Οι ΗΠΑ αποχαιρετούν το γνώριμο διεθνές δίκαιο

Η τολμηρή στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και οι γεωπολιτικές συνέπειες της στη διεθνή νομιμότητα

Οι ΗΠΑ αποχαιρετούν το γνώριμο διεθνές δίκαιο
EPA/Aaron Schwartz / POOL // EPA/MIGUEL GUTIERREZ

Η πίεση στη Βενεζουέλα αυξήθηκε μετά το καλοκαίρι, όταν ξεκίνησαν επιθέσεις σε πλοιάρια που -υποτίθεται ότι- μετέφεραν ναρκωτικά, δίχως οποιαδήποτε διεθνή συνεννόηση. Ακόμη και το Κογκρέσο έμενε στο σκοτάδι όσον αφορά τους σκοπούς του Λευκού Οίκου. Από τη μεριά του, ο Νικολάς Μαδούρο παρείχε άσυλο σε Κολομβιανούς αντάρτες και απειλούσε τη γειτονική Γουιάνα. Εν τέλει, το πρωί της 3ης Ιανουαρίου 2026 σηματοδότησε μια δραματική καμπή στη διεθνή πολιτική σκηνή.

Τραμπ: Οι ΗΠΑ θα διοικήσουν τη Βενεζουέλα μέχρι μια σταθερή, συνετή μετάβαση – Απειλές και προειδοποιήσεις κατά Κολομβίας και Κούβας

Παρά την ταυτόχρονη παρουσία κινεζικής διπλωματικής αποστολής, εκρήξεις συγκλόνισαν το Καράκας και άλλες περιοχές, προκαλώντας εκτεταμένες διακοπές ρεύματος και χάος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποίησαν στρατιωτική επιχείρηση, με αποτέλεσμα τη σύλληψη και μεταφορά του προέδρου Μαδούρο και της συζύγου του στις ΗΠΑ, όπου άμεσα τους απαγγέλθηκαν κατηγορίες για ναρκοτρομοκρατία. Ο… ειρηνιστής Ντόναλντ Τραμπ μόνο τέτοιος δεν αποδεικνύεται, όμως η ταχύτητα της επιτυχημένης επέμβασης αναμένεται να του χαρίσει πόντους στην εσωτερική πολιτική σκηνή.

Πάντως η στυγνή δικτατορία δεν έχει καταρρεύσει πλήρως. Μπορεί να ήταν αιφνιδιαστική η επίθεση, όμως οι διοικητές των ενόπλων δυνάμεων και της παρακρατικής Μπολιβαριανής πολιτοφυλακής παραμένουν ενεργοί. Χιλιάδες Κουβανοί σύμβουλοι και Ρώσοι μισθοφόροι εξακολουθούν να επιχειρούν στη χώρα, επιβεβαιώνοντας ότι η σύγκρουση δεν αφορά μόνο τη Βενεζουέλα αλλά και την παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα. Η κοινωνική βάση του καθεστώτος, αν και αποδυναμωμένη, παραμένει αξιοσέβαστη· τροφοδοτήθηκε για χρόνια από ένα μείγμα λαϊκισμού, παροχών και ρητορικής αντιιμπεριαλισμού, που ρίζωσε βαθιά στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα.

Η αντιπολίτευση, παρά τις τεράστιες διαδηλώσεις των προηγούμενων ετών, βρίσκεται κατακερματισμένη. Ξεχωρίζει μεν η φιλελεύθερη Κορίνα Ματσάδο, τιμημένη φέτος με Νόμπελ Ειρήνης, αλλά με άγνωστη την ικανότητα να ενώσει τα διάσπαρτα ρεύματα σε έναν κοινό φορέα. Το αποτέλεσμα είναι η απουσία ενός σαφούς εθνικού σχεδίου για την επόμενη μέρα, κάτι που αφήνει τη χώρα έρμαιο σε νέους κύκλους αστάθειας. Αυτή τη στιγμή, ένας διαλυτικός εμφύλιος δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Εδώ αξίζει να θυμίσουμε την παρόμοια επέμβαση στον -συγκριτικά μικροσκοπικό- Παναμά το 1989, όταν συνελήφθη για ανάλογες κατηγορίες ο Νοριέγκα. Σε όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, Αμερικανοί και Ρώσοι είτε αντικαθιστούσαν ευθέως, είτε απλώς ενέκριναν την αντικατάσταση όσων κυβερνήσεων θεωρούνταν δυνητικά ζημιογόνες. Η δική μας Χούντα ήταν χαρακτηριστική περίπτωση. Στο νέο αμερικανικό δόγμα εθνικής ασφαλείας ορίζεται ρητά η ανάγκη για έλεγχο της Λατινικής Αμερικής, ως ζωτικού χώρου. Συναλλασσόμενος στενά με Ρωσία και Κίνα, ο Μαδούρο ήταν ο πλέον ενοχλητικός στην περιοχή, και η απομάκρυνσή του στέλνει μήνυμα σε όλο το μαλακό υπογάστριο των ΗΠΑ.

