Ζαχαροπλαστείο Ήλιος: Το μαγαζί με τη διαχρονική ακτινοβολία που επιμένει συνοικιακά

Υψηλή ποιότητα και «ζεστασιά» στην εξυπηρέτηση τα μυστικά της μακροζωίας για αυτή την επιχείρηση της Θεσσαλονίκης από το 1938

Ζαχαροπλαστείο Ήλιος: Το μαγαζί με τη διαχρονική ακτινοβολία που επιμένει συνοικιακά
Ζαχαροπλαστείο Ήλιος: Σταθερά σε αυτό το σημείο από το 1938

Στη γωνία των οδών Αντιγονιδών και Πτολεμαίων κάποτε χτυπούσε η καρδιά του ιστορικού και εμπορικού κέντρου της θεσσαλονίκης. Τις τελευταίες δεκαετίες, πολλά έχουν αλλάξει εδώ, ιδίως από την κρίση και μετά. Ο εμπορικός χαρακτήρας χάθηκε και η περιοχή μετατράπηκε, συχνά βίαια, σε μια «πιάτσα» γεμάτη φαγάδικα, ξενοδοχεία και Airbnb, ανάμεσα σε καταστήματα που παραμένουν για πολλά χρόνια κλειστά.

Κι όμως, κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά υπάρχει ένα μαγαζί που… δεν το έχει κουνήσει ρούπι 89 χρόνια τώρα: το ζαχαροπλαστείο Ήλιος. Ένα ζαχαροπλαστείο που συνδέθηκε με πολλές σημαντικές στιγμές της περιοχής και κατάφερε να γίνει γνωστό σε ολόκληρο τον πλανήτη χωρίς ποτέ να πάψει να είναι αυτό που λέμε «συνοικιακό», με όλη την οικειότητα και ζεστασιά που κρύβει η λέξη.

Εμείς το επισκεφθήκαμε, για να δούμε, να ακούσουμε και να… γευτούμε πώς τα τρία εγγόνια του ιδρυτή του μαγαζιού, Μιχαήλ Νικολάου, επιμένουν στις συνταγές –ζαχαροπλαστικής και επιχειρηματικότητας– που τους παρέδωσαν οι παλιότεροι.

Μέσα στο μαγαζί, το παλιό, διατηρημένο μωσαϊκό προϊδεάζει για τη μεγάλη ιστορία του χώρου. Το ίδιο και τα διάφορα κειμήλια που μπορεί να δει κανείς στους τοίχους, με κυριότερο τη φωτογραφία του ιδρυτή του μαγαζιού.

Ο ιδρυτής του ζαχαροπλαστείου Ήλιος, Μιχαήλ Νικολάου
Ο ιδρυτής του ζαχαροπλαστείου Ήλιος, Μιχαήλ Νικολάου

«Καλώς ήρθατε! Είμαι ο Μιχαήλ», μας υποδέχεται πίσω από τον πάγκο ο ένας από τους τρεις εγγονούς του ιδρυτή, που σήμερα συνεχίζουν επάξια την επιχείρηση. Αναλαμβάνει να μας ξεναγήσει στο χώρο και να μας πει την ιστορία της επιχείρησης, αφού πρώτα μας τρατάρει κάποιες από τις πεντανόστιμες σπεσιαλιτέ της, όπως τα τριγωνάκια με κρέμα σφολιάτα και ολόφρεσκη κρέμα πατισερί ή τους γεμιστούς με βελούδινη σαντιγί εργολάβους.

«Ο παππούς μου ο Μιχάλης ήρθε στην Ελλάδα με την προγιαγιά μου μετά την Καταστροφή της Σμύρνης. Ο άντρας της είχε πεθάνει από δάγκειο πυρετό. Μια γυναίκα μόνη που, την ημέρα που μπήκαν στις βάρκες, έχασε παιδιά και κατάφερε στη βάρκα να βάλει μόνο δύο… Το πλοίο που θα τους άφηνε Βόλο για να κατευθυνθούν μετά για Αθήνα χάλασε και τους κατέβασαν στη Θεσσαλονίκη. Έτσι, πήγανε στα προσφυγικά κοντά στην Καλαμαριά. Ξεκίνησαν ουσιαστικά μια πορεία ζωής σε έναν νέο τόπο, σε έναν ξένο τόπο, όπου δεν τους καλοδέχτηκαν καθόλου. Στη Σμύρνη ήταν οι “κιμπάρηδες”, εδώ ήταν οι “κουρελήδες”, οι “βρωμιάρηδες”, οι “ξένοι”», διηγείται ο Μιχαήλ.

