Γιατί η Δύση συγκινείται επιλεκτικά;

Ο αντισυστημισμός ως ψυχολογική ταυτότητα

Γιατί η Δύση συγκινείται επιλεκτικά;
Unsplash

Είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς ότι οι αντιδράσεις της δυτικής κοινής γνώμης απέναντι σε διεθνείς κρίσεις δεν υπακούουν σε κάποιο σταθερό ηθικό μέτρο. Η ισραηλινή εισβολή στη Γάζα κινητοποιεί έντονα συναισθήματα, διαδηλώσεις και δημόσιες παρεμβάσεις. Αντίθετα, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, που αμφισβητεί ανοιχτά τα σύνορα και τη διεθνή έννομη τάξη, αντιμετωπίζεται συχνά με κόπωση ή με έναν σκεπτικισμό που αγγίζει τη σχετικοποίηση. Η τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς κατά αμάχων στο Ισραήλ προκάλεσε σε ορισμένα περιβάλλοντα αμηχανία, ακόμη και προσπάθεια «κατανόησης του πλαισίου». Οι λαϊκές εξεγέρσεις στο Ιράν και στη Βενεζουέλα, με ανθρώπους να ρισκάρουν τη ζωή τους για στοιχειώδη δικαιώματα, πέρασαν σε μεγάλο βαθμό στα ψιλά– ιδιαίτερα με όσα συμβαίνουν αυτές τις πρώτες ημέρες του 2026 και στις δύο αυτές χώρες.

Αυτή η ασυμμετρία δεν εξηγείται μόνο με ιδεολογικούς όρους. Το ερμηνευτικό κλειδί βρίσκεται περισσότερο στην πολιτική ψυχολογία παρά στην πολιτική θεωρία. Ο σύγχρονος δυτικός αντισυστημισμός λειτουργεί πρωτίστως ως ταυτότητα, παρά ως στοιχειοθετημένη άποψη. Δεν οργανώνεται γύρω από συνεκτικές θέσεις για τον κόσμο, αλλά γύρω από μια συναισθηματική στάση αντίστασης απέναντι σε αυτό που βιώνεται ως «κυρίαρχο αφήγημα» της παγκοσμιοποίησης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Δύση αντιμετωπίζεται ως ενιαίο σύστημα ισχύος, ανεξάρτητα από τις εσωτερικές της αντιφάσεις. Ό,τι εμφανίζεται ως αντίπαλό της, πολιτικά, γεωπολιτικά ή πολιτισμικά, αποκτά μια μορφή αυταξίας. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν πρόκειται για αυταρχικά καθεστώτα, θεοκρατικές δομές ή οργανώσεις που χρησιμοποιούν ωμή βία. Η βασική ψυχολογική παρόρμηση είναι η εναντίωση, όχι η αξιολόγηση.

Ένας από τους μηχανισμούς που εξηγούν αυτή τη στάση είναι η αντίδραση απέναντι στην αντιλαμβανόμενη ηθική επιβολή. Όταν η δημόσια συζήτηση παρουσιάζει μια σύγκρουση με σαφή διάκριση θύτη και θύματος, όπως στην περίπτωση της Ουκρανίας, ένα τμήμα της κοινής γνώμης δεν εστιάζει στο γεγονός, αλλά στο ότι του ζητείται να συμφωνήσει. Η συναίνεση γίνεται ύποπτη. Η αμφισβήτηση μετατρέπεται σε απόδειξη ανεξαρτησίας σκέψης.

Σε αυτή τη διαδικασία παίζει ρόλο και η συσσωρευμένη δυτική ενοχή. Η αποικιοκρατία, οι στρατιωτικές επεμβάσεις και τα λάθη της μεταψυχροπολεμικής περιόδου δημιουργούν ένα υπόστρωμα καχυποψίας απέναντι σε κάθε δυτικό λόγο. Όμως αυτή η ενοχή δεν οδηγεί πάντα σε ουσιαστική αυτοκριτική. Συχνά μετατρέπεται σε εξιδανίκευση του «άλλου». Το αποτέλεσμα είναι ότι τα εγκλήματα και οι αυθαιρεσίες μη δυτικών δρώντων υποβαθμίζονται ή δικαιολογούνται στο όνομα της αντίστασης στην παγκοσμιοποίηση ή στον αμερικανικό ηγεμονισμό.

Το πιο προβληματικό στοιχείο αυτής της στάσης είναι η τύχη των πραγματικών θυμάτων. Οι Ουκρανοί άμαχοι, οι Ιρανοί διαδηλωτές που δολοφονούνται επειδή αμφισβητούν ένα θεοκρατικό καθεστώς, οι πολίτες της Βενεζουέλας που εξεγείρονται απέναντι σε έναν αυταρχικό κρατικό μηχανισμό δεν χωρούν εύκολα στο αντισυστημικό αφήγημα. Η ύπαρξή τους διαταράσσει το απλό σχήμα ισχυρού και αδύναμου. Γι’ αυτό και συχνά αντιμετωπίζονται με σιωπή ή με ψυχρή καχυποψία.

Η αντίφαση αυτή αφορά σχεδόν αποκλειστικά τον δυτικό άνθρωπο. Εκδηλώνεται μέσα στην ασφάλεια των δημοκρατικών κοινωνιών, εκεί όπου η αναζήτηση της «εναλλακτικής» ταυτότητας δεν έχει κόστος. Η αντίσταση γίνεται συμβολική. Η ηθική τοποθέτηση γίνεται μέσο αυτοεπιβεβαίωσης. Το παράδοξο είναι ότι αυτή η στάση λειτουργεί μακροπρόθεσμα σε βάρος του ίδιου του πλαισίου που την επιτρέπει.

Η πολιτική απάντηση σε αυτό το φαινόμενο όμως, όσο απαραίτητη και αν δείχνει, δεν μπορεί να είναι ούτε ηθικολογική ούτε διδακτική. Όσο η φιλελεύθερη δημοκρατία εμφανίζεται ως αυτάρεσκη και αυτάρκης, τόσο θα τροφοδοτεί την ψυχολογία της αντίδρασης. Αυτό που χρειάζεται είναι αποφόρτιση της ηθικής ανωτερότητας και επανασύνδεση της πολιτικής με τα ανθρώπινα υποκείμενα, όχι με αφηρημένα στρατόπεδα.

Η δημοκρατία δεν κερδίζει όταν παρουσιάζεται ως άνεση ή κανονικότητα. Κερδίζει όταν αναγνωρίζεται ως εύθραυστη κατάκτηση που απαιτεί κρίση, διάκριση και ευθύνη. Όσο αυτό το νόημα παραμένει θολό, ο αντισυστημισμός θα συνεχίσει να λειτουργεί ως ψυχολογικό καταφύγιο. Το ερώτημα είναι για πόσο ακόμη.