Ένα «Μικράκι» που μεγάλωσε, επιμένοντας στα απλά και αγαπημένα της ελληνικής κουζίνας

Στην κυριλέ πια Προξένου Κορομηλά, υπάρχει ένα ελληνικό εστιατόριο που πρόλαβε εποχές πολύ διαφορετικές...

Ένα «Μικράκι» που μεγάλωσε, επιμένοντας στα απλά και αγαπημένα της ελληνικής κουζίνας
Το εστιατόριο «Το Μικράκι» στην Προξένου Κορομηλά

Στην αρχή της Προξένου Κορομηλά, εκεί που η γωνία με την οδό Πλουτάρχου σχηματίζει ένα ενδιαφέρον spot από μαγαζάκια, ψαγμένα μπαρ, πάρκινγκ και κτίρια γραφείων, υπάρχει ένα μαγαζί που δεκαετίες τώρα βλέπει την περιοχή να αλλάζει και να εξελίσσεται ξανά και ξανά.

Φιλοξενούμενη της στήλης μας αυτήν την εβδομάδα είναι η οικογένεια Βούλγαρη με το εστιατόριο «Το Μικράκι», που μας προσκάλεσε για να μοιραστεί μία ενδιαφέρουσα ιστορία μικρομεσαίου σαλονικιώτικου επιχειρείν, μαζί με τις νοστιμιές της.

Μιλάμε με τον Μάκη, το μικρότερο γιο της οικογένειας, που με τον αδερφό του τον Γιώργο και τους γονείς τους, Αντώνη και Χρύσα, σερβίρουν καθημερινά κλασικές γεύσεις ελληνικής κουζίνας σε περίοικους, εργαζόμενους και τουρίστες.

Η επιχείρηση δημιουργήθηκε το 1981 από τον κύριο Αντώνη, που μετά το στρατό έψαχνε να δει τι θα κάνει. Ένα ενοικιαστήριο που είδε στην είσοδο του καταστήματος ήταν το «εισιτήριο» για μία επαγγελματική πορεία 40 και βάλε ετών.

Αρχικά το μαγαζί λειτούργησε σαν κυλικείο, έπειτα σαν καφενείο, τελικά σαν μαγειρείο, πλέον σαν εστιατόριο. Όμως, λειτούργησε και σαν οικογενειακή εστία, αφού τα δύο αγόρια περάσαν μεγάλο μέρος της παιδικής τους ηλικίας εδώ, ενώ οι γονείς τους δουλεύαν.

«Εδώ μέσα μεγάλωσα, εδώ έτρωγα το μεσημεριανό μου. Κάποιες φορές πήγαινα πίσω στην αποθήκη, έκανα τα μαθήματά μου και περίμενα τη μαμά μου, που μαγείρευε στην κουζίνα να σχολάσει να πάμε σπίτι. Άλλες φορές έπαιζα με τα μπουκαλάκια του τσίπουρου. Ο αδερφός μου, στην εφηβεία τότε, είχε αρχίσει να βοηθάει στη δουλειά», θυμάται ο Μάκης.

Μάλιστα, στη μνήμη του έχει μείνει ένας μακρυμάλλης θαμώνας με μουσάκι, αρειμάνιος καπνιστής, που σύχναζε κάθε μέρα στο μαγαζί. Αυτός ο τύπος είχε έφεση στα μαθηματικά και είχε αναλάβει το διάβασμα του μικρού Μάκη. «Και ήταν και πολύ αυστηρός!», λέει γελώντας.

Ο κύριος Αντώνης στο μαγαζί τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του, τη δεκαετία του '80
Ο κύριος Αντώνης στο μαγαζί τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του, τη δεκαετία του ’80

Τη δεκαετία του ‘80, στο «Μικράκι» μπορούσε κανείς να βρει μόνο φραπέ, ελληνικό, νες, αναψυκτικά, κάνα δυο ροφήματα, μπύρα, ούζο, τοστ και μερικά οινοπνευματώδη. Και αν σήμερα η ύπαρξη ποτών σε ένα κυλικείο ξενίζει, τότε ήταν κάτι πολύ συνηθισμένο.

