Τι σημαίνει για την αγορά η νέα ανανέωση Στουρνάρα;
Από την «αναγκαία λιτότητα» στη δομική αποδιάρθρωση: τι δεν λέγεται ποτέ για το οικονομικό μοντέλο που επικράτησε
Στην αυγή της τρίτης θητείας Στουρνάρα στο τιμόνι της ΤτΕ, κυβερνώντες και επιχειρηματίες ανακυκλώνουν τα ίδια, ένθεν κακείθεν. Από τη μία, προβάλλεται ο καλοσπουδασμένος «τεχνοκράτης της σταθερότητας». Από την άλλη, το πρόσωπο που ταυτίστηκε με τη σκληρότερη φάση της μνημονιακής περιόδου. Ο Γιάννης Στουρνάρας είναι μια φιγούρα που διχάζει αλλά επιβιώνει, γεγονός ενδιαφέρον.
Η κριτική εις βάρος του δεν υπήρξε ποτέ προσωπική· ήταν βαθιά πολιτική, ήδη από την περίοδο που διηύθυνε το ΙΟΒΕ, αναβαθμίζοντάς το σε επιδραστικό think tank. Το σκεπτικό του ανέκαθεν αφορούσε ένα συγκεκριμένο μοντέλο: εσωτερική υποτίμηση, αυστηρότατη δημοσιονομική πειθαρχία, πίεση προς τους μικρούς, τους -υποτίθεται- αντιπαραγωγικούς. Το αποτέλεσμα μετά το 2012; Μισθοί που κατέρρευσαν. Μικρομεσαίες επιχειρήσεις που εξαφανίστηκαν. Επί των πρώτων θητειών του σε κρίσιμες θέσεις χάραξης οικονομικής πολιτικής, σημειώθηκε συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 25%, εκτόξευση της ανεργίας και καταστροφή της μεσαίας τάξης. Το παραγωγικό τοπίο αναδιαμορφώθηκε βίαια, αφήνοντας πίσω του κενά που ακόμη δεν έχουν καλυφθεί.
Η υπεράσπιση του πρώην Υπουργού Οικονομικών είναι περίπου γνωστή: χωρίς αυτή τη σκληρή γραμμή, η χώρα θα είχε πεταχτεί από το ευρώ· η προσαρμογή ήταν αναπόδραστη. Έκτοτε, το τραπεζικό σύστημα εξυγιάνθηκε, η βαθμολόγηση των οίκων βελτιώθηκε θεαματικά, οι πωλήσεις ομολόγων επανήλθαν, καταγράφεται -ονομαστική- μεγέθυνση του ΑΕΠ, το ασφαλιστικό είναι σαφώς υγιέστερο, οι εξαγωγές αυξήθηκαν, πολλά κλειστά επαγγέλματα απελευθερώθηκαν, υπέρ των καταναλωτών.
Σύμφωνα με την παραπάνω λογική, ο… «πατέρας» του ΕΝΦΙΑ και διασώστης του Τέλους Επιτηδεύματος ήταν απλώς ο χορηγός της αναπόφευκτης θεραπευτικής αγωγής. Εν μέρει ισχύει. Δυστυχώς, μόνο εν μέρει.
Το αν χρειαζόταν προσαρμογή δεν αμφισβητείται. Χρειαζόταν. Το ερώτημα είναι με ποια ιδεολογικά φίλτρα σχεδιάστηκε, πώς εκτελέστηκε και τι άφησε πίσω της όσον αφορά την πραγματική οικονομία. Η απάντηση είναι δυσάρεστη. Το επιχείρημα ότι «έπρεπε να καθαρίσει η αγορά» καταρρέει μπροστά σε μια απλή διαπίστωση: δεν υπήρξε ποτέ ρεαλιστικό σχέδιο για το τι θα τη διαδεχθεί. Καμία σκέψη για οργανική μεγέθυνση. Καμία διάσωση άυλων πόρων. Μόνο «δημιουργική καταστροφή», δηλαδή ένα άλμα στο κενό, όπου οι λίγοι άντεξαν και οι πολλοί βγήκαν εκτός, διά παντός.