Για να βγάλει τα προς το ζειν, η μητέρα του Μιχάλης έφτιαχνε κατιμέρια, τα μικρά σιροπιαστά που τα ‘χε μάθει στη Σμύρνη, και έστελνε το γιο της να τα πουλήσει σε ταψιά στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Μία μέρα, εκεί που ήταν στο σταθμό των τρένων, τον πρόσεξε ένας περαστικός φούρναρης και του ‘πε «Θα σε πάρω για κάλφα», για βοηθό του.

«Όλα πήγαιναν καλά, μέχρι που έγινε μια μικρή παρεξήγηση και ο παππούς μου βρέθηκε λίγο στην άκρη. Η προγιαγιά η Σμυρνιά δεν μπορούσε να το ανεχτεί αυτό. Μάζεψε ό,τι οικονομίες είχε και το 1938 ανοίξαν ένα γαλακτοπωλείο ακριβώς σε αυτό το σημείο», διηγείται ο Μιχαήλ. «Ήταν πολύ τιτίζηδες, που λέμε, και ήθελαν το μαγαζί να λάμπει από καθαριότητα σαν τον ήλιο. Για αυτό το ονόμασαν έτσι, μου ‘χουν πει».

Στιγμιότυπο από το Ζαχαροπλαστείο Ήλιος
Στιγμιότυπο από το Ζαχαροπλαστείο Ήλιος

Κι έτσι ξεκίνησε η επιχείρηση την πορεία της, ως ένα από τα πρώτα γαλακτοπωλεία της πόλης.

Γρήγορα καθιερώθηκε για το διάσημο αριάνι, το γιαούρτι με πέτσα, το καϊμάκι, τις τουλούμπες και τις κουρού πίτες με μελιτζάνα. Μία οικογενειακή συνταγή η οποία χάθηκε στα βάθη των χρόνων και δεν την ξέρει πια κανείς…

Τότε, στις οδούς Αντιγονιδών και Πτολεμαίων, πριν την άνθηση της βιοτεχνίας, μπορούσε κανείς να βρει τα λεγόμενα «λεμονάδικα», δηλαδή μία από τις μεγάλες οπωραγορές του ιστορικού κέντρου. Στην ακριβώς απέναντι γωνία από το γαλακτοπωλείο είχε ένα καφενείο που μάζευε χασικλήδες. Κάποιες φορές, όταν… την ειχαν πιει πολύ, συνήθιζαν να σκάνε με τσαμπουκά στο μαγαζί, φωνάζοντας και ζητώντας να φάνε γλυκό. Μάνι-μάνι κατέβαζε ο κυρ Μιχάλης τα κεπέγκια, για να μην γίνει καμιά φασαρία.

«Ήταν ένας άνθρωπος γεροδεμένος και “βαρύς”, σε σύμπνοια με τα πρότυπα της εποχής. Σήκωνε μόνος τις 30-κιλες νταμιτζάνες με τα γάλατα. Έτσι όπως μου τον είχαν περιγράψει στα παιδικά μου χρόνια, τον είχα στο μυαλό μου σαν τον Οβελίξ!», λέει γελώντας ο εγγονός του. «Δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του. Μια μέρα τόλμησε να του πει ένας πελάτης ότι το γιαούρτι τού φάνηκε ξινό. “Ξινό;! Έξω, τώρα!”, του απάντησε με τη μία».

Στιγμιότυπο από το Ζαχαροπλαστείο Ήλιος
Στιγμιότυπο από το Ζαχαροπλαστείο Ήλιος

Στην Κατοχή, το μαγαζί έγινε κέντρο διερχομένων χάρη στο ραδιόφωνο που είχε η οικογένεια κάτω στο εργαστήρι. Ολόκληρη η γειτονιά μαζευόταν κρυφά ν’ ακούσει Deutsche Welle. Τα επόμενα χρόνια, έβγαλε και τραπεζάκια έξω, εκμεταλλευόμενο την προνομιακή του θέση.

«Πάρα πολλοί άνθρωποι είχαν περάσει από εδώ για την καθιερωμένη πάστα που κάθονταν και τρώγανε τότε. Είχε έρθει πριν κάτι χρόνια ένας κύριος, έτσι, αρκετά αυστηρός. Και γυρνάει και μου λέει: “Ξέρεις πόσο σημαντικό είναι για μένα το μαγαζί σου; Εδώ το ‘50 οι γονείς μου, στο πρώτο τους ραντεβού, φάγανε την πρώτη τους πάστα”. Και μετά έκανα τα μαθηματικά και κατάλαβα ότι από αυτό το πρώτο ραντεβού οι άνθρωποι παντρεύτηκαν και έκαναν ένα παιδί, αυτόν τον κύριο», θυμάται ο Μιχαήλ.

