Στο Ορμούζ διαμορφώνεται η ισορροπία του μέλλοντος
Στον Περσικό, Ιράν και ΗΠΑ αναδιαμορφώνουν την παγκόσμια ισχύ. Πώς η κρίση επηρεάζει οικονομία, εμπόριο και γεωπολιτική ισορροπία.
Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, το Ιράν έχει επαναλάβει δικό του κλείσιμο των στενών του Ορμούζ. Η νέα παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας ήρθε ως αντίποινο για τον αποκλεισμό των λιμανιών του από τις ΗΠΑ. Συνεπώς, τουλάχιστον προσώρας, η ισχύς της ανακωχής είναι αβέβαιη, άρα ο πόλεμος δεν έχει τελειώσει, έστω σιωπηρά. Να θυμίσουμε ότι η σύγκρουση στην κορεατική χερσόνησο βρίσκεται επίσης σε καθεστώς ανακωχής, από το 1953.
Η λέξη «ισορροπία» ομολογουμένως λειτουργεί καθησυχαστικά. Υπονοεί μια κάποια λογική τάξη πραγμάτων. Η διεθνής σκηνή του 2026 θυμίζει περισσότερο περπάτημα σε τεντωμένο σχοινί πάνω από γκρεμό. Προχωρώντας νευρικά, το παγκόσμιο σύστημα προσπαθεί να μην βρεθεί στο απόλυτο χάος, ως συνέπεια των ίδιων του των αντιφάσεων. Υπό τέτοιες συνθήκες, οι βεβαιότητες εξαφανίζονται.
Η τελευταία αντιπαράθεση στον Περσικό αποτελεί ίσως το καθαρότερο παράδειγμα. Μια περιφερειακή σύγκρουση που είναι απολύτως κεντρική. Μια ανάπαυλα που δεν είναι ειρήνη. Μια διπλωματική προσέγγιση που δεν προσφέρει διέξοδο. Μια Δύση που μόνο ενωμένη δεν είναι. Οι αντίπαλοι εμφανίζονται να διαπραγματεύονται, την ίδια στιγμή που παρεμποδίζουν την κίνηση όσων πλοίων θεωρούν εχθρικά. Πίεση και διάλογος ταυτόχρονα. Απειλή και συμβιβασμός στο ίδιο πακέτο.
Η νέα συμφωνία για κατάπαυση του πυρός στον Λίβανο δεν αναιρεί αυτή τη διαπίστωση: δεν πρόκειται για λύση, αλλά για βαλβίδα αναγκαίας αποσυμπίεσης. Το Ιράν κερδίζει χρόνο για να περιορίσει την οικονομική αιμορραγία του και να επαναξιολογήσει τις δυνάμεις του, το Ισραήλ σταθεροποιεί προσωρινά το βόρειο μέτωπο και ανασυντάσσεται, ενώ ο Τραμπ παρουσιάζεται ως ειρηνοποιός, δίχως να πείθει. Με άλλα λόγια, ούτε η… ηρεμία στη Χώρα των Κέδρων μειώνει τον παγκόσμιο γεωπολιτικό κίνδυνο.
Αν δει κανείς ψύχραιμα την όλη εξέλιξη, το μέγα ερώτημα δεν είναι αν η Ουάσινγκτον πιέζει την Τεχεράνη. Το μέγα ερώτημα είναι αν, μέσα από αυτή την πίεση, διαβρώνει τελικά την ίδια τη θέση της, διότι η ισχύς δεν μετριέται μόνο σε στρατιωτικούς όρους. Κυρίως μετριέται στην ικανότητα επιβολής πλαισίου κανόνων. Πιο συγκεκριμένα, στην ικανότητα εγγύησης της τάξης που η ίδια έχει οικοδομήσει μετά το 1990.
Εδώ ακριβώς ανακύπτει μία ιστορική αναλογία που στοιχειώνει την τρέχουσα συγκυρία. Το 1956, όταν το Ιράν του Σάχη αποτελούσε πολύτιμο ανάχωμα απέναντι στη Σοβιετική Ένωση, το Σουέζ δεν ήταν μια τυπική στρατιωτική κρίση. Υπήρξε η αποκάλυψη ότι η αυτοκρατορική Βρετανία δεν μπορούσε πλέον να εγγυηθεί τις ανοιχτές θαλάσσιες οδούς. Η -ως τότε κραταιά- στερλίνα δεν απαξιώθηκε από μια ήττα στο πολεμικό πεδίο. Απαξιώθηκε όταν διαψεύστηκε η βρετανική πολιτική αξιοπιστία.