«Όλοι εδώ μέσα πίνανε και καπνίζανε. Μιλάμε για ντουμάνι. Οι θαμώνες ήταν και κατά κάποιο τρόπο φίλοι και του πατέρα μου, γιατί ερχόντουσαν καθημερινά εδώ. Κάποιοι ερχόντουσαν μετά τη δουλειά τους, πίνανε ένα τσίπουρο ή ένα ουίσκι και ξαναπήγαιναν σπίτι τους ή συνεχίζαν τη δουλειά τους. Ο κόσμος έπινε για πλάκα. Σαν καφέ είχε το αλκοόλ. Και καθημερινές, και μεσημέρια, πάντα».

Τότε το μαγαζί ήταν και πολύ μικρότερο από σήμερα. Εξ ου και το όνομα «Μικράκι», που προήλθε από έναν πελάτη που το αποκαλούσε συνέχεια έτσι.

Όσο για την προσθήκη των φαγητών στο μενού, ήταν μια εντελώς συγκυριακή επιλογή, εξηγεί ο Μάκης: «

Σταδιακά, ο κόσμος ήθελε μαζί με το ποτό και κάτι να τσιμπάει. Έτσι, η μητέρα μου, που μαγείρευε και για εμάς, άρχισε να βγάζει μεζέδες, όπως πιπεριές τηγανιτές, πιπεριές με λουκάνικα, πατάτες τηγανητές, κάποια τηγανητά κεφτεδάκια. Ε, κάποια στιγμή, αυτά τα σερβίραμε και σε κανονικές μερίδες στους θαμώνες, και αργότερα και στη γύρω περιοχή».

Την κουζίνα της κυρίας Χρύσας εκτίμησαν τα στελέχη της Τοπικής του ΠΑΣΟΚ αλλά και μιας βιοτεχνίας, που λειτουργούσαν πάνω από το μαγαζί. Αλώνιζε την Προξένου Κορομηλά ο κύριος Αντώνης, μεταφέροντας καφέδες στα γραφεία.

Το εστιατόριο «Το Μικράκι» στην Προξένου Κορομηλά
Το εστιατόριο «Το Μικράκι» στην Προξένου Κορομηλά

Στα τέλη της δεκαετίας του 2000, εντάχθηκε στην ομάδα και ο Μάκης, μετά από σπουδές και εργασία στα τουριστικά. Τα «σύννεφα» πάνω από την ελληνική οικονομία τον ώθησαν στη σιγουριά της οικογενειακής επιχείρησης, όπου ανέλαβε την οργάνωση του delivery. Ξεκίνησαν με τη διανομή τεσσάρων-πέντε μερίδων και τα επόμενα χρόνια έφτασαν τις 25-30. Όταν χρειάστηκε να πάει στρατό, ήρθε ένας φίλος του να τον αντικαταστήσει, αλλά τελικά τον κράτησαν μόνιμα, γιατί η δουλειά όλο και ανέβαινε.

Κάποια στιγμή, έκανε κι ο ίδιος ένα πέρασμα από την κουζίνα, ώστε να μυηθεί στις συνταγές της μητέρας του:

«Για δύο χρόνια έμπαινα το πρωί στην κουζίνα μαζί με τη μητέρα μου με ένα μπλοκάκι. Μου έλεγε τις συνταγές, τις έγραφα και τις εκτελούσα. Η μαγειρική της μαμάς θυμίζει λίγο Μικρά Ασία γιατί οι συνταγές οι πιο πολλές είναι από τη γιαγιά μου, η οποία ήταν υπηρέτρια σε σπίτια παλιών Μικρασιατών. Οπότε, έμαθε να μαγειρεύει λίγο πιο ανατολίτικα. Εμείς, βέβαια, τα κάνουμε λίγο πιο “καθημερινά” τα πιάτα, για να μην βαρυστομαχιαζει ο κόσμος στο μεσημεριανό του».

Κάποια στιγμή, το «Μικράκι» αποδείχθηκε… όνομα και πράμα ως προς τη χωρητικότητα, οπότε έπρεπε να επεκταθεί.