Σε ηλικία 12 ετών, στην επιχείρηση μπήκε και ο Γιώργος, ο γιος του ιδρυτή.

«Ήταν ίσως ένας τρόπος να ‘ρθει πιο κοντά με το πατρικό πρότυπο, έστω και μέσα στη δουλειά», σχολιάζει ο Μιχαήλ για τον δικό του πατέρα. «Βέβαια, ο παππούς ήταν πολύ αυστηρός εργοδότης. Δεν υπήρχαν προνομιακές σχέσεις τότε. Η συμπεριφορά στο ανθρώπινο κομμάτι ήταν πολύ διαφορετική, πιο τυπική και σφιγμένη».

Στην αρχή, ο κύριος Γιώργος ήταν βοηθός και τελικά ανέλαβε τα ηνία μαζί με τον δικό του αδερφό, που μπήκε στο κομμάτι της παραγωγής. Το μαγαζί έγινε καθαρά ζαχαροπλαστείο πλέον και συνέχισε έτσι μέχρι και σήμερα.

«Όλη του τη ζωή ο μπαμπάς την πέρασε σε αυτό εδώ το μαγαζί. Ήταν μια ζωή στην οποία βούτηξε και δεν ξαναβγήκε. Ήταν ο κυρ Γιώργης στην Αντιγονιδών με τον Ήλιο. Έτσι τον ξέραν όλοι», λέει ο γιος του.

Ο κύριος Γιώργος ένα μαράζι είχε: να βρει συνεχιστή για το μαγαζί. Και προς καλή τύχη, και οι τρεις γιοι του άρπαξαν την ευκαιρία.

«Σήμερα είμαστε τρία αδέρφια. Ο Βασίλης ο μεγάλος, εγώ, ο Μιχαήλ, ο μεσαίος και ο Αλέξανδρος ο μικρότερος. Το ευτυχές είναι ότι είμαστε τρεις δυναμικές επάνω σε ένα αντικείμενο με πάρα πολύ διαφορετική κατεύθυνση ο καθένας, χωρίς να θέλει ο καθένας να μπει στα νερά του άλλου. Τη δύναμη, το σπίρτο και την τεχνογνωσία, το ταλέντο του παππού τα πήρε μάλλον γονιδιακά ο Βασίλης. Είναι αυτός ο οποίος είναι ο πυρήνας, η κεφαλή που έχει στο μυαλό τα πάντα σε σχέση με το προϊόν. Ο Αλέξανδρος είναι ο εγκέφαλος της παραγωγής, ό,τι έχει να κάνει με λεπτομέρεια, εικόνα, διαδικαστικά, λογιστικά, χαρτούρα, αποφάσεις από χρηματικά μέχρι το κουταλάκι που θα φας το παγωτο. Είναι ο άνθρωπος ο οποίος δουλεύει 24 ώρες κάθε μέρα, ακόμη και στον ύπνο του, εφτά στα εφτά. Και εγώ είμαι η… μόστρα της οικογένειας, ο πωλητής, αυτός που θα συναντήσετε στο μαγαζί. Τα δύο αδέρφια μου έχουν σπουδάσει ζαχαροπλαστική, εγώ μπήκα χωρίς να έχω δραστηριοποιηθεί ποτέ στον τομέα», εξηγεί ο συνομιλητής μας.

«Στη δική μας γενιά υπάρχει το ίδιο πάθος, ο ίδιος πόθος, πολύ περισσότερη αλληλοστήριξη –γιατί είμαστε και τρεις. Αλλά και τα όρια είναι πιο διακριτά, το πού σταματάει η δουλειά και το πού ξεκινάει η ζωή».

Στιγμιότυπο από το Ζαχαροπλαστείο Ήλιος
Στιγμιότυπο από το Ζαχαροπλαστείο Ήλιος

Μαζί με τα τρία αδέρφια συμπορεύονται και οι συνεργάτες του Ήλιου, για τους οποίους ο Μιχάλη μιλά με πολλή ζέση:

«Ο παππούς μου είχε πει ότι “Αφεντικά είμαστε μόνο απέναντι στις δημόσιες υπηρεσίες. Απέναντι στους υπόλοιπους είμαστε συνεργάτες”. Εμένα τα παιδιά κάτω στην παραγωγή είναι η ομάδα μου. Είμαστε μαζί σε όλο αυτό. Έχουμε κοινή πνοή. Έχουμε κοινή αντιμετώπιση στα καλά, στο στραβά, σε όλα».

