Η συμφωνία ΕΕ – Mercosur, οι αγρότες και το πολιτικό παράδοξο
Η Mercosur, τελικά, δεν είναι απλώς μια εμπορική συμφωνία. Είναι ένας καθρέφτης των ορίων και των δυνατοτήτων της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Πώς μια εμπορική συμφωνία έγινε σύμβολο πολιτικού φόβου, πώς τα δεδομένα παραμερίζονται και γιατί ο λαϊκισμός βρίσκει πάντα χώρο εκεί όπου η πολιτική αποφεύγει να πει την αλήθεια
Όταν τα δεδομένα χάνουν από το αφήγημα
Η συζήτηση για τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Mercosur εξελίχθηκε, σχεδόν από την πρώτη στιγμή, σε κάτι πολύ ευρύτερο από μια τεχνική διαπραγμάτευση δασμών, ποσοστώσεων και κανονισμών. Μετατράπηκε σε πολιτικό σύμβολο, σε πεδίο προβολής φόβων, ανασφαλειών και συσσωρευμένης δυσπιστίας, ιδίως από πλευράς των αγροτικών κοινωνιών της Ευρώπης, οι οποίες βιώνουν εδώ και χρόνια την αίσθηση ότι βρίσκονται στο περιθώριο των μεγάλων αποφάσεων.
Ωστόσο, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές αντιπαραθέσεις, η περίπτωση της Mercosur έχει ένα ιδιότυπο χαρακτηριστικό. Τα δεδομένα βρίσκονται σχεδόν αποκλειστικά στη μία πλευρά της συζήτησης. Και αυτή η πλευρά είναι η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι ισχυρισμοί περί ανεξέλεγκτης απελευθέρωσης του εμπορίου, μαζικής εισροής φθηνών αγροτικών προϊόντων και κατάρρευσης των ευρωπαϊκών αγορών δεν επιβεβαιώνονται ούτε από το περιεχόμενο της συμφωνίας ούτε από την εμπειρία παρόμοιων εμπορικών συμφωνιών που έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή. Η Mercosur περιλαμβάνει ποσοστώσεις για όλα τα ευαίσθητα προϊόντα, διατηρεί δασμούς ακόμη και εντός αυτών των ποσοστώσεων και ενσωματώνει ρήτρες ασφαλείας, οι οποίες επιτρέπουν την επαναφορά περιορισμών σε περίπτωση σοβαρής διαταραχής της αγοράς.
Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι καμία εμπορική συμφωνία της ΕΕ δεν παρακάμπτει το ενιαίο ρυθμιστικό πλαίσιο της ευρωπαϊκής αγοράς. Όποιος εξάγει στην Ευρώπη υποχρεούται να συμμορφώνεται με τους υγειονομικούς και φυτοϋγειονομικούς κανόνες της, γεγονός που ακυρώνει στην πράξη το επιχείρημα περί προϊόντων «χαμηλών προδιαγραφών» που δήθεν εισβάλλουν ανεμπόδιστα.
Η ευρωπαϊκή επιχειρηματολογία δεν είναι θεωρητική. Βασίζεται σε προηγούμενα. Η συμφωνία CETA με τον Καναδά, η οποία αντιμετωπίστηκε με παρόμοιο κύμα αντιδράσεων, δεν οδήγησε ούτε σε πλημμύρα εισαγωγών ούτε σε κατάρρευση τιμών, ενώ οι εξαγωγές ευρωπαϊκών προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας αυξήθηκαν αισθητά. Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε και στη συμφωνία με την Ιαπωνία, όπου οι φόβοι για αγροτικό dumping διαψεύστηκαν από την πραγματικότητα μιας αγοράς που απορρόφησε ευρωπαϊκά προϊόντα ποιότητας και όχι μαζικού όγκου.
