Ίμια: Τριάντα χρόνια μετά, διαθέτουμε στρατηγική;
Αν και η Ελλάδα δεν είναι όσο ισχυρή θα θέλαμε, η συνεχιζόμενη ρήξη της Τουρκίας με ΗΠΑ και Ισραήλ ανοίγει ένα σύντομο παράθυρο ευκαιρίας.
Η παρολίγο σύγκρουση στα Ίμια υπήρξε ό,τι πλησιέστερο σε πόλεμο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, μετά το 1974. Ένα επεισόδιο λίγων ημερών αποκάλυψε τρανταχτές αδυναμίες του ελληνικού κράτους απέναντι σε απαιτητικές προκλήσεις: η διαχείριση ανέδειξε γενικευμένη έλλειψη συντονισμού, εξοπλισμού και ψυχραιμίας. Την τελευταία νύχτα, τα τρία στελέχη του Πολεμικού Ναυτικού -ο υποπλοίαρχος Χριστόδουλος Καραθανάσης, ο υποπλοίαρχος Παναγιώτης Βλαχάκος και ο αρχικελευστής Έκτορας Γιαλοψός- έπεσαν στο καθήκον, μέσα σε ένα ελικόπτερο ακατάλληλο για την αποστολή που του ανατέθηκε. Τριάντα χρόνια αργότερα, έχουμε διδαχτεί κάτι χρήσιμο από τη θυσία τους;
Οι ενέργειες των στρατιωτικών και πολιτικών υπευθύνων κατά τη διάρκεια της κρίσης σίγουρα δεν διεκδικούν δάφνες. Η απώλεια ελέγχου εν πολλοίς οφείλεται σε έναν επιπόλαιο υπουργό Άμυνας, εγκλωβισμένο σε μικροκομματικές εμμονές. Οι κυβερνώντες νόμισαν ότι τα πλάνα του ελικοπτέρου του Άλφα από την αναχώρηση του στόλου θα απέτρεπαν περαιτέρω κλιμάκωση. Όχι μόνο έσφαλαν παταγωδώς, μα άθελά τους ενθάρρυναν και μιντιακούς λαϊκιστές (ακόμη και φυγόστρατους) να βγουν στα κανάλια, απαιτώντας τουρκικό αίμα.
Τη μοιραία νύχτα, ο Κώστας Σημίτης αποδείχθηκε αδικαιολόγητα δύσπιστος απέναντι στο στράτευμα, ίσως λόγω πρότερης αντιδικτατορικής δράσης· η αρκετά καλή κατάσταση των Ενόπλων Δυνάμεων αγνοήθηκε. Ο -με αμιγώς πολιτικά κριτήρια διορισμένος- αρχηγός ΓΕΕΘΑ παρακολουθούσε σαστισμένος, αυτοσχεδιάζοντας. Και την ίδια στιγμή, οι μονάδες έβγαιναν όπως όπως στις θέσεις διασποράς. Τη μοιραία νύχτα, ο λαός είδε σε τηλεοπτική μετάδοση την απόσταση ανάμεσα στην κούφια ρητορική και την αξιόπιστη αποτροπή. Οι ευχαριστίες στον Κλίντον απλώς σφραγισαν τη διπλωματική ήττα.
Έκτοτε η Ελλάδα πορεύτηκε χωρίς στρατηγική συνέχεια. Όσες κυβερνήσεις ακολούθησαν θεώρησαν την άμυνα τεχνικό ζήτημα και όχι εθνική επιταγή. Το πάρτι των εξοπλισμών επί Τσοχατζόπουλου και Παπαντωνίου διοχέτευσε δισεκατομμύρια σε διαφθορά, ο Καραμανλής περιόρισε τις αγορές όπλων, ενώ οι Παπανδρέου, Σαμαράς και Τσίπρας αρκέστηκαν στην αδράνεια, παραβλέποντας ακόμη και τη δυνατότητα εγχώριου εκσυγχρονισμού του διαθέσιμου υλικού.
Σε σύγκριση με το 1996, η μνημονιακή Ελλάδα βρέθηκε σε χειρότερη δημογραφική και οικονομική κατάσταση. Η θητεία μειώθηκε στους εννέα μήνες, οι έφεδροι είναι ανεπαρκώς εκπαιδευμένοι και το πολεμικό υλικό σε σημαντικό βαθμό απαρχαιωμένο. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται αποσυντονισμένη, οι ΗΠΑ γοητεύονται από δικτάτορες και σφαίρες επιρροής, και η τουρκική διπλωματία κινείται αδιάκοπα: άφθονο χρήμα επενδύεται σε λόμπινγκ στην Ουάσιγκτον και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ενώ το αυξανόμενο μουσουλμανικό στοιχείο στο εσωτερικό της ΕΕ προσφέρει στην Άγκυρα ένα ακόμη εργαλείο επιρροής.
Ωστόσο η τρέχουσα γεωπολιτική συγκυρία αναδιαμορφώνει το ισοζύγιο ισχύος: η μεγαλομανής Τουρκία, ερχόμενη σε ρήξη με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, βλέπει τις διαθεσιμότητες της αεροπορίας της να μειώνονται, καθώς τα προγράμματα εκσυγχρονισμού των F-16 καθυστερούν και η πρόσβασή της σε προηγμένα συστήματα παραμένει περιορισμένη· ο ρωσικός αναθεωρητισμός αυξάνει θεαματικά τις πιθανότητες κοινής ευρωπαϊκής άμυνας· η Ελλάδα επιτέλους παραλαμβάνει υπερσύγχρονες φρεγάτες και μαχητικά, συστήνει διμερής συμμαχίες, και κινητοποιεί τις εσωτερικές παραγωγικές δυνάμεις της. Πρόκειται για ένα παράθυρο ευκαιρίας που η χώρα οφείλει να αξιοποιήσει αποφασιστικά υπέρ των νόμιμων δικαιωμάτων της.
Αν κάτι θα έπρεπε να μας έχει διδάξει η κρίση των Ιμίων είναι πως όσα κράτη δεν επενδύουν έγκαιρα στην ασφάλεια τους, καταλήγουν έρμαια ξένων σχεδιασμών. Τριάντα χρόνια αργότερα, ας ευχηθούμε ότι η Ελλάδα πήρε τότε το μάθημα της.