε τελικά στη διάθεσή της ~36 δισ. €: χονδρικά 18 δισ. ως επιχορηγήσεις και άλλα τόσα ως δάνεια. Χάρη στα χρήματα αυτά, εκατοντάδες δράσεις είτε προχώρησαν είτε ολοκληρώθηκαν. Σίγουρα εκτελέστηκαν σημαντικά αναπτυξιακά έργα, όπως το βόρειο τμήμα του Ε65, καθώς και κάποιες κρίσιμες μεταρρυθμίσεις: ο ψηφιακός εκσυγχρονισμός του κράτους με το gov.gr, ο νέος Δικαστικός Χάρτης, η ολοκλήρωση του Κτηματολογίου, τα Ειδικά Χωροταξικά Σχέδια για ΑΠΕ-Τουρισμό-Βιομηχανία και η κωδικοποίηση της φορολογικής νομοθεσίας.
Στην ίδια περίοδο, η χώρα μας κατέστη καθαρός εξαγωγέας πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας σε ώρες μη απορροφούμενης προσφοράς· ως εκ τούτου, το ενεργειακό κόστος των μεταποιητικών επιχειρήσεων δεν μειώθηκε. Παράλληλα, η Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας και η διασύνδεση POS-ταμειακών μηχανών δεν μεταφράστηκαν σε μείωση του ΦΠΑ και των ασφαλιστικών εισφορών.
Από την πλευρά τους, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις έλαβαν ~1,7 δισ. € σε επιχορηγήσεις (~9% του συνόλου των επιχορηγήσεων) και 5,9 δισ. σε δανεισμό (~33% του συνόλου των δανείων). Να θυμίσουμε πως οι ΜμΕ αποτελούν πάνω από 98% του συνολικού αριθμού επιχειρήσεων και απασχολούν πάνω από 83% των εργαζομένων.
Πλέον ακολουθεί το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης (ΕΠΑ), δηλαδή ένα πιο μακροπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Στο πλαίσιο του ΕΠΑ 2026-2030, το οποίο χρηματοδοτείται αποκλειστικά από εθνικούς πόρους, σε σύνολο 23,6 δισ. €, η κατανομή για την επιχειρηματικότητα, τη βιομηχανία/μεταποίηση και την καινοτομία ανέρχεται αθροιστικά σε περίπου 1,8 δισ. (~8%). Από αυτά, 0,75 δισ. € θα κατευθυνθούν στην ψηφιοποίηση (προστιθέμενα στα πάνω από 6 δισ. € του ΤΑΑ για τον ίδιο σκοπό) και μόλις 0,25 δισ. € στη βιομηχανική έρευνα και ανάπτυξη· αναπόφευκτα θα διαιωνιστεί η εξάρτηση από τον τουρισμό και την οικοδομή. Αντίθετα, ο δεδηλωμένος στόχος για μεσομακροπρόθεσμη συμμετοχή της μεταποίησης στο 15% του ΑΕΠ (από ~10% σήμερα) πολύ δύσκολα θα επιτευχθεί.
Όπως λοιπόν αντιλαμβανόμαστε, παρά τον φιλελεύθερο αυτοπροσδιορισμό της, η κυβέρνηση εφαρμόζει ένα αναπτυξιακό μοντέλο με αρκετά συγκεντρωτικά χαρακτηριστικά. Η ως τώρα πολιτική της βελτιώνει τις διεθνείς αξιολογήσεις, έμμεσα μειώνει το κόστος δανεισμού του Δημοσίου και των μεγάλων ομίλων (εθνικών πρωταθλητών), άρα βελτιώνει και τη δεσπόζουσα θέση των τελευταίων στην αγορά. Παράλληλα, τοποθετεί τεράστια ποσά σε υλικές και άυλες κρατικές υποδομές, αντί σε κίνητρα για πιο βιώσιμες και εξωστρεφείς ΜΜΕ. Επενδύει δηλαδή στη διάχυση του παραγόμενου πλούτου από πάνω προς τα κάτω (trickle-down economics), χωρίς όμως να πετυχαίνει τον στόχο της.
Τα τελευταία χρόνια, τα εταιρικά κέρδη στην Ελλάδα ως ποσοστό του ΑΕΠ κατέγραψαν ιστορικά υψηλά επίπεδα, ενώ το μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ παραμένει από τα χαμηλότερα στην ΕΕ. Η αποτυχία του μοντέλου αποδίδεται στην απροθυμία των μεγάλων να επενδύσουν στο εσωτερικό της χώρας, στο υπερβολικά μικρό ποσοστό μεσαίων επιχειρήσεων (μόνο 0,5% του συνόλου) και στις δυσκολίες αύξησης της ανταγωνιστικότητας των μικρών (λόγω ενεργειακού κόστους, μη μισθολογικού κόστους, έλλειψης κρίσιμων δεξιοτήτων, υπερβολικά περίπλοκου κανονιστικού πλαισίου, προσκομμάτων στους μικρούς παραγωγούς ΑΠΕ και, φυσικά, δύσκολης πρόσβασης σε τραπεζική χρηματοδότηση). Εντούτοις, το οικονομικό επιτελείο επιμένει.
Μπορεί λοιπόν τυπικά να καταγράφεται ανάπτυξη, αλλά με πραγματική (όχι ονομαστική) ετήσια μεγέθυνση του ΑΕΠ κατά 2,1% και με την προοπτική αυτή να πέσει στο 1% (σύμφωνα με την ίδια την κυβέρνηση), τότε μάλλον για στασιμοπληθωρισμό θα έπρεπε να μιλάμε. Στασιμοπληθωρισμό, την ώρα που είμαστε ήδη ουραγοί στην παραγωγικότητα και στην αγοραστική δύναμη. Τι μέλλει γενέσθαι;
Πράγματι, τα υπερπλεονάσματα δεν επιτρέπεται να γίνονται παροχές. Ωστόσο, όταν αυτά καθίστανται κανόνας, μάλλον επαναλαμβάνονται λάθη στους υπολογισμούς του ΥΠΟΙΚ. Λάθη που οδηγούν σε επίμονα υψηλούς φόρους. Ας θεωρήσουμε τα λάθη αυτά τυχαία. Καλό θα είναι να μην επαναληφθούν, ώστε να απελευθερωθούν πολύ σοβαρότεροι πόροι για τη μεγέθυνση του παρονομαστή.