Tsiprasverse: Το πολιτικό σύμπαν των διασπάσεων
Αρθρογραφεί στο TheOpinion o Χρήστος Αβδελλάς, Σύμβουλος Α’ Δημοτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, Πολιτικός Επιστήμων, Σύμβουλος Ευρωπαϊκών Πολιτικών
Αρθρογραφεί στο TheOpinion o Χρήστος Αβδελλάς, Σύμβουλος Α’ Δημοτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, Πολιτικός Επιστήμων, Σύμβουλος Ευρωπαϊκών Πολιτικών
Υπάρχουν πολιτικοί που δημιουργούν κόμματα.
Υπάρχουν πολιτικοί που δημιουργούν ρεύματα.
Και υπάρχουν και ορισμένοι που καταφέρνουν να δημιουργήσουν ολόκληρα πολιτικά σύμπαντα.
Ο Αλέξης Τσίπρας ανήκει ξεκάθαρα στην τρίτη κατηγορία.
Από τη στιγμή που αναδείχθηκε σε ηγετική μορφή της ελληνικής αριστεράς και έπειτα, ο χώρος μοιάζει να λειτουργεί ως ένα διαρκώς διαστελλόμενο πολιτικό multiverse. Ένα σύμπαν που γεννά συνεχώς νέους σχηματισμούς, διασπάσεις, προσωπικά κόμματα, πολιτικά spin-offs και «διορθωμένες εκδοχές» της ίδιας αφήγησης.
ΛΑΕ, ΜέΡΑ25, Πλεύση Ελευθερίας, Νέα Αριστερά, Κίνημα Δημοκρατίας, ΚΟΣΜΟΣ, μικρότερα οικολογικά και κινηματικά σχήματα και πλέον η αναμενόμενη δημιουργία νέου φορέα υπό τον ίδιο τον Τσίπρα. Κάθε διάσπαση παρουσιάζεται ως η «αυθεντική συνέχεια». Κάθε νέο κόμμα ως η «πραγματική αριστερά». Κάθε αποχώρηση ως πράξη πολιτικής και ηθικής ανωτερότητας.
Κι όμως, όσο περισσότερο διασπάται ο χώρος, τόσο περισσότερο επιβεβαιώνεται ένα παράδοξο: σχεδόν όλοι συνεχίζουν να κινούνται γύρω από τον ίδιο πολιτικό πυρήνα.
Το Tsiprasverse δεν είναι απλώς η πολιτική επιρροή ενός πρώην πρωθυπουργού. Είναι η αδυναμία ολόκληρου του χώρου να υπάρξει πολιτικά, ιδεολογικά και οργανωτικά χωρίς αναφορά στον Τσίπρα. Ακόμη και όσοι υποτίθεται ότι απομακρύνθηκαν από αυτόν, εξακολουθούν να ορίζονται σε σχέση με αυτόν. Ως πρώην σύντροφοι, ως διάδοχοι, ως συνεχιστές, ως απογοητευμένοι, ως αυθεντικότεροι εκφραστές της «γραμμής». Σχεδόν ποτέ ως κάτι πραγματικά αυτόνομο.
Το ακόμη πιο παράδοξο είναι ότι οι περισσότεροι πρωταγωνιστές αυτού του πολιτικού χώρου δεν ήταν τυχαία πρόσωπα της διαδρομής του ΣΥΡΙΖΑ. Υπήρξαν προσωπικές επιλογές του ίδιου του Τσίπρα, στενοί συνεργάτες, άνθρωποι που βρέθηκαν στον πιο κλειστό πυρήνα εξουσίας της περιόδου διακυβέρνησης.
Υπουργοί, συνομιλητές, πολιτικοί προστατευόμενοι, δημόσιοι υπερασπιστές του. Πρόσωπα που για χρόνια εμφανίζονταν ως οργανικά κομμάτια του ίδιου πολιτικού σχεδίου και της ίδιας «ιστορικής προσπάθειας».
Κι όμως, σχεδόν όλοι κατέληξαν είτε να αποχωρήσουν είτε να συγκρουστούν μεταξύ τους με εντυπωσιακή σφοδρότητα. Κάποιοι δεν θέλουν πλέον ούτε να τον βλέπουν. Και κάποιους άλλους δεν θέλει να τους βλέπει ο ίδιος. Αυτό από μόνο του λέει πολλά.
Γιατί όταν ένας πολιτικός χώρος αναπαράγει συνεχώς διασπάσεις, προσωπικές ρήξεις, αποχωρήσεις και νέες «ιδρυτικές στιγμές», τότε το πρόβλημα παύει να είναι συγκυριακό. Μετατρέπεται σε δομικό χαρακτηριστικό της ίδιας της πολιτικής του κουλτούρας. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η πραγματική του κυριαρχία.
Η μεγαλύτερη πολιτική επιτυχία του Τσίπρα ίσως δεν ήταν ποτέ μόνο η εκλογική του άνοδος στην εξουσία. Ίσως ήταν ότι κατάφερε να μετατρέψει ολόκληρη την ελληνική αριστερά σε πεδίο μόνιμης πολιτικής επιρροής του ίδιου.
