Στα χθεσινά οικονομικά μέτρα, ανακούφιση χωρίς λύση

Επιδόματα, επιστροφές και προσωρινές ενισχύσεις σε μια πραγματική οικονομία που παραμένει εξαιρετικά ευάλωτη

Στα χθεσινά οικονομικά μέτρα, ανακούφιση χωρίς λύση

Τα χθεσινά μέτρα ήταν μάλλον προβλέψιμα: επιδοτήσεις καυσίμων, ενισχύσεις σε οικογένειες, επιστροφές ενοικίου, αυξημένα βοηθήματα για συνταξιούχους. Με εξαίρεση εκείνα για τους αγρότες και τις μικρές επιχειρήσεις με οφειλές, ήταν μια κυβερνητική δέσμη παρεμβάσεων που επιχειρεί να απαλύνει τις επιπτώσεις της νέας κρίσης πάνω στα νοικοκυριά.

Για δεύτερη φορά μέσα στο 2026, το κράτος επιστρέφει χρήμα στους πολίτες. Όχι φυσικά ως πράξη γαλαντομίας, διότι αυτά τα χρήματα είναι μέρος των εσόδων που το ίδιο συγκέντρωσε από όλους εμάς. Δεν πρόκειται για δώρο, αλλά για διαχείριση μιας πίεσης που ήδη έχει μεταφερθεί στην καθημερινότητα. Και εδώ αρχίζει η πραγματική συζήτηση.

Ως γνωστόν, τα υπερέσοδα των τελευταίων ετών δεν προήλθαν από κάποια αναπτυξιακή έκρηξη. Προήλθαν κυρίως από δύο πηγές: την εντατικοποίηση της φορολογικής συμμόρφωσης και -κυρίως- την άνοδο των τιμών. Ακριβότερα τρόφιμα+ακριβότερα καύσιμα=μεγαλύτερες εισπράξεις ΦΠΑ και φορων στην ενέργεια. Με άλλα λόγια, η ίδια η ακρίβεια που πιέζει τα νοικοκυριά τροφοδοτεί τον κρατικό κορβανά. Κάτι παρόμοιο ισχύει για τη μείωση της φοροδιαφυγής: συνεπάγεται μεταφορά κυκλοφορούντος χρήματος, δεδομένου ότι χρήμα το οποίο κυκλοφορούσε στην αγορά καταλήγει άμεσα στα δημόσια ταμεία.

Σε αυτό το πλαίσιο, τα -περίπου 500 εκατομμυρίων- μέτρα αποτελούν επιστροφή ενός έκτου του υπερπλεονάσματος, δηλαδή ενός μικρού μέρους αυτής της επιβάρυνσης. Η εν λόγω επιλογή δεν είναι τυχαία. Η κυβέρνηση συνεχίζει αταλάντευτη την ορθόδοξη δημοσιονομική πολιτική της μνημονιακής περιόδου: αποπληρωμή χρέους, διατήρηση υψηλών πλεονασμάτων, συγκράτηση δαπανών. Σε διεθνές επίπεδο, αυτό μεταφράζεται σε μακροοικονομική αξιοπιστία. Δυστυχώς σε κοινωνικό επίπεδο μεταφράζεται σε διαρκή αίσθηση στενότητας των Ελλήνων.

Από τη μία πλευρά, οι δείκτες βελτιώνονται· ταχεία αποκλιμάκωση χρέους, αυξημένη απασχόληση, ιδιωτικές επενδύσεις, πρόσβαση στις αγορές. Η χώρα συνολικά εμφανίζεται ανθεκτική. Από την άλλη, η καθημερινότητα παραμένει εύθραυστη. Το κόστος ζωής ανεβαίνει, η ανταγωνιστικότητα παραμένει σχετικά χαμηλή, το αειθαλές παραγωγικό μοντέλο εξακολουθεί να εξαρτάται από λίγους κλάδους και ακόμη λιγότερους μεγάλους παίκτες.

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, για παράδειγμα, βρίσκονται μονίμως στο περιθώριο: μακριά από χρηματοδοτήσεις, κίνητρα ανάπτυξης, φρέσκια στρατηγική προς ένα νέο παραγωγικό πλαίσιο. Το ίδιο ισχύει και για τα νοικοκυριά: οι ενισχύσεις τα ανακουφίζουν πρόσκαιρα, αλλά δεν αλλάζουν ριζικά την σκληρή πραγματικότητα.

Εδώ λοιπόν τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: η ελληνική οικονομία μετασχηματίζεται ή απλώς είναι εγκλωβισμένη σε μια καλύτερη διαχείριση των αδυναμιών της; Συζητήσιμο. Πάντως αν τα υπερέσοδα ανακυκλώνονται σε επιδόματα και πρόωρες αποπληρωμές χρέους, χωρίς να διοχετεύονται σε μια νέα παραγωγική βάση, τότε το μοντέλο δεν αλλάζει, μα απλώς αναπαράγεται. Με περισσότερη δημοσιονομική πειθαρχία, αλλά με τις ίδιες δομικές αδυναμίες.

Εν κατακλείδι, τα χθεσινά μέτρα απαντούν στο σύμπτωμα, όχι στην ασθένεια. Με τον στασιμοπληθωρισμό να βρίσκεται προ των πυλών, είναι ανεπαρκή, αν και προσφέρουν ανάσα. Εφόσον συνεχιστεί η απαρέγκλιτη τήρηση του γνώριμου δημοσιονομικού υποδείγματος, η οικονομία θα βρίσκεται σε μια ιδιότυπη στασιμότητα. Ούτε σε κρίση, ούτε όμως σε πραγματική ανάπτυξη.