Αυτή η ομοψυχία ήταν κομβική στο να μείνει όρθια η επιχείρηση στη χειρότερη ίσως κρίση της μακρόχρονης πορείας της: την πανδημία:

«Τότε που είχαν κλείσει όλα, εμεις, ως κατάστημα τροφίμων, ήμασταν αναγκασμένοι να μένουμε ανοιχτοί κι ας μην είχε όρεξη κανείς για γλυκό. Μπήκαμε στις πλατφόρμες αλλά δεν λειτούργησε όπως έπρεπε. Ήταν πάρα πολύ δύσκολο. Εκεί ήταν που δώσαμε τη μεγάλη μάχη, σηκώσαμε τα μανίκια και είπαμε ότι πρέπει να σώσουμε το μαγαζί. Κι έτσι, πήραμε το 2021 την απόφαση να κάνουμε μία ανακαίνιση και να ξανασυστηθούμε πάρα πολύ δυναμικά, με επίκεντρο το προϊόν και τη σκληρή δουλειά μας, για αρχίσει ο κόσμος να μας ξαναθυμάται. Έτσι οδηγηθήκαμε και στο άνοιγμα ενός δεύτερου μικρού καταστήματος, γωνία Κλεάνθους με Ανατολικής Θράκης στην Τούμπα».

Σεβασμός στον πελάτη και πίστη στο προϊόν είναι οι δύο επιχειρηματικές συνταγές που κληρονόμησαν τα τρία αδέρφια και ακολουθούν κατά γράμμα σήμερα. Για αυτό και ο Ήλιος «λάμπει» όλο και περισσότερα τα τελευταία χρόνια, σε εποχές πολύ δύσκολες για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.

«Ο μπαμπάς μας μία ζωή μας έλεγε δύο πράγματα που μικρότερος μού ακουγόντουσαν γραφικά, μη σας πω πάρα πολύ κουραστικά, αλλά τώρα τα ‘χω Ευαγγέλιο. Το ένα ήτανε το “Χαμηλά την μπάλα” και ένα δεύτερο μότο του ήταν ότι “Αν δεν κοροϊδέψεις τον κόσμο, αυτός θα στο ανταποδώσει”. Και εμείς δεν κοροϊδεύουμε τον κόσμο. Είμαστε ο κόσμος. Είμαστε η γειτονιά, ξέρουμε τη γειτονιά, μας ξέρει η γειτονιά», περιγράφει ο Μιχαήλ, αναλύοντας την πρώτη «συνταγή».

Στιγμιότυπο από το Ζαχαροπλαστείο Ήλιος
Στιγμιότυπο από το Ζαχαροπλαστείο Ήλιος

«Τους αγαπάμε σαν να είναι δικοί μας άνθρωποι. Δεν είμαι εδώ για να κάνω το μεροκάματο και να φύγω. Μιλάω και 12:00 το βράδυ για τούρτες και 01:00 το βράδυ. Λέμε συνέχεια ότι τα μαγαζιά είναι οι πελάτες. Τι πάει να πει “πελάτης”; Οι πελάτες είναι άνθρωποι που τους βλέπεις κάθε μέρα. Ορδές κόσμου έχω δει στη ζωή μου. Ξέρω προσωπικές ιστορίες. Έχουν πέσει γέλια, εδώ μέσα έχουν χύθει δάκρυα εδώ μέσα. Έχουν συζητηθεί και βιωθεί πάρα πολύ ωραία πράγματα εδώ μέσα, γιατί για μένα δεν είναι οι αριθμοί. Αυτό είναι ένα κομμάτι που αφορά τα αδέρφια μου. Εγώ τους ξέρω με το όνομά τους όλους και με ξέρουν κι αυτοί.

»Ξέρετε, η στιγμή που για σένα μπορεί να είναι ένα κομμάτι δουλειάς, μια ακόμα παραγγελία, για αυτούς είναι τα γενέθλια του παιδιού τους, είναι το κέρασμα για μια επιτυχία τους ή το γάμο τους. Το 99% των ανθρώπων σε ένα ζαχαροπλαστείο μπαίνει με μία ευχάριστη διάθεση, θέλει να “γλυκαθεί”. Πρέπει να τους υποδεχτείς με χαμόγελο και “ζεστασιά”. Έτσι συνδέονται τα μαγαζιά με τον κόσμο, όταν γίνονται μέρος της εμπειρίας του και της διαδικασίας του και του αφήνουν ένα θετικό αποτύπωμα».

Και ερχόμαστε και στις κανονικές συνταγές κάποιες, από τις οποίες γευτήκαμε προ ολίγου.