Σήμερα, κάτι παρόμοιο διαγράφεται στο Ορμούζ. Όταν ένα ισοπεδομένο κράτος μπορεί να διαταράσσει επί εβδομάδες τον ρου της παγκόσμιας ενέργειας και παράλληλα να θέτει όρους, τότε η έννοια της «αμερικανικής εγγύησης» παύει να είναι αυτονόητη· ο αμερικανικός στόλος δεν μπορεί πια να εγγυηθεί την ασφάλεια των πετρελαϊκών αποθεμάτων και την ομαλή διεξαγωγή του παγκόσμιου εμπορίου.
Και εδώ ακριβώς διακριτικά εισέρχεται η ως τώρα αμέτοχη Κίνα. Αν το Πεκίνο καταφέρει να εμφανιστεί ως εγγυητής της σταθερότητας στον Κόλπο, τότε θα έχει σημειωθεί η έλευση μίας νέας παγκόσμια ισορροπίας, με σοβαρότατες μακροοικονομικές προεκτάσεις.
Αυτή τη στιγμή, το -διάδοχο της στερλίνας- δολάριο δεν είναι ένα απλό συναλλακτικό μέσο. Ουσιαστικά είναι γεωπολιτικός μηχανισμός που επιτρέπει παγκόσμια κυριαρχία και μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα. Αν αρχίσει να υποχωρεί υπέρ του γιουάν, τότε η μετατόπιση ισχύος θα έχει αποκτήσει δομικά χαρακτηριστικά. Δεν θα πρόκειται για συγκυριακή κρίση. Θα πρόκειται για αλλαγή παραδείγματος. Όλα θα μπορούσαν να αλλάξουν: τα κύρια αποθεματικά νομίσματα, τα συστήματα συναλλαγων, οι εμπορικές και ενεργειακές ροές.
Ωστόσο, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν επιχειρούν πολιτικά μόνο στη Μέση Ανατολή, ούτε οι δυνατότητες τους εξαντλούνται στις χρηματαγορές και στην τεχνητή νοημοσύνη. Αυτή τη στιγμή, προσπαθούν να διατηρήσουν τον έλεγχο τους πάνω στην Παγκοσμιοποίηση μέσα από τον ρυθμιστικό έλεγχο των εφοδιαστικών αλυσίδων και των κρίσιμων πρώτων υλών. Η δημιουργία του κάθετου ευρωπαϊκού ενεργειακού διαδρόμου, η εμμονή ανάκτησης της Διώρυγας του Παναμά, η -ανταγωνιστική προς το Δρόμο του Μεταξιού- διαδρομή του πολυτροπικού IMEC, ο θόρυβος γύρω από τις σπάνιες γαίες της Γροιλανδίας και της Ουκρανίας, οι σκέψεις παράκαμψης του Ορμούζ μέσω αγωγών και διώρυγας, η απροκάλυπτη υποστήριξη σε συνεργάσιμους Νοτιοαμερικανούς ηγέτες, οι ασφυκτικές πιέσεις στην ΕΕ για αγροτικά προϊόντα και πολεμική συνδρομή: όλα υποδηλώνουν μια στρατηγική αναδιάταξης δυνάμεων και προτεραιοτήτων. Μια προσπάθεια να αποτελέσουν τα choking points βασικά συστατικά της μελλοντικής αμερικανικής ισχύος. Τα βαριά διαπραγματευτικά χαρτιά.
Δυστυχώς οι παραπάνω κινήσεις δεν εκδηλώνονται σε κενό. Εκδηλώνονται μέσα σε περιβάλλον έντασης με την Κίνα και ταυτόχρονης βιομηχανικής εξάρτησης από αυτήν. Η σχέση Ουάσινγκτον-Πεκίνου γίνεται όλο και περισσότερο παράδοξη: απειλές δασμών και προσωπική διπλωματία· ανταγωνισμός και συνεννόηση σε συνεχή εναλλαγή· μεγαλοστομίες στη Νότια Σινική Θάλασσα χωρίς περιεχόμενο. Καμία καθαρή γραμμή.
Τούτη η ασάφεια μεταφέρεται και στη σχέση με την Ευρώπη. Η διατλαντική συνεργασία έχει χάσει τον παραδοσιακό της χαρακτήρα και μετατρέπεται σε ψυχρή συναλλαγή. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αγοράζει LNG, τεχνολογία, ακόμη και πολιτικό χρόνο. Ως αντάλλαγμα, οι ΗΠΑ προσφέρουν πρόσβαση και -υπό όρους- προστασία, με αντάλλαγμα ευθυγράμμιση παντού και πάντα.
