Η δυτική αδράνεια έναντι των διαδηλώσεων στο Ιράν
Η μεσανατολική χώρα φλέγεται από κοινωνική οργή και εθνοτικές εντάσεις, αλλά η Δύση παραμένει θεατής, φοβούμενη το χάος μιας ανεξέλεγκτης κατάρρευσης.
Κλείνουν τρεις εβδομάδες βίαιων διαδηλώσεων στο Ιράν. Ως γνωστό, αυτή τη φορά η αφορμή δεν είναι η μαντήλα, αλλά η ακρίβεια· οι συγκρούσεις δεν περιορίζονται στην Τεχεράνη, αλλά εξαπλώνονται σε δεκάδες μεγάλες πόλεις. Είναι μάλλον οι χειρότερες ταραχές από το 1979 και πιθανότατα από το 2009, όταν η κοινωνία άρχισε να αντιδρά στους μουλάδες με τρόπο που δεν μπορούσε πλέον να αποσιωπηθεί. Οι νεκροί εκτιμάται ότι ξεπερνούν τους 2.600, όμως η διεθνής κοινότητα παραμένει αδρανής, παρά τα εύηχα υποστηρικτικά λόγια της. Το καθεστώς είναι σαφώς ευάλωτο, ιδίως μετά τους περσινούς ανεμπόδιστους βομβαρδισμούς της ισραηλινής και αμερικανικής αεροπορίας σε στρατιωτικά, πολιτικά, ενεργειακά και βιομηχανικά σημεία της χώρας. Κι όμως, φαίνεται πως η εξέγερση σταδιακά κοπάζει επειδή έμεινε αβοήθητη, όπως άλλωστε τόσες άλλες στην ίδια περιοχή.
Ιράν: Αστυνομικοί εκτελούν εν ψυχρώ διαδηλωτή στον δρόμο (VIDEO)
Το Ιράν είναι χώρα τεράστια: δωδεκαπλάσια της Ελλάδας σε έκταση και με πληθυσμό περίπου εννέα φορές μεγαλύτερο. Περίπου το 40% του πληθυσμού του θεωρείται νεανικός, όταν στη χώρα μας η ίδια πληθυσμιακή ομάδα μετά βίας φτάνει το 13%. Διαθέτει το 10% των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου και τα δεύτερα μεγαλύτερα αποθέματα φυσικού αερίου στον κόσμο, μετά τη Ρωσία. Παράγει περίπου 7% του παγκόσμιου φυσικού αερίου, αλλά η τεχνολογική του υστέρηση και οι πολυετείς κυρώσεις το κρατούν μακριά από την πραγματική οικονομική του δυνατότητα. Ένα τόσα υποσχόμενο έθνος, εγκλωβισμένο σε θεοκρατική στασιμότητα, αποτελεί εκρηκτικό μείγμα, και όλος ο περίγυρός του το γνωρίζει.
Το Ισραήλ θα προτιμούσε μια αλλαγή καθεστώτος -ίσως ακόμη και διαμελισμό του Ιράν- υπό τον όρο ότι δεν θα υπάρξει διασπορά υλικού για όπλα μαζικής καταστροφής. Αντίθετα, η Τουρκία επιθυμεί η κατάσταση να μείνει ως έχει, τουλάχιστον στο ορατό μέλλον. Το λαθρεμπόριο καυσίμων και χρυσού με το Ιράν αποφέρει τεράστια έσοδα στο περιβάλλον Ερντογάν, ενώ μια ενδεχόμενη κατάρρευση της ιρανικής εξουσίας θα δημιουργούσε ανυπολόγιστη αστάθεια στα ανατολικά της σύνορα. Σε αντίθεση, η Σαουδική Αραβία και όλα τα βασίλεια του Κόλπου εύχονται το Ιράν να παραμείνει απομονωμένο ες αεί, ώστε να διατηρήσουν την προνομιακή τους θέση έναντι των ΗΠΑ. Σταθερότητα προφανώς επιθυμεί και το ασταθές Ιράκ, όπως και η Κίνα, η μεγαλύτερη πελάτισσα υδρογονανθράκων. Καμία από τις παραπάνω δυνάμεις δεν θέλει απότομη πολιτειακή μεταβολή διότι πιστεύει ότι το επόμενο στάδιο θα είναι εκρηκτικό, ενώ άγνωστες είναι μόνο οι ρωσικές σκέψεις.
