Από πού πηγάζει η ισχύς των ελίτ;

Από τις ευρωπαϊκές δυναστείες έως την ελληνική ολιγαρχία, οι μηχανισμοί που αναπαράγουν προνόμια και περιορίζουν τη δημοκρατία

Από πού πηγάζει η ισχύς των ελίτ;
Twitter/Château de Versailles

«Ρε συ, είναι δυνατόν να μην γνωρίζεις τους Μονμορανσύ;» με ρώτησε έκπληκτος ένας καλός φίλος. Η αρχαία γαλλική αριστοκρατική οικογένεια αναφέρθηκε σε μια συζήτηση για τη σαλονικιώτικη ελίτ, και τη θέση της στην Ελλάδα και στον κόσμο.

Οι Μονμορανσύ δεν είναι οι πιο πλούσιοι στην Ευρώπη, ούτε οι πιο επιδραστικοί. Δεν παύουν όμως να είναι συνεχιστές της παλαιάς αριστοκρατίας των γαιοκτημόνων. Τα κτήματα τους δεν συγκρίνονται με εκείνα των Γκροσβενορ και των Αουενμπέργκ-Λανουά, όμως δεν έχουν πάψει να επηρεάζουν τα τεκταινόμενα στην πατρίδα τους.

Ο όρος «ελίτ» δεν αφορά μόνο τους πλουσίους. Αφορά μια κλειστή, αενάως αναπαραγόμενη κάστα που ελέγχει δυσανάλογα τους πόρους, τη γνώση και τη δυνατότητα λήψης αποφάσεων. Είναι μία κάστα που δεν χρειάζεται καν να εμφανίζεται δημόσια για να επιβάλλεται· αρκεί να καθορίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται όλοι οι υπόλοιποι. Η ισχύς των ελίτ στον 21ο αιώνα δεν στηρίζεται τόσο στην εμφανή εξουσία όσο στη δομική επιρροή τους. Αν και δεν κυβερνούν άμεσα, συνήθως διαμορφώνουν τους όρους της εκάστοτε διακυβέρνησης.

Η εικόνα αυτή δεν είναι νέα. Μετά τη Γαλλική Επανάσταση και τους Παγκόσμιους Πολέμους, η ευρωπαϊκή αριστοκρατία έχασε τα τυπικά της προνόμια, μα δεν εξαφανίστηκε. Μετασχηματίστηκε. Ο έλεγχος της γης, των τραπεζών, των δικτύων «παλαιού χρήματος» πέρασε σε πιο περίπλοκες μορφές: καταπιστεύματα, επενδυτικά σχήματα, διεθνείς συνεργασίες. Νέα τζάκια εμφανίστηκαν: οι υπερεθνικοί Ρότσιλντ, οι Ανιέλι στην Ιταλία, οι Αρνώ στη Γαλλία, οι Ροκφέλερ στην Αμερική και οι Κουάντ στη Γερμανία συσσώρευσαν αμύθητα πλούτη και ισχύ χάρη στο εμπόριο, στην τραπεζική και στη βιομηχανία, όχι στους αγρούς. Το αποτέλεσμα παρέμεινε ίδιο: η διατήρηση προνομίων μέσα από την οικογενειακή συνέχεια.

Σήμερα, το φαινόμενο παίρνει νέες μορφές. Δυναστείες που δραστηριοποιούνται στις νέες τεχνολογίες, στα χρηματοοικονομικά, στην ενέργεια ή σε όλα μαζί λειτουργούν ως άτυπες πριγκιπικές οικογένειες. Δεν χρειάζονται ηχηρούς τίτλους, καθώς διαθέτουν κάτι πιο αποτελεσματικό: πρόσβαση. Πρόσβαση στην πληροφορία. Πρόσβαση στην πολιτική. Πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων. Και κυρίως, ειδική πρόσβαση σε ένα κλειστό δίκτυο που αλληλοϋποστηρίζεται.

Το κοινό χαρακτηριστικό των ελίτ, από τη Σκανδιναβία μέχρι τη Μεσόγειο και από τις βορειοανατολικές ΗΠΑ ως την Ιαπωνία, είναι η ικανότητά τους να λειτουργούν ταυτόχρονα σε πολλαπλά επίπεδα: οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό, πνευματικό. Δεν είναι απλώς επιχειρηματίες. Είναι θεσμοί μέσα στους θεσμούς.