«Το γλυκό είναι το ζητούμενο. Γι’ αυτό επιστρέφει ο κόσμος», τονίζει ο Μιχαήλ και εμείς αντιλαμβανόμαστε ότι κάνει πολύ καλά τη δουλειά του, αφού περιγράφει τις σπεσιαλιτέ του μαγαζιού με τρόπο ιδιαίτερα ελκυστικό:

«Βασικό προϊόν μας είναι τα τριγωνάκια. Πολύ διαφορετικά από τα τρίγωνα Πανοράματος που ξέρουμε. Τα δικά μας έχουν φύλλο σφολιάτα, ενώ το τρίγωνο του Πανοράματος έχει το φύλλο του μπακλαβά. Εμάς είναι ήδη γεμισμένο με την κρέμα πατισερί μας, και είναι με το φύλλο σφολιάτα σιροπιασμένο, έτοιμο στο δισκάκι για να καταναλωθεί. Μετά έχουμε το γεμιστό εργολάβο με σαντιγί. Να πω εδώ ότι ο εργολάβος νομίζω ότι ονομάστηκε γιατί τα παλιά τα χρόνια, όταν ο κόσμος αγόραζε τα σπίτια του, το γλυκό που πηγαίνανε για τα συγχαρίκια ήταν αυτό.Τα καραμελωμένα σουδάκια μας, που τα βγάζουμε μόνο Παρασκευή και Σάββατο για να είναι φρέσκα. Τα κοκάκια και τα σουδάκια, επίσης με κρέμα πατισερί. Το εξαιρετικό παγωτό μας, που είναι χειροποίητο με γάλα και φτιαγμένο στο χέρι, με πρωταγωνιστή το αρμενοβίλ και τον ντοντουρμά».

Στιγμιότυπο από το Ζαχαροπλαστείο Ήλιος
Στιγμιότυπο από το Ζαχαροπλαστείο Ήλιος

Περιβόητη είναι η τεχνογνωσία του μαγαζιού στην κρέμα πατισερί και την κρέμα τυριού, χάρη και στις σπουδές του Βασίλη, που μελετά συνέχεια πώς να πετύχει πιο αφράτο και φρέσκο αποτέλεσμα.

Παρά τα προσεγμένα προϊόντα, η οικογένεια Νικολάου προσπαθεί να διατηρεί «λαϊκές» τιμές:

«Δεν παύουμε να είμαστε ένα συνοικιακό μαγαζί –άσχετα που πλέον μας ξέρουν μέχρι και ομογενείς στη Μελβούρνη ή την Αυστραλία! Το πελατολόγιό μας αυξάνεται στόμα με στόμα και από γενιά σε γενιά στη γειτονιά. Για αυτό και δεν επιλέγουμε να διαφημιστούμε στα social media ρίχνοντας χρήματα. Προτιμάμε κάθε ευρώ να επιστρέφει στο προϊόν και ο κόσμος να τρώει βούτυρο, γάλα, πρώτες ύλες άλφα ποιότητας, να βγάζουμε λίγους κωδικούς καθημερινά, και ας λέμε μετά στον πελάτη “Με συγχωρείτε. Μας τελείωσε”».

Κοιτώντας έξω από τη βιτρίνα, βλέπουμε μία γειτονιά ζωντανή, με μπόλικη κίνηση. 88 χρόνια ο Ήλιος στέκει εδώ, κοιτώντας αυτήν τη γειτονιά να αλλάζει.

«Ήλιος σημαίνει ζωή», θυμίζει ο Μιχαήλ, «και το κατάστημά μας είναι κομμάτι της ζωής της γειτονιάς. Ξέρετε πόσο χαρούμενος νιώθω όταν κυκλοφορώ έξω; Θα κάνεις μια βόλτα και θα σου φωνάξουν οι άλλοι “Ω ρε τα τρίγωνά σου!”, “Πού είσαι, ρε παγωτάρα;”. Περνάει ένας μικρούλης από εδώ συνέχεια και μου φωνάζει: “Γεια σου παγωτατζή!”. Ξέρουν ότι στη γωνία, στην Αντιγονιδών, ο Ήλιος έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία. Όλο αυτό που βλέπετε όσο είστε εδώ είναι συναίσθημα. Τις γιορτές από το πρωί μέχρι το βράδυ εμάς θα βρεις. Δεν θα βρεις μόνο τους συνεργάτες μου που είδες κάτω. Δεν θα βρεις μόνο βάρδιες με τα παιδιά που δουλεύουν και βγάζουν το ψωμί τους από εδώ. Είμαστε δίπλα. Είμαστε μαζί».