Τα μπλόκα θα έπρεπε να αφορούν την απειλή της Mercosur
Τα μπλόκα έχουν επιστρέψει, μα ο ευρωπαϊκός και ο ελληνικός αγροτικός κόσμος αρνούνται να δουν ότι το πρόβλημα δεν είναι οι επιδοτήσεις, μα το παραγωγικό μοντέλο τους.
Από την περασμένη Κυριακή, τα αιτήματα των αγροτών είναι γνωστά: εγγυημένες κατώτατες τιμές, φτηνότερη ενέργεια, ταχύτερες επιδοτήσεις. Μετά τις αποκαλύψεις και για τον αγροτοσυνδικαλιστή Ανεστίδη, γνωστή είναι πια και η υποκρισία που διακρίνει αρκετούς από αυτούς, συχνά ηγέτες του κινήματος.
Με διάταξη του εισαγγελέα δεσμεύτηκαν τα περιουσιακά στοιχεία του Kώστα Ανεστίδη
Στην Ελλάδα, το χάος του ΟΠΕΚΕΠΕ ανέδειξε μια κρυμμένη πληγή: μεγάλα ποσά χωρίς πραγματική παραγωγή και ένα δίκτυο παρανομιών που λειτουργεί εδώ και χρόνια υπό την ανοχή των πάντων. Την ίδια στιγμή, άνθρωποι που επωφελήθηκαν από την κατάσταση, τώρα καταγγέλλουν τη μεταφορά του αμαρτωλού οργανισμού στην ΑΑΔΕ. Κοινώς καταγγέλλουν την πρώτη σοβαρή προσπάθεια επιβολής διαφάνειας στον χώρο.
Τα φετινά αιτήματα είναι συχνά ταυτόσημα με εκείνα του 1995, δείγμα αδιανόητης στασιμότητας. Εν τω μεταξύ, η υπόλοιπη πραγματική οικονομία παραλύει από αποκλεισμούς δρόμων και χαμένες ημέρες εργασίας, ενώ η συμπάθεια των πόλεων εξαντλείται. Όπως και να το κάνουμε, τα ποσά που γράφονται δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά από τον μέσο ταλαιπωρούμενο Έλληνα. Πάμπολλοι πολίτες, βλέποντας τον τουρισμό, τη βιομηχανία και τις μεταφορές να πλήττονται, δυσκολεύονται να θεωρήσουν αδικημένους τους διαμαρτυρόμενους παραγωγούς, παρά τη συναισθηματική τους προδιάθεση. Ωστόσο, πίσω από την επανάληψη των γνώριμων σκηνών κρύβεται μια νέα, πολύ σοβαρότερη απειλή – και δεν προέρχεται από την Αθήνα ή τις Βρυξέλλες, αλλά από τη Λατινική Αμερική.
Αν υπογραφεί, η -σχεδόν οριστικοποιημένη- συμφωνία ΕΕ-Mercosur (Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη, Ουρουγουάη) θα επιτρέψει την αθρόα είσοδο φθηνών αγροτικών προϊόντων, παραγόμενων χωρίς τους περιβαλλοντικούς και υγειονομικούς κανόνες που σήμερα ισχύουν στην Ευρώπη. Με άλλα λόγια, οι Ευρωπαίοι παραγωγοί θα καλούνται να τηρούν αυστηρές προδιαγραφές και να πληρώνουν ακριβά για την «πράσινη» συμμόρφωση, ενώ οι ανταγωνιστές τους θα πουλούν φθηνότερα προϊόντα, απαλλαγμένοι από τις επιπτώσεις της ευρωπαϊκής νομιμότητας. Δεν θα πρόκειται για ελεύθερο μα για άνισο εμπόριο, με πρόσχημα φθηνότερες τιμές για τους καταναλωτές.
Συνεπώς δεν συζητάμε για μια απλή οικονομική συμφωνία, καθώς διακινδυνεύει την εξαφάνιση ενός σημαντικότατου -πληθυσμιακά και στρατηγικά- παραγωγικού κλάδου, εξαιτίας ανεπαρκούς ανταγωνιστικότητας. Η Ευρώπη δεν μπορεί να γίνει Λατινική Αμερική των τεράστιων καλλιεργειών και βοσκοτόπων, όπως και η Λατινική Αμερική δεν θα γίνει Ευρώπη στο ορατό μέλλον. Εφόσον το πλαίσιο συμμόρφωσης δεν θα είναι κοινό, νομοτελειακά θα έχουμε εξόντωση μικρών παραγωγών, συγκέντρωση της αγοράς από εισαγωγείς, εγκατάλειψη της ευρωπαϊκής υπαίθρου, και τελικά εσωτερική ένταση.
Η Ελλάδα βιώνει ανάλογες προκλήσεις εδώ και δεκαετίες. Οι ιδιαίτερα μικροί κλήροι, το υψηλό κόστος εφοδίων, οι παράλογοι ενωσιακοί κανόνες (γνωστά τα προβλήματα με τους Τούρκους αλιείς) και η εξάρτηση από επιδοτήσεις δημιούργησαν έναν αγροτικό κόσμο που επιβιώνει οριακά χάρη στην κρατική μέριμνα, όχι χάρη στην αγορά. Οι φετινές πανευρωπαϊκές κινητοποιήσεις εκφράζουν όχι μόνο αγανάκτηση για τα κακώς κείμενα, αλλά και σθεναρή αντίσταση απέναντι σε μεταρρυθμίσεις των ευρωκρατών. Από το Παρίσι μέχρι τις Βρυξέλλες, οι δρόμοι γεμίζουν με οργισμένους αγρότες επειδή αντιλαμβάνονται ότι η ΕΕ, στο όνομα της ανεξέλεγκτης παγκοσμιοποίησης, εγκαταλείπει εκείνους που ταΐζουν την ήπειρο. Οι ίδιοι θεσμοί που κάποτε θεσμοθέτησαν την ΚΑΠ για να εξασφαλίσουν επισιτιστική αυτάρκεια, τώρα την αποδυναμώνουν, ικανοποιώντας επιθυμίες βορείων βιομηχανικών κρατών, με αθρόες εισαγωγές αγροτικών προϊόντων.
Τα μπλόκα λοιπόν δεν αποτελούν μόνο ελληνική υπόθεση. Πράγματι η Ευρώπη μπορεί και οφείλει να παράγει ποιοτικά τρόφιμα με χαμηλότερο τίμημα. Τούτου λεχθέντος, αν η ΕΕ υπογράψει με τη Mercosur δίχως αυστηρές ρήτρες ισότιμου ανταγωνισμού, η ζημιά θα αφορά την ίδια την παράδοσή της: ότι η ποιότητα, η κοινωνική δικαιοσύνη και το περιβάλλον αξίζουν περισσότερο από οποιοδήποτε φτηνό προϊόν.