Η φιλανθρωπία τους για παράδειγμα, δεν λειτουργεί ως μεμονωμένη πράξη κοινωνικής ευθύνης. Αποτελεί εργαλείο. Γεννά ευρεία κοινωνική αποδοχή, λειτουργεί ως μαλακή ισχύς, και συχνά υποκαθιστά το κράτος εκεί όπου αυτό αποτυγχάνει. Ένα νοσοκομείο, ένα πολιτιστικό κέντρο, μια δωρεά τροφίμων -όλα αυτά χτίζουν ένα αφήγημα: ότι η κοινωνία εξαρτάται από τους… λίγους και εκλεκτούς για να πάει μπροστά. Οι επενδύσεις τους ασκούν παρόμοια επίδραση: η κοινή γνώμη αισθάνεται ευγνωμοσύνη για τις νέες θέσεις εργασίας και τις υψηλότερες αξίες γης.

Ιστορικά, οι σύγχρονες ευρωπαϊκές ελίτ βασίστηκαν στη βιομηχανική επανάσταση και στην αποικιοκρατία. Πίστεψαν στην μεταποίηση και στην καινοτομία, συγκροτώντας ώντας μια πιο παραγωγική άρχουσα τάξη. Παρόμοια κινήθηκαν τα ιαπωνικά Keiretsu και τα κορεατικά Chaebol. Αντίθετα, η ραντιέρικη ελληνική οικονομική αριστοκρατία συχνά συνδέθηκε με υψηλής απόδοσης κρατικές προμήθειες ή με τομείς χαμηλής προστιθέμενης αξίας, δεδομένου ότι η χώρα δεν ακολούθησε ποτέ το δυτικό βιομηχανικό μοντέλο. Ως εκ τούτου, ενώ οι ξένοι τείνουν να βρίσκονται εντός θεσμικών πλαισίων, οι δικοί μας «εθνικοί πρωταθλητές» προτιμούν να καλλιεργούν πολιτική ένταση, συχνά προωθώντας λαϊκιστικά ρεύματα.

Η εγχώρια αφρόκρεμα δεν είναι απλώς κραταιά. Είναι σχεδόν δομικά ενσωματωμένη στο ίδιο το κράτος. Η ναυτιλία, με το συνταγματικό της καθεστώς, αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δεν πρόκειται μόνο για έναν επιτυχημένο κλάδο. Πρόκειται για έναν τομέα με θεσμοθετημένη σταθερότητα που καμία κυβέρνηση δεν μπορεί εύκολα να αμφισβητήσει. Το καθεστώς τούτο συνεπάγεται προνόμια άλλων εποχών. Παράλληλα, οι ίδιες οικογένειες έχουν επεκταθεί στην ενέργεια, στα ακίνητα, στις τράπεζες, στον αθλητισμό, και προφανώς στα μέσα ενημέρωσης. Το αποτέλεσμα είναι ένα πλέγμα δύναμης που διαπερνά κάθε κρίσιμο τομέα της οικονομίας και της κοινωνίας.

Και όπως σε κάθε εξουσιαστικό σύστημα, το πιο ισχυρό όπλο του δεν είναι το χρήμα, αλλά η πληροφορία. Ο έλεγχος των μέσων ενημέρωσης λειτουργεί ως κυριότερος θώρακας των απανταχού ελίτ. Όχι επειδή επιβάλλει απόψεις ευθέως, αλλά επειδή καθορίζει την ατζέντα. Τι θα συζητηθεί. Τι θα αποσιωπηθεί. Τι θα θεωρηθεί «κανονικό». Έτσι δημιουργείται ένα σύστημα αυτοτροφοδοτούμενο: το χρήμα αγοράζει επιρροή, η επιρροή διαμορφώνει πολιτική, και η πολιτική προστατεύει το χρήμα. Το σύστημα περιβάλλεται από τα απαραίτητα περιφερειακά μέλη της ελίτ, τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης: πολιτικούς, πανεπιστημιακούς, δημοσιογράφους, καλλιτέχνες, ιερωμένους.

Οι συνέπειες του εν λόγω μοντέλου είναι ορατές στην καθημερινότητα. Το κόστος διαβίωσης, η πρόσβαση στη χρηματοδότηση, η τιμές ακινήτων – όλα έμμεσα ή άμεσα εξαρτώνται από ολιγοπωλιακές δομές και επιδιώξεις. Ο ανταγωνισμός περιορίζεται. Η καινοτομία αποθαρρύνεται. Η κοινωνική κινητικότητα παγώνει. Για τη νέα γενιά, αυτό μεταφράζεται σε μια σιωπηλή αλλά ασφυκτική πραγματικότητα. Οι ευκαιρίες υπάρχουν, αλλά μέχρι ένα σημείο. Πέρα από αυτό, στέκεται μια γυάλινη οροφή που δεν σπάει με προσπάθεια, αλλά με γνωριμίες. Έτσι εν μέρει εξηγείται και το brain drain. Δεν είναι σκέτη οικονομική φυγή. Είναι και αναζήτηση αξιοκρατίας.

