Πεύκο, το «περιστέρι» της χλωρίδας μας

Αρθρογραφεί ο Σάββας Ιωακειμίδης, MArch Eng & CEO της arxicon.com

Πεύκο, το «περιστέρι» της χλωρίδας μας

Του Σάββα Ιωακειμίδη, MArch Eng & CEO της arxicon.com

Πεύκο, το «περιστέρι» της χλωρίδας μαςΓιατί πρέπει να σταματήσει άμεσα κάθε νέα αναδάσωση με κωνοφόρα και πώς η αντικατάσταση των «εύφλεκτων» δέντρων στους κήπους μας είναι η μόνη ρεαλιστική ασπίδα απέναντι στις πυρκαγιές!

Στον σύγχρονο αστικό και περιαστικό χώρο, αντιμετωπίζουμε το πεύκο ακριβώς όπως το περιστέρι στις μεγαλουπόλεις, δηλαδή με έναν αδικαιολόγητο, σχεδόν αφελή συναισθηματισμό για ένα είδος που στην πραγματικότητα λειτουργεί επεκτατικά και συχνά εις βάρος της ίδιας μας της ασφάλειας. Όπως το περιστέρι κυριάρχησε στις πλατείες εκτοπίζοντας άλλα πτηνά, έτσι και το πεύκο κατέληξε να θεωρείται η «ιερή αγελάδα» του ελληνικού τοπίου, παρότι αποτελεί τον υπ’ αριθμόν ένα πολλαπλασιαστή των πύρινων τραγωδιών που βιώνουμε κάθε καλοκαίρι. Ως μηχανικοί οι οποίοι σχεδιάζουμε και κατασκευάζουμε τον χώρο, την ανθεκτικότητα των κατασκευών και την ασφάλεια των οικισμών, οφείλουμε να δούμε την πραγματικότητα κατάματα, αφήνοντας στην άκρη τους ρομαντικούς μύθους και εφαρμόζοντας επιτέλους τον κανόνα της επιστήμης και της κοινής λογικής.

Η πρώτη μεγάλη ιστορική και οικολογική πλάνη που πρέπει να καταρριφθεί είναι η πεποίθηση ότι το πεύκο υπήρξε ανέκαθεν ο απόλυτος κυρίαρχος της ελληνικής γης. Στην πραγματικότητα, το πεύκο δεν ήταν ποτέ το κυρίαρχο δέντρο της Χερσονήσου του Αίμου. Από την αρχαιότητα μέχρι και τους νεότερους ιστορικούς χρόνους, η ραχοκοκαλιά της βαλκανικής και μεσογειακής χλωρίδας αποτελούνταν από αρχέγονα, σκιερά και βραδύκαυστα δάση πλατύφυλλων και φυλλοβόλων δέντρων, με απόλυτο κυρίαρχο τη δρυ (βελανιδιά), την οξιά, την καστανιά, τον πλάτανο, τη φιλύρα και την αγριελιά.

Η σημερινή μονοκρατορία της χαλεπίου αλλά και της τραχείας πεύκης στη χώρα μας δεν αποτελεί την αυθεντική εικόνα της φύσης μας, αλλά το σύμπτωμα της ιστορικής της υποβάθμισης. Επί αιώνες, η υπερβόσκηση, η ανεξέλεγκτη υλοτομία για ξυλεία και η ναυπήγηση πλοίων, οι πολεμικές καταστροφές και οι αλλεπάλληλες φυσικές πυρκαγιές εξόντωσαν τελικά τα αρχέγονα δάση των πλατύφυλλων. Σε αυτό το γυμνό, διαβρωμένο έδαφος, το πεύκο λειτούργησε απλώς ως ένας «οπορτουνιστής εποικιστής», καθώς είναι ένα πυρόφιλο είδος που χρησιμοποιεί τη φωτιά και τα εκρηκτικά κουκουνάρια του για να εξοντώνει τους ανταγωνιστές του. Βοήθησε σε αυτή την κυριάρχηση ιδιαιτέρως, η λανθασμένη κρατική πολιτική αναδασώσεων του 20ού αιώνα φυτεύοντας εκατομμύρια πεύκα επειδή απλώς μεγάλωναν εύκολα και γρήγορα.

Το αποτέλεσμα αυτής της ιστορικής στρέβλωσης είναι ότι σήμερα έχουμε κυκλώσει τις πόλεις, τα χωριά, τις τουριστικές μας υποδομές και τις ίδιες μας τις κατοικίες με «μπιτόνια βενζίνης». Τα κωνοφόρα και τα συναφή εύφλεκτα δέντρα, λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς τους σε ρητίνη και πτητικά έλαια, δεν καίγονται απλώς, αλλά εκρήγνυνται, εκτοξεύοντας φλεγόμενες καύτρες σε απόσταση εκατοντάδων μέτρων και καθιστώντας οποιαδήποτε προσπάθεια πυρόσβεσης ή αντιπυρικής θωράκισης ενός κτιρίου σχεδόν μάταιη. Είναι, επομένως, αδιανόητο το 2026 να θρηνούμε περιουσίες και ανθρώπινες ζωές, και την επόμενη μέρα να συζητάμε ξανά για αναδασώσεις με τα ίδια ακριβώς δέντρα που προκάλεσαν το ολοκαύτωμα.