Κατά συνέπεια, τα μνημονιακά μέτρα δεν λειτούργησαν ως γέφυρα σε κάτι νέο, αλλά ως φίλτρο για την επιχειρηματικότητα. Δεν οδήγησαν σε ανασυγκρότηση, αλλά σε συρρίκνωση. Δεν δημιούργησαν νέα παραγωγική βάση, αλλά αποδιάρθρωσαν την παλιά, χωρίς να την ανανεώσουν. Υποστηρικτικά δίκτυα της βιομηχανίας που διαλύθηκαν δεν ξαναδημιουργήθηκαν. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν μεγάλωσαν, μα μειώθηκαν. Οι αλλοδαποί τεχνίτες δεν μετακινήθηκαν, έφυγαν έξω. Πολύτιμο know-how δεν ανακυκλώθηκε αλλά χάθηκε. Χρήσιμα ακίνητα και μηχανήματα δεν άλλαξαν χέρια· απαξιώθηκαν οριστικά. Παρά τα λεγόμενα, το brain drain δεν έχει ακόμη αναστραφεί.
Τουτέστιν, η πολυδιαφημισμένη προσαρμογή είχε κόστος που δεν αποτυπώνεται εύκολα σε αριθμούς: μια πραγματική οικονομία που σε μεγάλο βαθμό έχασε το αναγκαίο ενδιάμεσο στρώμα της. Η εν λόγω απώλεια αποτελεί πρωτίστως δομικό πρόβλημα βιώσιμης ανάπτυξης, πέρα από την κοινωνική της διάσταση.
Σε αντίθεση με τις μεγάλες, λίγα έχουν αλλάξει προς το καλύτερο για τις ΜμΕ μετά το 2019. Οι τράπεζες τις χρηματοδοτούν υπό επαχθείς όρους, το Ταμείο Ανάκαμψης ελάχιστα τις ωφέλησε, το κόστος προσαρμογής στο κανονιστικό πλαίσιο παραμένει δυσβάσταχτο, οι εκπαιδευμένοι εργαζόμενοι είναι όλο και πιο δυσεύρετοι, τα κίνητρα για συγχωνεύσεις των μικρών είναι επιεικώς αστεία, οι φορολογικές ελαφρύνσεις απορροφήθηκαν από τον πληθωρισμό. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση δείχνει να θεωρεί πως τα μνημονιακά εργαλεία εις το εξής θα δώσουν διαφορετικό αποτέλεσμα, ενδεχομένως χάρη στο… θαύμα της ψηφιοποίησης.
Το τεράστιο μέγεθος της κρίσης κατέστησε αναπόφευκτα τα όποια λάθη. Ό γέγονε, γέγονε. Ούτε οι επιχειρήσεις που έκλεισαν θα ξανανοίξουν, ούτε η γνώση που χάθηκε θα επιστρέψει αυτούσια. Ωστόσο, η επιμονή στις ίδιες πρακτικές δεν είναι μονόδρομος. Είναι επιλογή. Συνεπώς, η τρίτη θητεία του μακροβιότερου Έλληνα κεντρικού τραπεζίτη δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως τυπική διοικητική συνέχεια. Είναι επιβεβαίωση μιας πολιτικής θέσης: το μοντέλο Στουρνάρα εξακολουθεί να θεωρείται επαρκές, άρα η εμπειρία της προηγούμενης δεκαπενταετίας δεν ήταν παρένθεση, μα ισόβιο καθεστώς.
Και εκεί εντοπίζεται η πραγματική ευθύνη. Όχι στο τι συνέβη στο παρελθόν, αλλά στο αν το μέλλον θα σχεδιαστεί διαφορετικά. Αν το οικονομικό επιτελείο επιμείνει να αντιμετωπίζει την κοινωνία ως μεταβλητή προσαρμογής και όχι ως βάση ανάπτυξης, τότε η χώρα μόνο θα σέρνεται, μέχρι την επόμενη διεθνή κρίση.