Πάντως, το φαινόμενο δεν διαιωνίζεται μόνο από την -θεωρητική- δύναμη των ελίτ, αλλά και από την ανοχή της κοινωνίας· από την ανάγκη της για ασφάλεια και σταθερότητα. Οι πολίτες προσαρμόζονται. Αναζητούν θέση μέσα στο σύστημα αντί να το αμφισβητούν. Συναλλάσσονται. Αυταπατώνται. Εν τέλει η κανονικοποίηση της ανισότητας καθίσταται το ισχυρότερο θεμέλιο της. Μέχρι και οι νέες τεχνολογίες, που αρχικά θεωρήθηκαν απελευθερωτικές, ασκούν περιορισμένη θετική επίδραση. Τα social media μπορούν να αποκαλύψουν, να πιέσουν, να προκαλέσουν αυθόρμητα κύματα αντίδρασης. Ωστόσο, σπάνια παράγουν θεσμική αλλαγή. Ο άναρχος θόρυβος δεν μετασχηματίζεται σε πολιτική πίεση.

Βέβαια και οι ελίτ προσαρμόζονται στις νέες προκλήσεις. Επεκτείνονται στο ψηφιακό πεδίο, ελέγχουν τη ροή της διαφήμισης, επηρεάζουν αλγορίθμους, επενδύουν σε νέα κανάλια επιρροής στις Βρυξέλλες και στην Ουάσιγκτον. Στρατολογούν είτε ώριμους αρθρογράφους, είτε δυναμικούς TEDxers, είτε νεαρές influencers. Έτσι το σύστημα δεν σπάει. Μεταλλάσσεται και επιβιώνει, όπως έκανε πάντα.

Άλλωστε, όπως έχει εξελιχθεί η κατάσταση σήμερα, το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη ελίτ –αυτές υπήρχαν ανέκαθεν. Το πρόβλημα είναι η απουσία αντίβαρων εκ μέρους της Πολιτείας. Όταν οι ίδιοι παίκτες ελέγχουν οικονομία, πολιτική και ενημέρωση, ο λαός χάνει τον ελεγκτικό του μηχανισμό. Και χωρίς έλεγχο, η -ανεπίσημη- εξουσία δεν λογοδοτεί ποτέ. Όταν λοιπόν η ποιότητα της ζωής μας εν πολλοίς εξαρτάται από τη βούληση ορισμένων εκλεκτών, το δημοκρατικό πολίτευμα, από εργαλείο ισότητας εκφυλίζεται σε διαχειριστικό μηχανισμό.

Ας επιστρέψουμε όμως στη Θεσσαλονίκη. Πραγματική τοπική ελίτ δεν υπάρχει στη Συμπρωτεύουσα, διότι ελίτ σημαίνει και ευθύνες, όχι μόνο προνόμια. Αν κάτι υπάρχει είναι ένα άθροισμα εύπορων κοτζαμπάσηδων, χωρίς διάθεση να ηγηθούν πλήρως. Απλώς ταυτίζουν τα δικά τους συμφέροντα και την αυτοαναφορικότητα με ηγεσία, τα μεγάλα κτίρια που οραματίζονται με τη βιώσιμη ανάπτυξη. Οι προκάτοχοί τους είχαν ενδεχομένως λιγότερα χρήματα, όμως μπορούσαν να σταθούν ισότιμα στο κεντρικό κράτος και στα αθηναϊκά σαλόνια. Τούτου λεχθέντος, θα παραμείνει εξαιρετικά δύσκολο να αναδειχθούν κατά τόπους ηγεσίες, εάν δεν υποχωρήσει ο υπερσυγκεντρωτισμός, όπως αυτός εντάθηκε μετά τα μνημόνια.

Βέβαια ούτε στην Αθήνα είναι αξιοζήλευτα τα πράγματα. Καταχρηστικός όρος ο αθηνοκεντρισμός. Ουσιαστικά μιλάμε για τα Βόρεια και Νότια Προάστια, και για μια ζώνη νότια του Λυκαβηττού, μαζί με Μύκονο, Αντίπαρο, Αράχωβα και Κρήτη. Το μακράν μεγάλο κομμάτι της Αττικής ταλαιπωρείται από την ανισότητα, όπως η υπόλοιπη Ελλάδα. Απλώς έχει το προνόμιο να… απολαμβάνει περισσότερα αποφάγια από το τραπέζι των μεγάλων.

Συνεπώς, το κύριο ζήτημα δεν είναι αν οι ελίτ είναι ισχυρές και αειθαλείς. Το ζήτημα είναι αν προτίθενται να δρουν υπέρ του συλλογικού συμφέροντος. Διότι αν αδιαφορούν, η εξέλιξη είναι προβλέψιμη: οικονομίες κλειστές, κοινωνίες άδικες, δημοκρατίες τυπικές. Και ένα μέλλον που δεν θα αφορά τους πολλούς, αλλά ελάχιστους. Τουλάχιστον ώσπου οι πολίτες να θέσουν όρια στην ισχύ τους.