Σε αυτό το θολό τοπίο, η Ρωσία υποχωρεί. Όχι θεαματικά, αλλά οπωσδήποτε σταθερά. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει υπονομεύσει τη στρατιωτική και οικονομική της υπόσταση. Η συνδρομή της σε τριτοκοσμικούς δικτάτορες έχει λάβει τέλος. Η επιρροή της στην Κεντρική Ασία αμφισβητείται σοβαρά. Η εικόνα της ως υπερδύναμης ξεθωριάζει, και κάθε κενό ισχύος δεν μένει ποτέ κενό επ’ αόριστον.
Η Άγκυρα το γνωρίζει καλά, οπότε κινείται αναλόγως. Με κυνικά υπολογισμένη ευελιξία, επιδιώκει να παίζει σε όλα τα ταμπλό. Συνομιλεί με την Ουάσινγκτον, διατηρεί δίαυλο με τη Μόσχα, παρεμβαίνει βορειοανατολικά του Καυκάσου και της Κασπίας, επενδύει σε μεταφορικές υποδομές και πυρηνικά, αυτοανακηρύσσεται προστάτιδα του Ισλάμ, επενδύει στην ιρανική εξουδετέρωση. Αν και επισήμως ΝΑΤΟϊκή, δεν έχει στρατόπεδο. Επιλέγει τον ρόλο του χρήσιμου -αν όχι αναντικατάστατου- διαμεσολαβητή. Ταυτόχρονα όμως απειλεί όλους τους γείτονές της και χειραγωγεί την πλαδαρή γραφειοκρατία των Βρυξελλών. Αν και ακούγεται υπερφίαλο, απέναντί της βρίσκει μόνο τον άξονα Αθήνας-Λευκωσίας-Ιερουσαλήμ. Εναν άξονα πολιτιστικό, ενεργειακό και στρατιωτικό, καθώς η Ανατολική Μεσόγειος έχει πάψει να είναι περιφερειακή. Είναι κομβική, και όποιος ελέγχει τους κόμβους, ελέγχει και τις ροές.
Εδώ λοιπόν εντοπίζεται η αμιγώς ελληνική διάσταση, η οποία συχνά υποτιμάται. Η χώρα βρίσκεται σε ένα σημείο όπου οι εξελίξεις είναι ενδεχομένως μετασχηματιστικές. Ο εφοπλισμός μας, ο διάδρομος Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις με Κύπρο-Ισραήλ-Αίγυπτο, τα data centers και οι διαμετακομιστικές εγκαταστάσεις LNG συνθέτουν μια εικόνα που δυνητικά μεγιστοποιεί την αξία της χώρας μας: από καταναλωτής μετατρέπεται σε διακινητής, από περιφερειακός παίκτης σε ισχυρός κρίκος αλυσίδας. Τούτων λεχθέντων, τίποτα δεν είναι δεδομένο. Υπάρχει όμως η δυνατότητα. Και όπως κάθε δυνατότητα, προϋποθέτει στρατηγική. Προϋποθέτει ισχυρή άμυνα. Προϋποθέτει οικονομική και πολιτική υγεία. Προϋποθέτει σταθερότητα και προσήλωση.
Εις το εξής, οι εμπορικές ροές δεν θα είναι απολύτως ελεύθερες. Θα αποτελούν εργαλείο επιβολής. Το Ορμούζ το απέδειξε με τον πιο ωμό τρόπο. Με τη λήξη της μεταψυχροπολεμικής περιόδου, η κλασική γεωπολιτική έχει ανακάμψει δυναμικά.
Και κάπου εδώ, επιστρέφω στην αρχή του κειμένου. Όπως προαναφέρθηκε, αυτό που χαρακτηρίζει τη διεθνή σκηνή του 2026, δεν είναι η ισορροπία. Είναι η μετάβαση. Μια μετάβαση ασταθής, αντιφατική, σαφώς επικίνδυνη. Οι παλιοί κανόνες αμφισβητούνται. Οι νέοι δεν έχουν ακόμη παγιωθεί. Σε τέτοιες φάσεις, το κρίσιμο δεν είναι ποιος είναι ισχυρότερος σε αμιγώς αριθμητικούς όρους. Το κρίσιμο είναι ποιός μπορεί να ορίσει το πλαίσιο. Ποιός μπορεί να επιβάλλει κανόνες που οι υπόλοιποι θα αποδεχθούν. Και κυρίως, ποιός θα μπορεί να εξασφαλίσει την τήρησή τους.
Η ιστορία της αρχαίας Ρώμης διδάσκει πως οι αυτοκρατορίες δεν καταρρέουν απαραίτητα με θόρυβο. Συχνά φθείρονται σιωπηρά, μέσα από μικρές, σωρευτικές απώλειες αξιοπιστίας· από ρωγμές που αρχικά μοιάζουν διαχειρίσιμες, μέχρι που παύουν να είναι. Αν στο Ορμούζ ανοίξει μια τέτοια ρωγμή, θα το δείξει ο χρόνος.