Η αλλαγή δόγματος και νοοτροπίας οφείλει να είναι άμεση, ριζική και να ξεκινήσει πρώτα απ’ όλα από την ίδια την ιδιωτική μας περιουσία και τον άμεσο ζωτικό μας χώρο. Οφείλουμε να προχωρήσουμε, καταρχάς σε όλους τους ιδιωτικούς και δημοτικούς κήπους όπου σήμερα υπάρχουν κωνοφόρα και «εύφλεκτα» δέντρα, στη σταδιακή αντικατάστασή τους και στην αποκλειστική φύτευση «πυράντοχων» ειδών. Παράλληλα, σε επίπεδο Πολιτείας, πρέπει να τεθεί ένας απαράβατος κανόνας, ώστε να μην γίνει καμία απολύτως νέα αναδάσωση με πεύκα ή αντίστοιχα κωνοφόρα ούτε από λάθος, ειδικά στις ζώνες μίξης δάσους και οικισμών.

Το εύλογο ερώτημα κάθε ιδιοκτήτη, επενδυτή ή μελετητή είναι εάν υπάρχουν δέντρα που να συνδυάζουν την υψηλή αντοχή στη φωτιά με τη γρήγορη ανάπτυξη, χωρίς να έχουν εξάρτηση από το νερό και χωρίς να αντιμετωπίζουν κανένα πρόβλημα δίπλα στη θάλασσα. Η απάντηση της βοτανικής και της αρχιτεκτονικής τοπίου είναι κατηγορηματικά θετική, αρκεί να στραφούμε στα αληθινά «θωρηκτά» της μεσογειακής φύσης. Δέντρα όπως η Χαρουπιά (ξυλοκερατιά), το Αλμυρίκι, η Αγριελιά, η Κουμαριά, η Δρυς (και ειδικά το πουρνάρι και η αριά), η Φιστικιά (και ο σχίνος) ή η Κουτσουπιά, διαθέτουν φύλλωμα με υψηλή υγρασία και χαμηλή εύφλεκτη ύλη, λειτουργώντας ως φυσικά τείχη ανάσχεσης της φλόγας.

Τα είδη αυτά έχουν σφυρηλατηθεί επί χιλιετίες στο άνυδρο ελληνικό κλίμα, αναπτύσσουν βαθύ ριζικό σύστημα που συγκρατεί το έδαφος από τις πλημμύρες, δεν απαιτούν κανένα πότισμα μετά τα πρώτα τους βήματα και αντέχουν απόλυτα στην αλμύρα και στους ισχυρούς ανέμους δίπλα στο κύμα. Επιπλέον, σύγχρονες επιλογές και μέθοδοι φύτευσης επιτρέπουν πλέον την ταχύτατη ανάπτυξη αυτών των πλατύφυλλων ειδών, καταρρίπτοντας το άλλοθι ότι «μόνο το πεύκο δίνει γρήγορα σκιά». Ο σχεδιασμός του περιβάλλοντος χώρου μιας κατοικίας ή ενός τουριστικού έργου δεν είναι μια απλή διακοσμητική πράξη, αλλά η πρώτη και κρισιμότερη γραμμή παθητικής πυραντίσασης του ίδιου του κτιρίου.

Ας σταματήσουμε, λοιπόν, να ταΐζουμε το «περιστέρι» της χλωρίδας της χώρας μας, μέσα στις ίδιες μας τις αυλές και γύρω από τα σπίτια μας, ελπίζοντας κάθε καλοκαίρι σε ένα θαύμα. Από τον σχεδιασμό του κτιρίου μέχρι το τελευταίο δέντρο που φυτεύουμε στον κήπο μας, η ασφάλεια της ζωής και της περιουσίας μας απαιτεί επιστημονική γνώση, πρόληψη και ορθολογισμό. Το 2026 δεν έχουμε την πολυτέλεια να επαναλαμβάνουμε τα λάθη του παρελθόντος, γι’ αυτό ας αφήσουμε τη φύση της Χερσονήσου του Αίμου να επιστρέψει στις αληθινές, πυράντοχες ρίζες της.

Υ.Γ. Το πρώτο σας βήμα στην πράξη για τον κήπο ή το οικόπεδό σας, πριν επιλέξετε φυτά για το έργο σας ή αν θέλετε να θωρακίσετε το υπάρχον ακίνητό σας, είναι να αντιγράψετε το παρακάτω κείμενο, να συμπληρώσετε στα αποσιωπητικά τα δικά σας στοιχεία και να ρωτήσετε μια εφαρμογή Τεχνητής Νοημοσύνης. «Έχω ένα ακίνητο στην περιοχή … [γράψτε περιοχή και απόσταση από τη θάλασσα] όπου υπάρχουν κωνοφόρα δέντρα. Ποια είναι τα καταλληλότερα ενδημικά, πυράντοχα, βραδύκαυστα δέντρα και θάμνοι της ελληνικής χλωρίδας για να τα αντικαταστήσω, τα οποία να έχουν γρήγορη ανάπτυξη, μηδενική εξάρτηση από νερό, αντοχή στην αλμύρα και πώς πρέπει να τοποθετηθούν χωροταξικά στο οικόπεδο ώστε να λειτουργούν ως φυσική αντιπυρική ασπίδα για το κτίριο μου;»