Συμφωνία Chevron και ενεργειακή ισορροπία
Μια νέα φάση για την Ελλάδα ανάμεσα στις έρευνες φυσικού αερίου και την εξαγωγή πράσινης ενέργειας.
Μετά βαΐων και κλάδων υπεγράφη χθες η συμφωνία του Ελληνικού Δημοσίου με τη Chevron. Η εξέλιξη αυτή παρουσιάστηκε ως βήμα προς την καθιέρωσή μας στη διεθνή ενεργειακή αγορά, δεδομένου ότι οι έρευνες για φυσικό αέριο επεκτείνονται ραγδαία: το 2025 κάλυπταν 47.900 τετραγωνικά χιλιόμετρα και στο μέλλον σχεδόν τα διπλά. Παράλληλα, ο χρόνος αξιολόγησης σεισμικών δεδομένων έχει περιοριστεί δραστικά, γεγονός που επιταχύνει τυχόν εταιρικές αποφάσεις και ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας απέναντι στους επενδυτές.
Μπήκαν οι υπογραφές μεταξύ Δημοσίου και Chevron – Helleniq Energy (ΦΩΤΟ)
Ωστόσο, πρόκειται ακόμη για προκαταρκτική φάση – μια συμφωνία περαιτέρω έρευνας, όχι εκμετάλλευσης. Το εκτιμώμενο ύψος επενδύσεων, έως 1 δισ. ευρώ σε βάθος εξαετίας, είναι αξιοσημείωτο, αλλά υπολείπεται του οικονομικού ειδικού βάρους που είχε η λιγνιτική παραγωγή πριν από μια δεκαετία. Το 2012 οι δαπάνες εξόρυξης λιγνίτη ανέρχονταν σε 750 εκατομμύρια ετησίως, ποσά που ανακυκλώνονταν τοπικά, στηρίζοντας θέσεις εργασίας και μικρομεσαίες επιχειρήσεις -κυρίως- της Δυτικής Μακεδονίας. Σήμερα, μεγάλο μέρος των νέων επενδύσεων θα διοχετευτεί σε εξειδικευμένο εξοπλισμό και υπεργολαβίες εκτός Ελλάδας.
Πάντως η συνολική εικόνα εμπνέει αισιοδοξία. Το 2025, η χώρα μας εδραιώθηκε ως καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας, καταγράφοντας πλεόνασμα στο ισοζύγιο με καθαρές εξαγωγές 2,9 TWh. Η ταχεία διείσδυση των ΑΠΕ ενίσχυσε την ενεργειακή ανεξαρτησία μας, αποφέροντας όφελος περίπου 500 εκατομμυρίων ευρώ στο εμπορικό ισοζύγιο και αντιστρέφοντας τα ελλείμματα των προηγούμενων ετών. Πρόκειται για ουσιαστική μετατόπιση: από την εξάρτηση στην εξαγωγή, από την ενεργειακή ανασφάλεια στη σταδιακή αυτάρκεια.
Η πρόκληση τώρα εντοπίζεται στη βέλτιστη αξιοποίηση των ποικιλόμορφων κερδών. Η εξόρυξη υδρογονανθράκων θα προσφέρει πρόσθετα έσοδα και γεωοικονομική βαρύτητα. Καλώς εχόντων των πραγμάτων, η εν λόγω δραστηριότητα θα ανεβάσει το ΑΕΠ, θα βελτιώσει τη σχέση ΑΕΠ/χρέους, θα μειώσει το εμπορικό έλλειμμα, και γενικά θα βελτιώσει τα μακροοικονομικά μεγέθη. Παράλληλα, η μεταφορά ποσοτήτων στον Κάθετο Ευρωπαϊκό Διάδρομο VGC, προστιθέμενη στην ελληνόκτητη ναυτιλία, θα ενισχύσει τη θέση μας στους Ενωσιακούς και Αμερικανικούς σχεδιασμούς για την περιοχή, και φυσικά θα ευεργετήσει τη διακύμανση βαριών «χαρτιών» στο ταμπλό του ΧΑΑ.
Δυστυχώς, η φύση του αντικειμένου δεν μας επιτρέπει να προσδοκούμε θεαματική αύξηση της απασχόλησης· τα οφέλη θα περάσουν στην πραγματική οικονομία κυρίως μέσα από τα δημόσια ταμεία και την ικανότητα του κράτους να τα διαθέσει προς όφελος της κοινωνίας. Αντιθέτως, η παραγωγή από ΑΠΕ έχει ήδη αρχίσει να μετασχηματίζει το ενεργειακό μας προφίλ με πιο… δημοκρατικό τρόπο, αποδεικνύοντας ότι η αύξηση της ενεργειακής παραγωγής μπορεί να επιτευχθεί και χωρίς εξορυκτική μονοκαλλιέργεια.
Η χώρα χρειάζεται και τις δύο εναλλακτικές: τη σταθερότητα των ορυκτών της πηγών και τη μακροπρόθεσμη αποδοτικότητα των πράσινων τεχνολογιών. Ζητούμενο είναι η σύνθεση, όχι η αντιπαραβολή τους. Η συμφωνία με τη Chevron θα αποδειχθεί πολύτιμη μόνο αν ενταχθεί σε ένα συνεκτικό εθνικό σχέδιο ενέργειας, ικανό να συνδυάζει βιώσιμη οικονομική απόδοση υπέρ των επομένων γενεών, γεωπολιτική ασφάλεια και περιβαλλοντική ευθύνη. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η Ελλάδα έχει τις δυνατότητες να καταστεί στρατηγικός παίκτης, εφόσον δεν υποκύψει σε τουρκικές πιέσεις.