Νηστεία και υγεία: Τι δείχνει ελληνική μελέτη για τις επιδράσεις στον οργανισμό
Στη μελέτη συμμετείχαν συνολικά 411 άτομα, εκ των οποίων 200 ακολουθούσαν συστηματικά τη νηστεία για περίπου 190 ημέρες ετησίως
Σημαντικά στοιχεία για τις επιδράσεις της νηστείας στον ανθρώπινο οργανισμό αναδεικνύει νέα μελέτη του Ερευνητικό Κέντρο Βιοϊατρικών Επιστημών «Αλέξανδρος Φλέμινγκ», φωτίζοντας τις μοριακές αλλαγές που προκαλεί η αποχή από ζωικά προϊόντα.
Η έρευνα, που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, εστίασε στη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο η παραδοσιακή νηστεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας επηρεάζει βασικές λειτουργίες του οργανισμού. Όπως ανέφερε στην εκπομπή «Συνδέσεις» της ΕΡΤNews η ερευνήτρια γενετικής ανθρώπου Αντιγόνη Δήμα, στόχος ήταν η αποτύπωση των βιολογικών και μοριακών συνεπειών αυτής της διατροφικής πρακτικής.
Στη μελέτη συμμετείχαν συνολικά 411 άτομα, εκ των οποίων 200 ακολουθούσαν συστηματικά τη νηστεία για περίπου 190 ημέρες ετησίως, ενώ 211 δεν είχαν διατροφικούς περιορισμούς. Οι συμμετέχοντες εξετάστηκαν σε δύο χρονικές φάσεις σε περίοδο ελεύθερης διατροφής και μετά από τέσσερις εβδομάδες νηστείας – ώστε να καταγραφούν με ακρίβεια οι μεταβολές σε κρίσιμους δείκτες υγείας.
Τα ευρήματα καταδεικνύουν σαφείς βελτιώσεις σε σημαντικούς βιολογικούς δείκτες. Συγκεκριμένα, παρατηρήθηκε μείωση της ολικής και της LDL («κακής») χοληστερόλης που προσεγγίζει το 10%, ενώ θετική ήταν η εικόνα και για τη λειτουργία του ήπατος και των νεφρών. Παράλληλα, καταγράφηκε πτώση δεικτών φλεγμονής, στοιχείο που συνδέεται με τη συνολική βελτίωση της υγείας.
Σε μοριακό επίπεδο, η νηστεία φαίνεται να επιδρά βαθύτερα, επηρεάζοντας τη ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος και οδηγώντας σε έναν είδος «επαναπρογραμματισμού» του μεταβολισμού. Επιπλέον, εντοπίστηκαν μεταβολές σε ορμόνες και πρωτεΐνες που σχετίζονται με τον μεταβολισμό και τη διαχείριση του στρες, όπως η ωκυτοκίνη.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι δεν είναι όλα τα ευρήματα ομοιόμορφα θετικά. Ορισμένοι δείκτες που συνδέονται με την υγεία των οστών παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις που απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση, ενώ τονίζεται ότι η ανταπόκριση στη νηστεία δεν είναι ίδια για όλους.
«Η συνολική εικόνα είναι κυρίως θετική, αλλά κάθε οργανισμός αντιδρά διαφορετικά, με σημαντικό ρόλο να παίζει και το γενετικό υπόβαθρο», σημείωσε η κ. Δήμα. Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι, παρά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα, οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στη διατροφή θα πρέπει να γίνεται με τη συμβουλή ειδικού, ώστε να διασφαλίζεται ότι καλύπτονται οι ανάγκες του κάθε οργανισμού και αποφεύγονται πιθανοί κίνδυνοι.