Το 2016, η οικογένεια αγόρασε ένα κατάστημα που γειτόνευε με την «πλάτη» του δικού τους και πήγαν την κουζίνα εκεί. Το 2020, μίσθωσαν και το διπλανό τους ακίνητο, αυξάνοντας σημαντικά το σαλόνι.

Το εστιατόριο «Το Μικράκι» στην Προξένου Κορομηλά
Το εστιατόριο «Το Μικράκι» στην Προξένου Κορομηλά

Και μόλις τελείωσε η ανακαίνιση, ήρθε ο Covid…

«Το 2020 ήταν πολύ κακή χρονιά. Μόλις τέλειωσε η ανακαίνιση στο σαλόνι μείναμε για δύο χρόνια κλειστοί, μόνο με take away. Κάποιοι από το προσωπικό χρειάστηκε να βγουν σε αναστολή. Στην πρώτη, πολύ αυστηρή καραντίνα ήμασταν μόνο η οικογένεια και ένα άτομο προσωπικό», διηγείται ο Μάκης.

Το εστιατόριο «Το Μικράκι» στην Προξένου Κορομηλά
Το εστιατόριο «Το Μικράκι» στην Προξένου Κορομηλά
Το εστιατόριο «Το Μικράκι» στην Προξένου Κορομηλά
Το εστιατόριο «Το Μικράκι» στην Προξένου Κορομηλά

«Ήταν κάτι συγκλονιστικό. Ήταν όλα άδεια. Μπορούσες να βγεις στην Τσιμισκή και να ξαπλώσεις. Ήταν 25η Μαρτίου και ήμασταν από τα λίγα μαγαζιά που μείναμε ανοιχτά τότε. Ήρθε ο κόσμος απ’ έξω κι έψαχνε μπακαλιάρο. Κι εγώ προσπαθούσα να βρω ανοιχτό ψαράδικο για να προμηθευτώ μπακαλιάρο. Θυμάμαι δεν είχα στείλει το SMS και τριγυρνούσα στο κέντρο μέσα στο άγχος. Πήγαινα σαν τον κλέφτη απ’ τα στενά, να βρω ένα ψαράδικο να αγοράσω μπακαλιάρο».

Σήμερα τα πράγματα είναι οπωσδήποτε πολύ πιο εύρυθμα, τόσο από άποψη δουλειάς όσο και από άποψη προσωπικού. Όμως, αν και διατηρεί το ίδιο όνομα, το μαγαζί έχει αλλάξει σε πολλά.

Η πρώτη αλλαγή είναι οι τουρίστες που έρχονται πια συχνά, φέρνοντας μαζί τους μία λίστα με όλα τα ελληνικά πιάτα που τους έχουν πει ότι πρέπει να δοκιμάσουν: “Mousaka, dolmadakia, fasolada” και τα τοιαύτα.

Το εστιατόριο «Το Μικράκι» στην Προξένου Κορομηλά
Το εστιατόριο «Το Μικράκι» στην Προξένου Κορομηλά

Επίσης, στο σαλόνι, εδώ όπου κάποτε μαγαζάτορες και πελάτες γίνονταν μια παρέα, τώρα έρχονται συνήθως βιαστικοί εργαζόμενοι, ίσα-ίσα να φάνε και να συνεχίσουν τη μέρα τους. Τα ατέλειωτα μασάλια και οι καφενειακές κουβέντες κομμένα:

«Κάποτε εδώ ήταν χώρος συνάθροισης. Κάποιες στιγμές βγάζανε και κιθάρα και τραγουδούσαν, ενώ είχαν καταναλώσει πολύ αλκοόλ και τέτοια. Τώρα εδώ συνήθως ο κόσμος έρχεται γρήγορα, να φάει ένα φαγητό και να φύγει. Οι μέρες που συνήθως εμείς δουλεύουμε είναι αυτές που είναι φουλ εργάσιμες και παραγωγικές», περιγράφει ο Μάκης, που δεν πιστεύει ότι το μαγαζί έχασε σε χαρακτήρα, απλά προσαρμόστηκε στη σύγχρονη εποχή.