Παρά ταύτα, η πολιτική δυναμική κινήθηκε σε αντίθετη κατεύθυνση. Οι αγροτικές κινητοποιήσεις, οι οποίες σε πολλές χώρες συνδέθηκαν περισσότερο με το κόστος ενέργειας, τις πράσινες ρυθμίσεις και τη γραφειοκρατία της ΚΑΠ, βρήκαν στη Mercosur έναν εύκολο στόχο, καθώς η συμφωνία λειτουργεί ως σύμβολο της παγκοσμιοποίησης και της απόστασης μεταξύ Βρυξελλών και περιφέρειας.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι ότι οι αγρότες εκφράζουν φόβους. Το πρόβλημα είναι ότι μεγάλος αριθμός κομμάτων και κυβερνήσεων, ενώ γνωρίζουν πως οι φόβοι αυτοί δεν στηρίζονται στα πραγματικά δεδομένα, επιλέγουν να τους ενισχύσουν πολιτικά. Και εδώ αρχίζει το πραγματικό ευρωπαϊκό παράδοξο.
Ο εθνικός λαϊκισμός ως πολιτική επιλογή χαμηλού κόστους
Η Mercosur αποκαλύπτει με ενάργεια έναν μηχανισμό που λειτουργεί εδώ και χρόνια στο εσωτερικό της Ένωσης. Στις Βρυξέλλες, τα κράτη συμμετέχουν σε διαπραγματεύσεις, εγκρίνουν τεχνικά κείμενα και αποδέχονται συμβιβασμούς, γνωρίζοντας ότι αυτοί εντάσσονται σε ένα συνολικό στρατηγικό πλαίσιο. Στο εσωτερικό τους, όμως, συχνά υιοθετούν έναν εντελώς διαφορετικό λόγο, ο οποίος απευθύνεται σε κοινωνικές ομάδες με αυξημένη πολιτική ευαισθησία.
Η περίπτωση της Ελλάδας είναι χαρακτηριστική. Η ελληνική αγροτική παραγωγή δεν πλήττεται ουσιαστικά από τη συμφωνία με τη Mercosur, καθώς τα βασικά προϊόντα της χώρας δεν ανταγωνίζονται άμεσα τα νοτιοαμερικανικά. Παρ’ όλα αυτά, Έλληνες ευρωβουλευτές κομμάτων της αντιπολίτευσης καταψήφισαν τη συμφωνία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, παρότι οι ευρωομάδες τους κινούνταν σε διαφορετική κατεύθυνση, επιλέγοντας να εκπέμψουν ένα μήνυμα εσωτερικής κατανάλωσης.
Η στάση αυτή δεν πηγάζει από άγνοια, αλλά από πολιτικό υπολογισμό. Η καταψήφιση μιας εμπορικής συμφωνίας που δεν έχει ακόμη τεθεί σε ισχύ, και της οποίας τα άμεσα αποτελέσματα δεν γίνονται αισθητά, προσφέρει συμβολικό κεφάλαιο χωρίς πραγματικό κόστος. Έτσι, η πολιτική συζήτηση απομακρύνεται από τα δεδομένα και μετατοπίζεται στο επίπεδο του συναισθήματος, όπου η ένταση υπερισχύει της ακρίβειας.
Πώς η Ευρώπη επιχειρεί να «κλειδώσει» τις αποφάσεις της
Αν η Mercosur είναι ένα τεστ πολιτικής ειλικρίνειας, είναι ταυτόχρονα και ένα τεστ θεσμικής αντοχής για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η εμπειρία των τελευταίων ετών οδήγησε την Ένωση στο συμπέρασμα ότι ο εθνολαϊκισμός δεν αντιμετωπίζεται μόνο με επιχειρήματα, αλλά και με θεσμικές αρχιτεκτονικές που περιορίζουν την ικανότητά του να μπλοκάρει συλλογικές αποφάσεις.