Βέβαια θα πρέπει να επισημανθεί πως η ως τώρα αποτίμηση των δράσεων αλλαγής καθεστώτος εκ μέρους των ΗΠΑ διδάσκει ότι δύσκολη δεν είναι η ανατροπή, αλλά η οικοδόμηση ενός βιώσιμου δημοκρατικού μέλλοντος. Από το Ιράκ και τη Λιβύη ως το Αφγανιστάν, τα πρόσφατα παραδείγματα βίαιης αλλαγής χωρίς σοβαρό σχέδιο για την επόμενη μέρα είναι πολλά και διδακτικά. Οι κάτοικοι των παραπάνω χωρών είδαν τη ζωή τους να χειροτερεύει, καθώς ο εκδημοκρατισμός και ο εκσυγχρονισμός έμειναν στα χαρτιά.

Η επίθεση στη Βενεζουέλα έχει επίσης ξεκάθαρη ενεργειακή και γεωοικονομική διάσταση. Η χώρα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, έστω και κακής ποιότητας. Όταν οι ΗΠΑ επιζητούν πλήρη αυτάρκεια σε πόρους και έλεγχο των ενεργειακών τιμών, η κατάληψη των βενεζουελανικών κοιτασμάτων αποτελεί προφανή στρατηγικό στόχο απέναντι σε όλους τους μεγάλους παραγωγούς υδρογονανθράκων. Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια λογική εφαρμόστηκε και στη Συρία, όπου αμερικανικές δυνάμεις διατηρούν παρουσία σε πετρελαιοπαραγωγικές περιοχές υπό το πρόσχημα της αντιτρομοκρατίας, αν και τα εκεί κοιτάσματα είναι σχεδόν αμελητέα.

Η διεθνής αντίδραση υπήρξε προβλέψιμη: Ιράν, Κούβα και Ρωσία (με τη δική της λερωμένη φωλιά) καταδίκασαν άμεσα την ενέργεια, ενώ η Κίνα τήρησε σιωπή, μάλλον αναμένοντας τις επόμενες κινήσεις της Ουάσιγκτον. Η ΕΕ στεκόταν ήδη απέναντι στους Τσαβίστας, ενώ στην προκειμένη περίπτωση ο ΟΗΕ δεν διαθέτει δυνατότητα επιβολής αποφάσεων, αφού οι ΗΠΑ διαθέτουν δικαίωμα βέτο στο ΣΑ. Παράλληλα, οι τιμές των καυσίμων λογικά θα ανέβουν, προμηνύοντας νέο κύκλο πληθωρισμού διεθνώς, ενώ η Λατινική Αμερική εισέρχεται σε φάση αβεβαιότητας. Ειδικά στην Αβάνα, η ανησυχία σίγουρα έχει κορυφωθεί.

Πέρα όμως από τα προφανή, η ουσία βρίσκεται αλλού: η εν λόγω επίθεση σηματοδοτεί ίσως την πιο ωμή αμφισβήτηση του διεθνούς δικαίου στη μεταψυχροπολεμική εποχή. Αν και ηθικά αποδεκτή, η πράξη αποσταθεροποιεί περαιτέρω το ήδη εύθραυστο διεθνές σκηνικό. Η απαγωγή ενός εν ενεργεία ηγέτη άλλου κράτους, χωρίς απόφαση των Ηνωμένων Εθνών ή άλλη νομιμοποίηση, συνιστά κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου και δημιουργεί επικίνδυνο προηγούμενο. Η αμερικανική εξωτερική πολιτική, ιστορικά αμφίσημη μεταξύ ρεαλισμού και ιδεαλισμού, επιστρέφει στην πρότερη λογική των εντελώς αυθαίρετων επεμβάσεων. Δηλαδή δεν πρόκειται για μεμονωμένη κίνηση εκφοβισμού μα για ηχηρή πολιτική δήλωση: εις το εξής, τα συμφέροντα των ΗΠΑ δεν θα οριοθετούνται από παραδοσιακούς θεσμούς ή κανόνες.