Το ακόμη πιο εντυπωσιακό, όμως, είναι η σχεδόν απόλυτη ανοχή που απολαμβάνει εντός αυτού του πολιτικού οικοσυστήματος. Με τα σωστά του και τα λάθη του, είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί κανείς μαζί του, ο Τσίπρας συνεχίζει να επιβάλλει τους όρους του παιχνιδιού γιατί γνωρίζει ότι εξακολουθεί να παραμένει ο αδιαμφισβήτητος πόλος ισχύος του χώρου.
Και αυτό συμβαίνει διότι σχεδόν κανείς δεν τολμά να του αντιπαρατεθεί πραγματικά και ανοιχτά. Κανείς δεν φαίνεται διατεθειμένος να συγκρουστεί ευθέως μαζί του για τον τρόπο με τον οποίο κινείται πολιτικά, για τη διαρκή αποσταθεροποίηση του ίδιου του χώρου του ή για τη λογική των προσωπικών επανεκκινήσεων που αφήνουν πίσω τους διαλυμένα κόμματα και πολιτικά συντρίμμια.
Αντίθετα, μεγάλο μέρος των στελεχών του χώρου μοιάζει να λειτουργεί σαν να περιμένει απλώς το επόμενο νεύμα του «κέντρου». Σαν να γνωρίζουν ότι, αργά ή γρήγορα, όλες οι εξελίξεις στον χώρο θα επανέλθουν ξανά στο ίδιο κέντρο.
Και κάπου εκεί πέφτουν και τα τελευταία προσχήματα περί συλλογικότητας, εσωκομματικής δημοκρατίας και «αγωνιστικής συνέπειας». Παρακολουθούμε στελέχη που για χρόνια μιλούσαν για πολιτικούς αγώνες, ιδεολογική καθαρότητα και ιστορική ευθύνη να εγκαταλείπουν διαδοχικά τον ίδιο τους τον χώρο, όχι μέσα από κάποια βαθιά ιδεολογική ρήξη ή ουσιαστική αυτοκριτική, αλλά μέσα από μια σχεδόν μηχανική μετακίνηση προς το νέο πολιτικό κέντρο βάρους.
Σαν να παίρνουν το πολιτικό τους δισάκι και να προχωρούν αργά αλλά σταθερά προς τον ηγέτη τους. Και το «αργά» εδώ δεν είναι λογοτεχνικό σχήμα. Είναι πολιτικός υπολογισμός. Γιατί μια πραγματική ρήξη θα προϋπέθετε και παραίτηση από βουλευτικές έδρες, κομματικούς μηχανισμούς και θεσμικά προνόμια. Αντίθετα, η μετάβαση οργανώνεται με προσεκτικό timing, ώστε η πολιτική επιβίωση να συνυπάρχει με την προετοιμασία της επόμενης ημέρας.
Η ειρωνεία είναι σχεδόν ιστορική. Πρόκειται για τον ίδιο χώρο που πριν από δέκα χρόνια διαβεβαίωνε ότι θα συγκρουστεί μέχρι τέλους με τους δανειστές, ότι θα «έσκιζε τα μνημόνια», ότι θα έβαζε «τα στήθη μπροστά» απέναντι στην ευρωπαϊκή πίεση και το εγχώριο κατεστημένο. Σήμερα, μεγάλο μέρος αυτών των ίδιων στελεχών μοιάζει ανίκανο ακόμη και να διαμορφώσει αυτόνομη πολιτική ύπαρξη χωρίς τη βαρυτική έλξη του ίδιου προσώπου.
Βέβαια, το φαινόμενο δεν αφορά αποκλειστικά την ελληνική αριστερά. Η προσωποκεντρική πολιτική, η επικοινωνιακή υπεροχή των ηγετών και η μετατροπή των κομμάτων σε μηχανισμούς γύρω από πρόσωπα αποτελεί πλέον ευρύτερη παθογένεια των σύγχρονων δημοκρατιών. Στην περίπτωση όμως του Tsiprasverse, το φαινόμενο εμφανίζεται στην πιο καθαρή και ακραία μορφή του.
Και καθώς πλησιάζει η δημιουργία του νέου πολιτικού φορέα του Αλέξη Τσίπρα, το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο επίκαιρο: πρόκειται πράγματι για κάτι νέο ή για ακόμη μία αναδιάταξη του ίδιου πολιτικού σύμπαντος γύρω από το ίδιο πρόσωπο; Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό νόημα του Tsiprasverse.
Όχι απλώς ένα πολιτικό δίκτυο γύρω από έναν πρώην πρωθυπουργό, αλλά ένα ολόκληρο σύστημα εξάρτησης, διαρκούς ανακύκλωσης και προσωποκεντρικής πολιτικής βαρύτητας, μέσα στο οποίο η ελληνική αριστερά μοιάζει παγιδευμένη εδώ και περισσότερο από μια δεκαετία.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το βαθύτερο πρόβλημα της ελληνικής αριστεράς σήμερα: ότι, περισσότερο από ποτέ, μοιάζει ανίκανη να φανταστεί το μέλλον της έξω από το πολιτικό σύμπαν ενός ανθρώπου που ταυτόχρονα τη διαμόρφωσε, τη διέσπασε και εξακολουθεί να την καθορίζει.