Η σχέση Κωνσταντινουπόλεως-Μόσχας φυσικά αφορά την Ελλάδα

Η σχέση Κωνσταντινουπόλεως-Μόσχας φυσικά αφορά την Ελλάδα

Το 2026 ξεκίνησε άσχημα για τη σχέση Κωνσταντινουπόλεως-Μόσχας. Η ρωσική υπηρεσία πληροφοριών SVR κατηγόρησε τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο ότι επιδιώκει την περιθωριοποίηση της ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ανατολική Ευρώπη, και μάλιστα με τη συνδρομή βρετανικών υπηρεσιών. Με την ψύχραιμη απάντηση του, το Φανάρι για μία ακόμη φορά απέφυγε να σχολιάσει τις επιθέσεις της Μόσχας. Αφορμή της επίθεσης ήταν κάποιες εξελίξεις στο Μαυροβούνιο.

Η Ρωσία κήρυξε πόλεμο στον Βαρθολομαίο: «Διαλύει το σώμα της Εκκλησίας, έχει συμμάχους εθνικιστές και νεοναζί»

Η αντιπαράθεση ανάμεσα στα δύο Πατριαρχεία δεν αποτελεί τυπικό εκκλησιαστικό ζήτημα αλλά διαμάχη με σοβαρές ποιμαντικές και γεωπολιτικές προεκτάσεις. Οι ρίζες της εντοπίζονται στην Τουρκοκρατία, και στο αφήγημα της Τρίτης Ρώμης. Στη φάση εκεινη το κραταιό τσαρικό καθεστώς αρχισε να δηλωνει προστατης των απανταχού Ορθοδόξων· στα τέλη του 19ου αιωνα διόγκωσε δυσαναλογα την παρουσία Ρωσων μοναχων στο Άγιο Όρος, ενώ ξεκίνησε και οργανωμένη διείσδυση στα Ιεροσόλυμα. Η Οκτωβριανή Επανάσταση έφερε αναστολή των προσπαθειών για 70 χρόνια, όμως από τη δεκαετία του ‘90 οι δύο πλευρές συγκρούονται περιοδικά για όρια εξουσίας μέσα στον ορθόδοξο κόσμο.

Το 1996 σημειώθηκε στη Βαλτική η πρώτη μεγάλη ρήξη μετά το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης. Ασκώντας τα δικαιώματά του, το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποφάσισε τότε να αποκαταστήσει την Αυτόνομη Εκκλησία της Εσθονίας, προκαλώντας την έντονη αντίδραση της Μόσχας, που θεωρούσε την περιοχή μέρος της δικής της κανονικής δικαιοδοσίας. Η διακοπή της ευχαριστιακής κοινωνίας μεταξύ των δύο Πατριαρχείων, αν και προσωρινή, αποκάλυψε τη βαθιά διαφωνία για τον ρόλο του Φαναρίου ως παγκόσμιου πνευματικού κέντρου της Ορθοδοξίας. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο το ότι η Μόσχα απορρίπτει το διάλογο με το Βατικανό.

Η δεύτερη -βαρύτερη- ρήξη ήρθε το 2018, μετά την προσάρτηση της Κριμαίας, όταν το Φανάρι χορήγησε Τόμο Αυτοκεφαλίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας. Η Μόσχα θεώρησε την απόφαση αντικανονική και πολιτικά υποκινούμενη, διακόπτοντας πλήρως τις σχέσεις με την Κωνσταντινούπολη. Παίρνοντας θέση, η Εκκλησία της Ελλάδος το 2019 αναγνώρισε την ουκρανική αυτοκεφαλία, αν και εξακολουθεί να λειτουργεί εκεί και το -φιλορωσικό- Πατριαρχείο Κιέβου, του 1992.

Η κλιμακούμενη αποστασιοποίηση είχε ποικίλες συνέπειες. Ενορίες της ελληνικής διασποράς, ιδιαίτερα σε Ευρώπη και Αμερική, βρέθηκαν σε δύσκολη θέση, καθώς πολλοί πιστοί ρωσικής καταγωγής απομακρύνθηκαν από ελληνορθόδοξες κοινότητες. Παράλληλα, η Μόσχα επιχείρησε να δημιουργήσει δικές της δομές, ακόμη και στην Αφρική, προκαλώντας ανησυχία στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας. Στα καθ’ ημάς, εκτός από τους Παλαιοημερολογίτες, μετά το 2000 άρχισαν να διάκεινται φιλικά προς τη Μόσχα και κανονικοί ιεράρχες, όπως και Αγιορείτες μοναχοί. Έκτοτε, η ρωσική επιρροή οδήγησε σε μερική στροφή της ελλαδικής και κυπριακής εκκλησίας σε πιο συντηρητικές θέσεις.

Εκ των πραγμάτων, η Ελλάδα εμπλέκεται στη σύγκρουση: υποστηρίζει ενεργά το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά ταυτόχρονα καλείται να διαχειριστεί τη ρωσική ψυχρότητα μετά τη διακοπή κοινωνίας με όσους αναγνώρισαν την Ουκρανία. Παρα τη συμμετοχή της σε ΕΕ και ΝΑΤΟ, η χωρα ισορροπεί ανάμεσα στη στήριξη του Φαναρίου -συμβόλου του ελληνισμού στην Ανατολή και ουσιαστικό στοιχείο ελληνικης μαλακής ισχύος- και στη διατήρηση καλών σχέσεων με τη Ρωσία, κυρίως σε ενεργειακό και πολιτισμικό επίπεδο.

Από τη μεριά της η Τουρκία αμφιταλαντεύεται: θέλει το επικεντρο να βρίσκεται στο δικό της έδαφος, όμως δεν επιθυμεί υπερβολή ενδυναμωση του Φαναρίου. Πέραν αυτού, έχει συσφίξει τις σχέσεις της με το Κρεμλίνο. Και όσο για τις ΗΠΑ, επειδή ακριβώς αντιμετωπίζουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως ανάχωμα στον ρωσικό πολιτιστικό επεκτατισμό, το στηρίζουν μεθοδικά, πιέζοντας την Άγκυρα για ζητήματα που το αφορούν.

Τριάντα χρόνια μετά την κρίση της Εσθονίας, το χάσμα διευρύνεται, με συμμετοχή πολλών εξωτερικών παραγόντων. Η Ορθοδοξία έχει πλέον δύο κέντρα ισχύος, δύο αντιλήψεις περί εξουσίας και δύο διαφορετικά οράματα για το μέλλον της. Για την Ελλάδα, το ζήτημα δεν είναι τόσο θεολογικό όσο διεθνούς επιρροής, πολιτισμικής παρουσίας και θεσμικής συνέχειας. Όσο η αντιπαράθεση Μόσχας–Κωνσταντινουπόλεως παρατείνεται, η ελληνική διπλωματία θα συνεχίσει να περπατάει σε τεντωμένο σχοινί.