Βασικά, ο περισσότερος κόσμος πλέον δεν έρχεται καν στο μαγαζί, ούτε για να παραλάβει το φαγητό του. Το περιμένει κατευθείαν σπίτι μέσα από τις πλατφόρμες delivery.

Με αφορμή το πρόσφατο ρεπορτάζ μας για το έτοιμο φαγητό, ρωτάμε τον Μάκη πού μπορεί να οφείλεται αυτή η τάση.

«Πιστεύω ότι είναι αυτό είναι ένας τρόπος για εξοικονόμηση χρόνου. Από το να βγει κάποιος να πάει να ψωνίσει, να μαγειρέψει κτλ., απλώς περιμένει το φαΐ στην πόρτα του για εξοικονόμηση χρόνου. Δεν καταβάλλεται καμία προσπάθεια. Αυτό είναι κάτι το οποίο το παρατηρώ πολύ έντονα τα τελευταία δύο χρόνια. Και να πω την αλήθεια, έτσι όπως έχει ακριβύνει το σούπερ μάρκετ και το ρεύμα, βγαίνει η μία ή η άλλη το να μαγειρέψεις με το να παίρνεις έτοιμα γεύματα. Ειδικά αν είσαι ένα άτομο», απαντά.

Το εστιατόριο «Το Μικράκι» στην Προξένου Κορομηλά
Το εστιατόριο «Το Μικράκι» στην Προξένου Κορομηλά
Το εστιατόριο «Το Μικράκι» στην Προξένου Κορομηλά
Το εστιατόριο «Το Μικράκι» στην Προξένου Κορομηλά

Δεν είναι τυχαίο που πολλοί από τους πελάτες στο «Μικράκι» είναι ηλικιωμένοι που ζουν μόνοι και προτιμούν να τρώνε κάτι ποιοτικό από το να μαγειρεύουν για τον εαυτό τους. «Θυμάμαι είχε έρθει μια κυρία εδώ και λέει: “Ο γιατρός μού ‘πε να τρώω λιτοδίαιτα. Ας πούμε, λίγο κρέας με λαχανικά”. Και τελικά ήθελε μοσχαράκι με μελιτζάνες!», λέει χαμογελώντας ο Μάκης.

Αυτή η ιστορία δείχνει και το πώς έχει η αλλάξει η κουλτούρα του φαγητού, πιστεύει:

«Ο κόσμος πλέον τρώει πιο στοχευμένα, πολύ πιο υγιεινά. Ξέρει τι τρώει και προσέχει τη σιλουέτα του. Κάποτε δεν το σκεφτόμασταν αυτό. Δεν το ‘χαμε σε τίποτα να φάμε μελιτζάνες τηγανητές με 40 βαθμούς Κελσίου έξω! Πίναμε ουίσκια και βότκες μέρα μεσημέρι. Τώρα όλοι παγγέλνουν μόνο νερό ή άντε καμιά κόκα κόλα. Και πάντα Zero!».

Το εστιατόριο «Το Μικράκι» στην Προξένου Κορομηλά
Το εστιατόριο «Το Μικράκι» στην Προξένου Κορομηλά

Όλοι πιο συνειδητοποιημένοι μα και πιο «σφιγμένοι». Αυτό είναι το συμπέρασμά μας για τον κόσμο σήμερα:

«Εγώ θυμάμαι σαν παιδί στη δεκαετία του ‘90 οι πελάτες ήταν σίγουρα πιο χαρούμενοι και πολύ πιο κοινωνικοί. Και δεν λογάριαζαν το τι θα φάνε και το τι θα πιουν, ούτε το πόσα πεντοχίλιαρα θα ξοδέψουν. Κάθε μέρα ήτανε σαν Σάββατο. Ήμασταν λίγο πιο χαλαροί αλλά και πιο απερίσκεπτοι. Ο κόσμος έπινε πολύ, κάπνιζε πολύ, αλλά περνούσε και πιο καλά».