Το κύριο πρόβλημα για όλους είναι η ευρεία αστάθεια που θα προκύψει αν το ιρανικό καθεστώς καταρρεύσει χωρίς ομαλή μεταβίβαση εξουσίας. Σε πρώτη φάση, μια απότομη ανατροπή του Χαμενεΐ θα εκτινάξει τις τιμές των καυσίμων και θα προκαλέσει μαζικά προσφυγικά ρεύματα προς κάθε κατεύθυνση. Ο υιός Παχλεβί, που κάποιοι εμφανίζουν ως φωνή της λαϊκής αντιπολίτευσης, δεν διαθέτει αξιόλογο κοινωνικό έρεισμα, ενώ το καθεστώς διαθέτει περίπου ένα εκατομμύριο Φρουρούς της Επανάστασης και άλλες παραστρατιωτικές μονάδες, ικανές να βυθίσουν τη χώρα σε πολυετή εμφύλιο. Η εικόνα του Ιράκ μετά το 2003 και της Λιβύης μετά το 2011 λειτουργεί αποτρεπτικά, αφού κανείς δεν θέλει επανάληψη του ίδιου σεναρίου.
Οι ΗΠΑ θα επιθυμούσαν ένα φιλικό κοσμικό Ιράν, ώστε να αποσύρουν τα στρατεύματα τους από τον Περσικό Κόλπο και να εξισορροπήσουν τη ρωσική και κινεζική επιρροή στην Κεντρική Ασία. Ωστόσο, ανησυχούν -δικαίως- για πέντε καυτά ζητήματα.
Πρώτο, το διαβόητο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, στις αρχές του 2026 το Ιράν διαθέτει περίπου 440 κιλά ουρανίου εμπλουτισμένου σε ποσοστό 60%, αρκετά για την παραγωγή 9-10 πυρηνικών κεφαλών εφόσον εξευγενιστεί στο 90%. Επιπλέον, το ενδεχόμενο κατασκευής μιας «βρώμικης βόμβας» ή πολύ μικρής πυρηνικής κεφαλής παραμένει ανοιχτό. Συνεπώς, τα ιρανικά πυρηνικά καύσιμα είναι εξαιρετικά επικίνδυνα, ειδικά αν βρεθούν σε λάθος χέρια.
Δεύτερο, η αζερική μειονότητα. Αυτή αριθμεί έως 23 εκατομμύρια άτομα στο βορειοδυτικό Ιράν, και αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη λανθάνουσα απειλή για τη συνοχή της χώρας. Το τουρκόφωνο αναθεωρητικό Αζερμπαϊτζάν διατηρεί στενές σχέσεις με το Ισραήλ και θα μπορούσε να ενθαρρύνει εξεγέρσεις στις πόλεις Ταμπρίζ και Ούρμια. Ήδη το 2025 σημειώθηκαν ταραχές με αφορμή την αποξήρανση της λίμνης Ούρμια, που γρήγορα απέκτησαν πολιτικό χαρακτήρα. Αν ξεσπάσει γενικευμένη εξέγερση των Αζέρων, το Μπακού δύσκολα θα μείνει αμέτοχο· οι εμπειροπόλεμες ένοπλες δυνάμεις του θα μπορούσαν να επέμβουν, με τουρκική συνδρομή.
Τρίτο, η κουρδική μειονότητα. Με έως 12 εκατομμύρια μέλη, αποτελεί τη δεύτερη πολυπληθέστερη μετά την αντίστοιχη στην τουρκική επικράτεια. Στην περιοχή Ροζιλάτ, ο ένοπλος αγώνας έχει εξελιχθεί από αίτημα αυτονομίας σε αμφισβήτηση της κρατικής κυριαρχίας. Οι Κούρδοι του Ιράν συνεργάζονται ήδη με Μπαλούχ και Άραβες του Κχουζεστάν, σχηματίζοντας έναν άτυπο συνασπισμό εθνοτικών εξεγέρσεων. Τυχόν χειραφέτηση τους θα οδηγούσε σε ένα τρίτο άτυπο Κουρδιστάν, μετά από εκείνα σε Συρία (~ 2 εκατ.) και Ιράκ (~ 7 εκατ.). Υπό αυτές τις συνθήκες, μια επέμβαση της Άγκυρας θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένη.
