Οικονομικό έγκλημα, διαφθορά, και η καχυποψία των Ελλήνων

Οικονομικό έγκλημα, διαφθορά, και η καχυποψία των Ελλήνων
ΦΩΤΟ ΣΑΒΒΑΣ ΑΥΓΗΤΙΔΗΣ

Τρεις διαδοχικές ποινικές υποθέσεις ήρθαν στην επικαιρότητα το προηγούμενο δεκαήμερο -υποθέσεις που αναδεικνύουν πώς το οικονομικό έγκλημα εξελίσσεται στη χώρα μας. Υποθέσεις μεγάλου ενδιαφέροντος, διότι αντίστοιχα μεγάλα ήταν τα χρηματικά ποσά που είχαν διακινηθεί. Το ότι αφορούν διαφορετικά άρθρα του Ποινικού Κώδικα είναι μάλλον δευτερεύον.

Οι πολίτες λοιπόν μάθαμε για μία ακόμη φορά πόσο διεφθαρμένος είναι ο επαγγελματικός αθλητισμός. Οι υποψίες για στημένους αγώνες μέσω δωροδοκίας διαιτητών αποτελούν γνωστό αντικείμενο συζήτησης. Περιστασιακά γίνονται αποκαλύψεις και συλλήψεις, όμως στην πραγματικότητα τίποτα δεν αλλάζει. Εδώ αξίζει να συνεξετάσουμε και την βραδεία πρόοδο της δίκης Λυγγερίδη.

Μάθαμε επίσης ότι εξακολουθούν να υπάρχουν ψηφιακές εφαρμογές, ικανές να αποκρύπτουν τεράστια ποσά εισπραχθέντος ΦΠΑ. Εφαρμογές ικανές να αποκρύπτουν δεκάδες εκατομμύρια, σε μια φάση όπου η ΑΑΔΕ επαίρεται για τις βελτιωμένες επιδόσεις του φορολογικού μηχανισμού, χάρη στην ψηφιοποίηση.

Τέλος, ξαναδιαπιστώσαμε ότι άτομα εμπλεκόμενα σε εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου παράλληλα κατέχουν περίπλοκα «πλυντήρια» των εσόδων τους. Εταιρείες-βιτρίνες, των οποίων το αντικείμενο (πχ δραστηριότητες εστίασης, φιλοξενίας και ευεξίας) προσφέρεται για τη δικαιολόγηση μεγάλων ποσών.

Κοινός παρονομαστής των τριών υποθέσεων οι διαδεδομένες «θεωρίες συνωμοσίας». Και στις τρεις περιπτώσεις αφθονούσαν οι φήμες: είχαν κατατεθεί καταγγελίες για τα κυκλώματα στο μπάσκετ (όπως φυσικά κατατίθενται και για το ποδόσφαιρο)· οι εμπορικές πρακτικές της Pizza Fan προκαλούσαν απορίες για τη βιωσιμότητα της εταιρείας· οι ψίθυροι για τον ιδιοκτήτη της αλυσίδας φούρνων έφταναν σε όλη την ελληνική επικράτεια. Και στις τρεις περιπτώσεις, οι μόνοι που δεν άκουγαν τίποτα ήταν οι καθ’ ύλην αρμόδιοι.

Μέχρι λοιπόν να έχουμε συλλήψεις, αμέτρητοι Έλληνες ζημιώθηκαν άμεσα. Ζημιώθηκαν οι γονείς, των οποίων τα παιδιά δεν πήραν μπόνους εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ζημιώθηκαν όσοι χρυσοπλήρωσαν εισιτήρια διαρκείας για να παρακολουθούν την ομάδα τους να αδικείται. Ζημιώθηκαν όσοι στοιχηματίζουν βάσει απλής λογικής. Ζημιώθηκαν όσοι αναγκάστηκαν να κλείσουν τις πιτσαρίες τους, υποκύπτοντας στον αθέμιτο ανταγωνισμό. Ζημιώθηκαν όσοι υπέστησαν την ίδια μοίρα, προσπαθώντας να κρατήσουν ζωντανά κάποια μικρά πρατήρια άρτου και καφέ. Και φυσικά ζημιώθηκαν όσοι εργάζονταν σε αυτές τις ΜΜΕ, από κοινού με τις οικογένειές τους.

Οι τελευταίες συλλήψεις προστίθενται στις διαδόσεις για διαπλοκή πολιτικών με ουρανοκατέβατους μεγαλοκεφαλαιούχους, για funds που ξεπλένουν χρήματα μέσω επενδύσεων σε ταχέως αναπτυσσόμενους ομίλους, για τραπεζίτες και εφοπλιστές με σκανδαλώδεις δοσοληψίες εντός και εκτός Ελλάδας. Πρόκειται περί φαινομένων που πλέον ταυτίζονται με το εθνικό αναπτυξιακό μοντέλο.

Μπροστά στα παραπάνω, οι καλόπιστοι θα επικαλεστούν την -έστω καθυστερημένη- επέμβαση των υπηρεσιών ως απόδειξη ακεραιότητας του κράτους. Οι κακόπιστοι θα αποδώσουν την καθυστερημένη επέμβαση σε άλλες αιτίες: είτε σε πολιτικές σκοπιμότητες είτε σε συγκρούσεις μεταξύ μεγιστάνων. Ομολογουμένως η κακοπιστία τους δεν είναι παράλογη. Μονίμως παρατηρούν τον εναγκαλισμό των εκάστοτε κυβερνώντων με επιχειρηματίες άδηλων πόρων. Μονίμως πληροφορούνται για αλάθητη (ή αμφίβολη) αυστηρότητα και τυπικότητα των αρχών. Μονίμως διαπιστώνουν ότι οι δικαστικές, αστυνομικές, φορολογικές, τραπεζικές και πολεοδομικές αρχές είναι εξαιρετικά επίμονες και μεθοδικές όταν πρόκειται για τις δικές τους μικρές παρατυπίες.

Δυστυχώς, η κοινωνική πλειοψηφία είναι κακόπιστη απέναντι στο ελληνικό κράτος. Ωστόσο, το ίδιο ευθύνεται για τούτη τη στάση.