Πόσο ακόμη δίκιο έχουν οι αγρότες;
Τα κυβερνητικά μέτρα στήριξης του πρωτογενούς τομέα και οι αντιδράσεις των αγροτών
Χθες η κυβέρνηση τοποθετήθηκε απέναντι σε όσους γεωργούς, κτηνοτρόφους και μελισσοκόμους βρίσκονται στα μπλόκα, εξαγγέλλοντας συγκεκριμένα μέτρα στήριξής τους: ο ΕΝΦΙΑ μειώνεται κατά 50% το 2026 και καταργείται το 2027, όσον αφορά κύριες κατοικίες σε οικισμούς με πληθυσμό έως 1.500 κατοίκους· γίνεται αναδιανομή 160 εκατ. € από τους αδιάθετους πόρους της βασικής ενίσχυσης στους αγρότες· η κάλυψη σταθερής τιμής στο τιμολόγιο ρεύματος ΓΑΙΑ επεκτείνεται για 2 έτη, και έρχεται μείωση της τιμής κιλοβατώρας στα 8,5 λεπτά· θεσπίζεται αποζημίωση στο 100% της ασφαλιζόμενης αξίας (80% σήμερα) με σταθερή την ασφαλιστική εισφορά, και ανεβαίνει το όριο αποζημίωσης στα 200.000 €· δρομολογούνται ουσιαστικές παρεμβάσεις για ενίσχυση των επενδύσεων στον πρωτογενή τομέα (στοχευμένα χρηματοδοτικά εργαλεία και ευρύτερη στήριξη σε θερμοκήπια, σχέδια βελτίωσης, μεταποίηση, προώθηση συλλογικών σχημάτων κλπ)· θα επιστρέφεται ο ΕΦΚ αγροτικού πετρελαίου στην αντλία, μέσω ειδικής εφαρμογής στο κινητό· αναπτύσσεται εθνικό σύστημα ιχνηλασιμότητας και αυθεντικότητας, για την αντιμετώπιση του φαινομένου ελληνοποίησης ξένων αγροτικών προϊόντων.
Τα παραπάνω προστίθενται στην προηγούμενη μείωση ΦΠΑ σε ζωοτροφές και λιπάσματα (από 13% σε 6%), και στην προνομιακή δυνατότητα ρύθμισης “κόκκινων” αγροτικών δανείων. Συνεπώς, τα μέτρα χαρακτηρίζονται γενναιόδωρα. Αυτό τουλάχιστον θα πουν όσοι προμηθευτες του Δημοσίου έχουν λαμβάνειν οφειλόμενα, όσοι επαγγελματίες δεν χρηματοδοτούνται από τις τράπεζες λόγω υψηλού κόστους, όσοι παράγουν βιοτεχνικά και βιομηχανικά αγαθά πληρώνοντας πανάκριβη ενέργεια, και όσοι αποκλείεται να αποζημιωθούν από το κράτος αν η δραστηριότητα τους πάει άσχημα. Με απλά λόγια, ο μέσος Έλληνας επιχειρηματίας της μεταποίησης και των υπηρεσιών μάλλον ζηλεύει τους αγρότες για την καλή τους τύχη, καθώς για αυτόν δεν προβλέπεται ελάχιστο εγγυημένο οικογενειακό εισόδημα. Η αιτία γι αυτή την ειδική μεταχείριση είναι πως ο αγροτικός κλαδος έχει χαρακτήρα στρατηγικό για τη εθνική οικονομία, και σε αυτό συμφωνούν όλα τα κομματα.
Άλλωστε ο κλάδος δεν τα πάει άσχημα. Με εξαίρεση τη λιγινιτοπαραγωγό Δυτική Μακεδονία, η ύπαιθρος περασε μαλακά την περιοδο των μνημονίων, ενω το 2025 είχαμε θετικό αγροτικό ισοζύγιο για πρώτη φορά μετα το 1984· τα αγροδιατροφικά προϊόντα ξεπέρασαν τα 11,2 δισ. € σε πωλήσεις εξωτερικού, σχεδόν 25% της συνολικής ελληνικής εξαγωγικής δραστηριότητας. Το εν λόγω γεγονός δείχνει ότι παρά τα όποια -υπαρκτά- προβλήματα, τα προϊόντα μας μπορούν να είναι αρκετα ανταγωνιστικό στις διεθνεις αγορες, σε σχεση με την ποιότητα και την τιμή τους. Μπορει το καλαμπόκι, το ρύζι, το χοιρινό και το μαλακό σιτάρι μας να θεωρουνται ακριβα σε σύγκριση με εκεινα από Ισπανία, Ταϊλάνδη, Αργεντινή και Ουκρανία, όμως δεν ισχύει το ίδιο για το σκληρό σιτάρι, το βαμβάκι, τα φρούτα, τα ζαρζαβατικά, τα ψάρια, τις επιτραπέζιες ελιές, το λάδι και το μέλι.
Δυστυχώς, οι αντιδρασεις των αγροτοσυνδικαλιστών στις κυβερνητικες εξαγγελιες ήταν αρνητικές, και ακολουθήθηκαν από κλείσιμο όλων των εθνικών οδών. Δυστυχώς δεν επιδείχθηκε το πνεύμα συνεννόησης που διέκρινε τους πωλητες και παραγωγούς λαϊκών αγορών. Δυστυχώς οι αγρότες στα μπλόκα ζητουν διαιωνιση του αισχους “όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά”. Δυστυχώς δεν δείχνουν σεβασμό στην υπόλοιπη αγορά, στην υπόλοιπη κοινωνία. Αν συνυπολογίσουμε και ορισμένες εντελώς ανεδαφικές διεκδικήσεις τους (η ΚΑΠ έχει παροχές μα και υποχρεώσεις), δυστυχώς οι αγρότες στα μπλόκα πλέον ζητούν να γίνουν δημόσιοι υπάλληλοι σοβιετικού τύπου. Εάν δεν αλλάξουν στάση, η καλοπροαίρετη μα δοκιμαζόμενη από την ακρίβεια κοινωνία θα τους γυρίσει την πλάτη.