Τέταρτο, η αραβική σιιτική μειονότητα στο Κχουζεστάν, δηλαδή στην περιοχή όπου παράγεται 85% του ιρανικού πετρελαίου. Εκει διεξάγεται ένας πολυετής οργανωμένος απελευθερωτικός αγώνας, μέσα στη φτώχεια και στην περιβαλλοντική καταστροφή που προκαλεί η εντατική εκμετάλλευση του υπεδάφους. Για τις ΗΠΑ, το Κχουζεστάν αποτελεί διπλή δυνητική απειλή: αν αποσταθεροποιηθεί επί μακρόν, το διεθνές ενεργειακό ισοζύγιο θα τιναχτεί στον αέρα· αν αποσχιστεί, θα μπορούσε να ανοίξει η όρεξη και στις -επίσης ανήσυχες- σιιτικές κοινότητες σε Ιράκ, Κουβέιτ, Σαουδική Αραβία και Μπαχρέιν, εκεί ακριβώς όπου εντοπίζονται αθροιστικά τα μεγαλύτερα πετρελαϊκά κοιτάσματα του πλανήτη.
Πέμπτο το Μπαλουχιστάν, μοιρασμένο με το Πακιστάν. Η εν λόγω επαρχία, που περιλαμβάνει το λιμάνι του Τσαμπαχάρ, είναι ήδη πεδίο συγκρούσεων μεταξύ ιρανικών δυνάμεων ασφαλείας και εθνικιστών ανταρτών Μπαλούχ. Το Τσαμπαχάρ αποτελεί στρατηγικό δίαυλο της Ινδίας προς την Κεντρική Ασία, την Αραβική Χερσόνησο και την Ευρώπη. Οποιαδήποτε αποσταθεροποίηση εκεί θα έχει διεθνείς συνέπειες στον υπό διαμόρφωση εμπορικό διάδρομο IMEC. Στην πακιστανική πλευρά, το κινεζικής ιδιοκτησίας λιμάνι του Γκουαντάρ είναι βασικός κρίκος του εμπορικού διαδρόμου CPEC (ως τμήμα του πασίγνωστου BRI) και στρατηγικό ναυτικό οχυρό της Κίνας στην Αραβική Θάλασσα και στον Ινδικό Ωκεανό, καθώς της επιτρέπει να παρακάμπτει από ξηράς τα στενά της Μάλακα και τη Θάλασσα των Λακκαδίβων. Και εκεί δρουν απελευθερωτικά κινήματα, τα οποία στοχοποιούν συστηματικά την κινεζική παρουσία και βρίσκονται σε συντονισμό με τους ομοεθνείς τους στο Ιράν. Σε περίπτωση χάους στην Τεχεράνη, το Ισλαμαμπάντ θα είχε σοβαρούς λόγους να δημιουργήσει εκτεταμένη ζώνη ασφαλείας στο ιρανικό Μπαλουχιστάν, ώστε να προλάβει τυχόν επέκταση της εξέγερσης στο δικό του έδαφος.
Συμπερασματικά, το Ιράν είναι σε θέση να τινάξει στον αέρα μια από τις πιο πολιτικά ευαίσθητες ζώνες της Γης. Οι ΗΠΑ, η Ευρώπη και οι περιφερειακοί δρώντες γνωρίζουν ότι οποιαδήποτε άμεση εμπλοκή τους θα άνοιγε το κουτί της Πανδώρας. Όπως το 1991, όταν οι Αμερικανοί σταμάτησαν μέσα στην έρημο αντί να μπουν στη Βαγδάτη, έτσι και τώρα λογικά θα προτιμήσουν την ελεγχόμενη αποσύνθεση από την πλήρη ανατροπή.
Δυστυχώς για τους εξεγερμένους Ιρανούς, η Δύση δεν θα δράσει αν δεν εξασφαλίσει ικανοποιητικές απαντήσεις σε ερωτήματα που αφορούν τα πυρηνικά, τις μειονότητες, τους υδρογονάνθρακες και το προσφυγικό. Μέχρι τότε, το θεοκρατικό καθεστώς θα συνεχίσει να επιβιώνει όχι χάρη στην ηθική νομιμοποίησή του, αλλά χάρη στον φόβο όλων των άλλων για το τι θα μπορούσε να το διαδεχθεί. Αν και ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται υπερβολικά απρόβλεπτος, η συγκεκριμένη περίπτωση δεν επιτρέπει αυθορμητισμό.