Πως η παρουσία του γονέα επηρεάζει τον παιδικό ύπνο
Μέσα από απλές, καθημερινές στιγμές δημιουργείται ένα περιβάλλον ασφάλειας για το παιδί
Ένα από τα πιο φορτισμένα ζητήματα στην καθημερινότητα των γονέων, είναι σίγουρα ο ύπνος των παιδιών.
Μια από τις πιο διαδεδομένες αντιλήψεις είναι πως το παιδί πρέπει να μάθει να κοιμάται μόνο του, ακόμη και αν αυτό σημαίνει να μείνει χωρίς την παρουσία του γονέα. Βέβαια η σύγχρονη προσέγγιση ανατρέπει όσα ξέρουμε και δίνει έμφαση στη συναισθηματική σύνδεση και την αίσθηση ασφάλειας.
Η ψυχοπαιδαγωγός Ευτυχία Βαρσαμή μιλώντας στην ιστοσελίδα baby.gr, υποστηρίζει ότι ο ύπνος δεν είναι απλώς μια δεξιότητα που κατακτάται με εξάσκηση, αλλά μια διαδικασία που συνδέεται άμεσα με τη σχέση παιδιού και γονέα. Μέσα από παρεμβάσεις της, επισημαίνει ότι η παρουσία του ενήλικα κατά τη διαδικασία του ύπνου δεν ενισχύει την εξάρτηση, αλλά λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός ρύθμισης για το παιδί.
Κεντρική έννοια σε αυτή την προσέγγιση είναι η συν-ρύθμιση, δηλαδή η ικανότητα του παιδιού να «δανείζεται» τη συναισθηματική σταθερότητα του γονέα μέχρι να μπορέσει να αναπτύξει τη δική του. Μέσα από απλές, καθημερινές στιγμές ένα παραμύθι, ένα χάδι, μια ήρεμη παρουσία δημιουργείται ένα περιβάλλον ασφάλειας που επιτρέπει στο παιδί να χαλαρώσει και να αποκοιμηθεί.
Σε αντίθεση με τη λογική της απομάκρυνσης, η ειδικός τονίζει ότι όταν ένα παιδί αφήνεται μόνο του, δεν αυτορυθμίζεται πραγματικά. Αντίθετα, προσαρμόζεται σε μια κατάσταση που μπορεί να του προκαλεί άγχος, χωρίς να έχει αναπτύξει τους απαραίτητους εσωτερικούς μηχανισμούς διαχείρισης.
Η σταδιακή αυτονόμηση, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη οπτική, δεν έρχεται μέσα από την απομόνωση αλλά μέσα από τη σχέση. Το παιδί αποκτά αυτοπεποίθηση και μαθαίνει να κοιμάται μόνο του όταν νιώθει ότι υπάρχει ένα σταθερό και ασφαλές πλαίσιο γύρω του. Η παρουσία του γονέα λειτουργεί ως γέφυρα προς αυτή την ανεξαρτησία, όχι ως εμπόδιο.
Το μήνυμα που προκύπτει είναι σαφές, η συναισθηματική διαθεσιμότητα δεν «κακομαθαίνει» το παιδί, αλλά θέτει τα θεμέλια για την ανάπτυξή του. Σε μια εποχή όπου η πίεση για «σωστές πρακτικές» είναι έντονη, η επιστημονική κοινότητα στρέφεται όλο και περισσότερο προς προσεγγίσεις που δίνουν προτεραιότητα στη σύνδεση, υπενθυμίζοντας ότι η ασφάλεια είναι η βάση πάνω στην οποία χτίζεται η αυτονομία.