Το πρώτο και βασικό εργαλείο είναι η ίδια η Κοινή Εμπορική Πολιτική, η οποία αποτελεί σχεδόν αποκλειστική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Τα κράτη μέλη δίνουν εντολή διαπραγμάτευσης, αλλά δεν μπορούν να επαναδιαπραγματευτούν μονομερώς το αποτέλεσμα. Με τον τρόπο αυτό, η ΕΕ διασφαλίζει ενιαία στάση απέναντι στους εμπορικούς εταίρους της και περιορίζει τον πειρασμό της εθνικής υπαναχώρησης.
Το δεύτερο κρίσιμο μάθημα προέκυψε από την εμπειρία των μικτών συμφωνιών, όπως η CETA, όπου η ανάγκη έγκρισης από εθνικά και περιφερειακά κοινοβούλια δημιούργησε πολλαπλά σημεία πολιτικού εκβιασμού. Έκτοτε, η Ένωση επιχειρεί να διαχωρίζει το καθαρά εμπορικό σκέλος, το οποίο υπάγεται στην αποκλειστική της αρμοδιότητα, από άλλα πολιτικά κεφάλαια, μειώνοντας έτσι τα περιθώρια εθνικού βέτο.
Σημαντικό ρόλο παίζει και η προσωρινή εφαρμογή μεγάλου μέρους των συμφωνιών, αμέσως μετά την έγκρισή τους από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Με τον τρόπο αυτό, τα αποτελέσματα αρχίζουν να γίνονται ορατά πριν διαμορφωθεί ένα πλήρως πολωμένο εσωτερικό κλίμα, καθιστώντας δυσκολότερη την αναδρομική αμφισβήτηση.
Παράλληλα, η ενσωμάτωση αυτοματοποιημένων ρητρών προστασίας αφαιρεί από την πολιτική αντιπαράθεση ένα σημαντικό μέρος της έντασής της. Όταν οι μηχανισμοί ενεργοποιούνται βάσει προκαθορισμένων δεικτών, περιορίζεται η δυνατότητα να παρουσιαστεί μια κρίση ως αποτέλεσμα πολιτικής αδιαφορίας ή συνωμοσίας.
Ίσως το πιο ουσιαστικό στοιχείο, ωστόσο, είναι η μετατόπιση της πολιτικής σύγκρουσης στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται και κρίνονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, οι ευρωβουλευτές καλούνται να τοποθετηθούν με βάση ευρωπαϊκές στρατηγικές και όχι αποκλειστικά εθνικές πιέσεις. Οι αποκλίσεις δεν εξαφανίζονται, αλλά εκτίθενται ως πολιτικές επιλογές και όχι ως τεχνικές αναγκαιότητες.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση γνωρίζει ότι αυτή η στρατηγική έχει κόστος. Δημιουργεί την αίσθηση μιας τεχνοκρατικής απόστασης και ενισχύει την κριτική περί δημοκρατικού ελλείμματος. Ωστόσο, έχει επίσης συνειδητοποιήσει ότι χωρίς θεσμικά αντίβαρα, η κοινή εμπορική πολιτική θα κατέρρεε υπό το βάρος εσωτερικών αντιφάσεων.
Η Mercosur, τελικά, δεν είναι απλώς μια εμπορική συμφωνία. Είναι ένας καθρέφτης των ορίων και των δυνατοτήτων της ευρωπαϊκής πολιτικής. Δείχνει πόσο δύσκολο είναι να συνδυαστεί η τεχνοκρατική ορθολογικότητα με τη δημοκρατική πίεση, αλλά και πόσο επικίνδυνο είναι να εγκαταλείπεται η αλήθεια στο όνομα της πολιτικής ευκολίας. Αν η Ευρώπη θέλει να παραμείνει αξιόπιστος διεθνής παίκτης, θα χρειαστεί όχι μόνο καλύτερες συμφωνίες, αλλά και περισσότερη πολιτική ειλικρίνεια απέναντι σε εκείνους που καλείται να πείσει.