Μετά το 1990, οι ξένες επεμβάσεις τουλάχιστον ντύνονταν με το ένδυμα της διεθνούς νομιμοποιησης· πλέον ούτε καν τα -κάπως αληθοφανή- προσχήματα δεν θεωρούνται αναγκαία. Σε γενικές γραμμές, από την απαράδεκτη εισβολή στο Ιράκ και μετά, οι μεγάλες δυνάμεις κινούνται απροκάλυπτα εκτός θεσμών σε αυξανόμενη συχνότητα. Το διεθνές δίκαιο, που υπήρξε η μόνη θεσμική ασπίδα απέναντι στην αυθαιρεσία, μοιάζει πλέον κουρελόχαρτο. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι μεγάλα τμήματα της κοινής γνώμης στη Δύση αντιμετωπίζουν τέτοιες πράξεις με αδιαφορία ή και επιδοκιμασία, στο όνομα της “ατομικής ελευθερίας” ή της “πάταξης του εγκλήματος”.

Σήμερα στην Ταϊπέι, πολλοί αναρωτιούνται αν θα ζήσουν τα ίδια· στο Κίεβο αν η ρωσική παθητικότητα δόθηκε ως αντάλλαγμα για αιματοβαμμένα ουκρανικά εδάφη· στην Κοπεγχάγη αλλά και στις Βρυξέλλες εξετάζεται κατά πόσον είναι πιθανή μια βίαιη προσάρτηση της Γροιλανδίας· σε Αθήνα και Λευκωσία οι αρμόδιοι αναμφίβολα προβληματίζονται αν θα κάτσουν ήσυχοι οι Τούρκοι στρατιώτες στα κατεχόμενα και στα παράλια. Άλλωστε και η Άγκυρα αναφέρεται στα ελληνικά μέρη ως δικό της ζωτικό χώρο.

Συνεπώς, το χθεσινό γεγονός δεν είναι μακρινό και αδιάφορο για κανέναν. Αντίθετα, η επέμβαση στη Βενεζουέλα αποτελεί δυσάρεστο προάγγελμα για το πού βαδίζει ο κόσμος μας. Υπό τα τωρινά δεδομένα, επιστρέφουμε ολοταχώς στην εποχή των κανονιοφόρων, όταν η κανονικότητα υποχωρούσε μπροστά στην αυτοπεποίθηση του εκάστοτε ηγεμόνα. Η αναδυόμενη πραγματικότητα δεν έχει να κάνει με ιδεολογίες, αλλά με την κυνική παραδοχή ότι από μόνη της η ισχύς αρκεί για να ορίζει το “Δίκαιο”. Το γεγονός ότι τούτη η οπτική αναβιώνει σε μια φάση πολλών εν εξελίξει κρίσεων καθιστά τη διεθνή κατάσταση πιο περίπλοκη, και άρα πιο επικίνδυνη.

Αλίμονο λοιπόν σε όσους είναι ανέτοιμοι, υλικά και ψυχικά, να υπερασπιστούν την εθνική κυριαρχία τους και το σύγχρονο πολιτισμό τους. Γι αυτούς, το ορατό μέλλον δεν υπόσχεται σταθερότητα· υπόσχεται ψυχρούς και θερμούς πολέμους, επιλεκτικές σχέσεις συμφέροντος και όχι αρχών, νέες ανισότητες και μια διεθνή κοινότητα που εγκαταλείπει την ΜπελΕπόκ των τελευταίων 35 χρόνων.

Στον κόσμο του Τραμπ, όπου κανόνες δεν υπάρχουν για τους ισχυρούς, ειδικά οι μικρότερες δυνάμεις αναγκάζονται να επανεξοπλίζονται, να συνάπτουν συμμαχίες και να λειτουργούν υπό διαρκή ετοιμότητα. Μπροστά σε ένα εξαιρετικά αβέβαιο μέλλον, η συμπόρευση Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ καθίσταται εκ των πραγμάτων μονόδρομος, στο πλαίσιο μιας στρατηγικής αξιόπιστης αποτροπής στην κομβική Ανατολική Μεσόγειο.