Η «κρυφή» λιποπρωτεΐνη που απειλεί την καρδιά αρκετών Ελλήνων

Σχεδόν ένας στους πέντε Έλληνες έχει υψηλά επίπεδα Lp(a), έναν ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα

Η «κρυφή» λιποπρωτεΐνη που απειλεί την καρδιά αρκετών Ελλήνων
Εικόνα: Unsplash

Η λιποπρωτεΐνη-α, γνωστή και ως Lp(a), αποτελεί έναν σημαντικό αλλά σχετικά άγνωστο παράγοντα κινδύνου για τις καρδιαγγειακές παθήσεις.

Στο πλαίσιο του προγράμματος προληπτικών εξετάσεων «Προλαμβάνω», πολλοί Έλληνες άνω των 30 διαπίστωσαν για πρώτη φορά ότι τα επίπεδα αυτής της λιποπρωτεΐνης στο αίμα τους είναι αυξημένα, χωρίς προηγούμενη γνώση. Η Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ευαισθητοποίησης για την Lp(a), υπενθυμίζει ότι η παρουσία υψηλών επιπέδων αυξάνει τον κίνδυνο εμφράγματος, εγκεφαλικού, περιφερικής αρτηριακής νόσου και στένωσης της αορτικής βαλβίδας.

Η Lp(a) είναι μια λιποπρωτεΐνη που μοιάζει με την LDL, την «κακή» χοληστερόλη, αλλά περιέχει επιπλέον την πρωτεΐνη apo(a), που την καθιστά πιο επικίνδυνη για τα αγγεία. Παράγεται στο ήπαρ και τα επίπεδά της καθορίζονται κυρίως από τα γονίδια, παραμένοντας σταθερά κατά τη διάρκεια της ζωής και ανεπηρέαστα από τον τρόπο ζωής, τη διατροφή ή την άσκηση. Στις γυναίκες παρατηρείται μια μικρή αύξηση μετά την εμμηνόπαυση. Στον οργανισμό η Lp(a) συμμετέχει σε μηχανισμούς επούλωσης τραυμάτων, ωστόσο τα υψηλά επίπεδα ευνοούν τον σχηματισμό αθηρωματικών πλακών και την ανάπτυξη καρδιαγγειακών προβλημάτων.

Παγκοσμίως, περίπου το 20% του πληθυσμού έχει αυξημένα επίπεδα Lp(a), γεγονός που την καθιστά τη συχνότερη γενετική διαταραχή των λιποπρωτεϊνών. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με επιδημιολογικά δεδομένα από την μελέτη «Αττική» και άλλες πρόσφατες έρευνες, το ποσοστό είναι περίπου 19%, χωρίς διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών. Η ενσωμάτωση της Lp(a) στην κλινική εκτίμηση κινδύνου βοηθά να αναδειχθούν άτομα υψηλού κινδύνου που δεν θα εντοπίζονταν με τα συμβατικά κριτήρια. Από το 2023 λειτουργεί πανελλαδικό μητρώο καταγραφής των επιπέδων Lp(a) στον ελληνικό πληθυσμό.

Η μέτρηση της Lp(a) γίνεται με μια απλή εργαστηριακή εξέταση αίματος και συνιστάται τουλάχιστον μία φορά στη ζωή, χωρίς ανάγκη συχνών επαναλήψεων. Επίπεδα άνω των 50 mg/dL θεωρούνται αυξημένα, αλλά η συνολική εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου παραμένει απαραίτητη.

Δεδομένου ότι οι υπάρχουσες θεραπείες δεν μειώνουν σημαντικά τα επίπεδα της Lp(a), η πρόληψη επικεντρώνεται στον έλεγχο άλλων παραγόντων, όπως η LDL-χοληστερόλη, η υπέρταση, ο διαβήτης, η παχυσαρκία και το κάπνισμα, σε συνδυασμό με υγιεινό τρόπο ζωής και συστηματική άσκηση. Παράλληλα, βρίσκονται σε εξέλιξη κλινικές δοκιμές νέων φαρμάκων που στοχεύουν στη μείωση της Lp(a) και αναμένεται να απαντηθεί εάν η σημαντική πτώση των επιπέδων αυτής της λιποπρωτεΐνης θα μεταφραστεί σε μείωση των καρδιαγγειακών επεισοδίων.