Ο θάνατος της Ρενέ Γκουντ και οι ευθύνες της εξουσίας
Μια τραγωδία στις ΗΠΑ έρχεται να θυμίσει δικά μας θέματα ανάμεσα στην κοινωνία και στα σώματα ασφαλείας.
Ο θάνατος της μητέρας τριών παιδιών και ποιήτριας Ρενέ Γκουντ ήταν άδικος μα όχι απροσδόκητος. Οι αντιπαραθέσεις ανάμεσα στις δυνάμεις της ομοσπονδιακής υπηρεσίας μετανάστευσης (ICE) και ακτιβιστών ήταν πολύ συχνές το 2025. Πολλοί αναρωτιόντουσαν πότε θα συνέβαινε το κακό.
Τελικά συνέβη στις 7/1 στην πολύπαθη Μινεάπολη. Η Γκουντ και η σύντροφός της αποσπούσαν με σφυρίχτρες την προσοχή πρακτόρων της ICE, ενώ οι τελευταίοι προσπαθούσαν να βγάλουν το SUV τους από το χιόνι. Άρχισαν αντεγκλήσεις, οι πράκτορες την κάλεσαν να βγει από το αυτοκίνητο, εκείνη έβαλε μαλακά μπρος, και μετά από δευτερόλεπτα ήταν νεκρή.
Έκτοτε, στα αμερικανικά social media, “αριστεροί” και “δεξιοί” προσπαθούν να επιβάλουν τη δική τους άποψη για το ποιος έφταιγε, ανταλλάσσοντας ύβρεις και fake news. Για τους πρώτους, το κρίμα πέφτει στα ευερέθιστα στελέχη της ICE και στους πολιτικούς τους προϊσταμένους, την κυβέρνηση Τραμπ. Για τους δεύτερους, υπεύθυνοι είναι οι ίδιοι οι ακτιβιστές, επειδή παρεμποδίζουν τους ενόπλους υπηρεσιακούς να κάνουν τη δουλειά τους. Ως προς την ευθύνη, αυτή καταρχήν μοιράζεται και στις δύο πλευρές, καθώς -στα πλαίσια του ανταγωνισμού τους- αμφότερες επιδεικνύουν υπερβάλλοντα ζήλο. Στις ΗΠΑ, οι πολιτικοί αγώνες πλέον θυμίζουν σε πάθος την περίοδο ’60–’70. Από την άλλη μεριά, μεγάλη μερίδα των εργαζομένων στα σώματα ασφαλείας δεν αντιμετωπίζει την αποστολή της όσο ουδέτερα θα όφειλε.
Το μόνο… ευτύχημα είναι ότι η τραγωδία δεν ακολουθήθηκε από βίαια επεισόδια, όπως εκείνα που συντάραξαν τις Ηνωμένες Πολιτείες το 2020, με αφορμή τον επίσης άδικο θάνατο του Τζορτζ Φλόιντ, πάλι στη Μινεάπολη. Φαίνεται ότι η απειλή περισσότερης αστυνομοκρατίας σε μεγάλα αμερικανικά αστικά κέντρα λειτούργησε αποτρεπτικά, τουλάχιστον προσώρας. Ωστόσο, τα βαθύτερα αίτια της αιματοχυσίας παραμένουν.
Όπως έχουμε ξαναγράψει, οι ΗΠΑ είναι βαθιά διχασμένες, και τα άκρα του πολιτικού φάσματος βρίσκονται σε επικίνδυνη ετοιμότητα για σύγκρουση. Δεν είναι τυχαίο ότι οι οπαδοί τους τσακώνονται για το αν κινδύνευε ή όχι ο φονιάς, ή για το αν έπρεπε να ξεκινήσει ή όχι το θύμα. Κούφια τα επιχειρήματά τους. Μέσα σε συνθήκες τόσης έντασης, τα σφάλματα είναι εξαιρετικά πιθανά, ειδικά όταν τα αμερικανικά πρωτόκολλα επιτρέπουν πολύ ευκολότερη χρήση βίας σε σύγκριση με τα ευρωπαϊκά (χώρα μαζικών δολοφονιών γαρ). Θύτης και θύμα είχαν περίπλοκο παρελθόν: εκείνη είχε ενεργή συμμετοχή σε ομάδες όπως η ICE Watch, εκείνος ήταν δηλωμένος MAGA και είχε πέσει θύμα τραυματισμού μετά από παράσυρση μέσα στο 2025. Δεν θα ήταν λοιπόν υπερβολή αν λέγαμε ότι και οι δύο λειτούργησαν υπό το κράτος του φόβου.
Τούτων δοθέντων, η κύρια ευθύνη πέφτει στον επαγγελματία, δηλαδή στο όργανο της τάξης. Έστω θεωρητικά, αυτός διαθέτει και την εκπαίδευση και τα ψυχικά προσόντα ώστε να χειρίζεται ανάλογες καταστάσεις σοφά. Η δουλειά του οργάνου της τάξης δεν είναι να σκοτώνει απερίσκεπτα. Η δουλειά του είναι να αποτρέπει το έγκλημα ή να συλλαμβάνει τους δράστες. Στην προκειμένη περίπτωση, η όλη αντίδρασή του ήταν παραπάνω από δυσανάλογη, και υπονοεί ότι ήταν εντελώς ακατάλληλος για τέτοιες αποστολές. Το ότι απέτρεψε παρόντα γιατρό να εξετάσει την τραυματία και το ότι εγκατέλειψε τη σκηνή αμέσως μετά, απλώς επιβαρύνουν περαιτέρω τη νομική θέση του.
Γράφτηκε επίσης ότι καλό θα είναι να αποφεύγει κανείς γενικά την αστυνομία, για να έχει ήσυχο το κεφάλι του· ότι όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα, τον τρώνε οι κότες. Κάτι παρόμοιο ειπώθηκε και για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, όταν σκοτώθηκε από τη σφαίρα του Κορκονέα, ενός άλλου κακού αστυνομικού.
Τούτη η εύλογη μα και κυνική στάση δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτή. Πράγματι, οφείλουμε να συνεργαζόμαστε με τους αστυνομικούς, τους εντολοδόχους της Πολιτείας ως προς την άσκηση ένοπλης βίας. Ωστόσο, υπάρχουν όρια. Είναι αυτοκτονικό για μια κοινωνία να αποδέχεται παθητικά την αυθαιρεσία και την ανεπάρκεια οργάνων της τάξης λόγω της φύσης της δουλειάς τους. Εάν υιοθετήσουμε αυτή τη λογική, τότε θα φτάσουμε στο σημείο να φοβόμαστε τα σώματα ασφαλείας, όταν ζητούμενο είναι να υπάρχει με αυτά αμοιβαίος σεβασμός. Άλλωστε οι περισσότεροι αστυνομικοί δεν είναι σαδιστές ή διαταραγμένοι. Αντίθετα, θέλουν μόνο να κάνουν ορθά και αναίμακτα τη δουλειά τους. Το ίδιο θέλουμε και εμείς. Θέλουμε κοινωνική ειρήνη, δίχως να ζούμε αστυνομοκρατούμενοι.