Καύσωνες και πλημμύρες απειλούν τις ελληνικές υποδομές – Τι δείχνει έρευνα 

Οι 12 εφαρμογές του CLIMPACT ανέδειξαν τους βασικούς κλιματικούς κινδύνους για κρίσιμα έργα

Καύσωνες και πλημμύρες απειλούν τις ελληνικές υποδομές – Τι δείχνει έρευνα 
Φωτογραφία αρχείου/ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΡΑΠΑΝΗΣ / EUROKINISSI

Οι καύσωνες, οι ακραίες βροχοπτώσεις και οι πλημμύρες αποτελούν τους συχνότερους σημαντικούς κλιματικούς κινδύνους για τις ελληνικές υποδομές, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις προστίθενται η ξηρασία, οι δασικές πυρκαγιές, οι ισχυροί άνεμοι και οι κατολισθήσεις.

Τους κινδύνους αυτούς, καθώς και τα μέτρα που μπορούν να περιορίσουν τις επιπτώσεις τους, αξιολόγησαν επιστήμονες από 11 ελληνικές ερευνητικές ομάδες, υπό τον συντονισμό και την επιστημονική ευθύνη του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ), στο πλαίσιο του Εθνικού Δικτύου Έρευνας για την

Κλιματική Αλλαγή CLIMPACT

Η έρευνα επικεντρώθηκε σε 12 εφαρμογές που αφορούν διαφορετικά έργα υποδομής, από συστήματα ύδρευσης και φράγματα έως νοσοκομεία, ξενοδοχειακές μονάδες, λιμάνια, οδικά δίκτυα, μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς και ενεργειακές υποδομές. Μέσα από αυτές αναπτύχθηκε και δοκιμάστηκε μια ενιαία μεθοδολογία για την εκτίμηση της τρωτότητας και της κλιματικής διακινδύνευσης κάθε έργου, αλλά και για την επιλογή των κατάλληλων μέτρων προσαρμογής.

Όπως εξήγησε στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο επιστημονικός υπεύθυνος του CLIMPACT στο ΕΜΠ, ομότιμος καθηγητής του Πολυτεχνείου Αναστάσιος Ι. Στάμου, βασικό συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι οι κλιματικοί κίνδυνοι δεν δρουν μεμονωμένα. Αντίστοιχα, ούτε η προσαρμογή των υποδομών μπορεί να σχεδιάζεται αποσπασματικά, καθώς οι επιπτώσεις μιας κλιματικής μεταβολής συχνά επηρεάζουν ταυτόχρονα διαφορετικές λειτουργίες ενός έργου.

Υποδομές σχεδιασμένες για τις κλιματικές συνθήκες του παρελθόντος

Ένα από τα βασικά προβλήματα που ανέδειξε η έρευνα είναι ότι πολλές κρίσιμες υποδομές έχουν σχεδιαστεί με βάση τα κλιματικά δεδομένα προηγούμενων δεκαετιών, παρότι καλούνται να λειτουργούν για πολλά ακόμη χρόνια σε ένα περιβάλλον που αλλάζει.

Η αύξηση της θερμοκρασίας, οι παρατεταμένοι καύσωνες, η ξηρασία, οι έντονες βροχοπτώσεις και οι πλημμύρες μπορούν να επηρεάσουν την ασφάλεια, την αξιοπιστία και τη λειτουργία τους, αλλά και τις υπηρεσίες που παρέχουν στους πολίτες.

Για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές ανέπτυξαν μια μεθοδολογία πέντε βημάτων, γνωστή ως Climate Risk and Vulnerability Assessment (CRVA), η οποία επιτρέπει να εντοπίζονται οι κλιματικοί κίνδυνοι για κάθε έργο, να αξιολογείται η τρωτότητά του και να εκτιμάται το επίπεδο διακινδύνευσης. Με βάση τα αποτελέσματα, τα μέτρα προσαρμογής αξιολογούνται και ιεραρχούνται ανάλογα με τις ανάγκες κάθε υποδομής.

«Οι υποδομές πρέπει να εξετάζονται ως συστήματα και όχι ως μεμονωμένα τεχνικά έργα», υπογράμμισε ο κ. Στάμου, επισημαίνοντας ότι η ίδια μεθοδολογία μπορεί να εφαρμοστεί σε διαφορετικές υποδομές, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες λειτουργίες και τα χαρακτηριστικά τους.

Ποιες υποδομές κινδυνεύουν περισσότερο

Από τις 12 εφαρμογές προέκυψε ότι η αύξηση της θερμοκρασίας και οι καύσωνες συγκαταλέγονται στους συχνότερους σημαντικούς κινδύνους, με την κλιματική διακινδύνευση να χαρακτηρίζεται υψηλή ή πολύ υψηλή σε αρκετές περιπτώσεις. Ακολουθούν οι ακραίες βροχοπτώσεις και οι πλημμύρες, ενώ σε επιμέρους έργα σημαντικές απειλές αποτελούν η μείωση των βροχοπτώσεων, η ξηρασία, οι δασικές πυρκαγιές, οι παράκτιοι κίνδυνοι, οι ισχυροί άνεμοι, οι κατολισθήσεις, η διάβρωση του εδάφους και οι κεραυνοί.

Η μεθοδολογία εφαρμόστηκε, μεταξύ άλλων, σε έργα διαχείρισης λυμάτων στη Λάρισα, στο αρδευτικό δίκτυο και τη δεξαμενή Κουντούρας στα Χανιά, στο φράγμα και τον ταμιευτήρα Αλμωπαίου, στο σύστημα ύδρευσης της Σύρου, σε μεγάλη ξενοδοχειακή μονάδα στο Σούνιο, στον τεχνητό υγρότοπο Νέας Μαδύτου και στο Ασκληπιείο Βούλας.

Οι επιπτώσεις, ωστόσο, δεν είναι ίδιες σε όλες τις περιπτώσεις. Στο Ασκληπιείο Βούλας, για παράδειγμα, οι υψηλές θερμοκρασίες μπορούν να επηρεάσουν την ασφάλεια των ασθενών, τις συνθήκες εργασίας του προσωπικού, την ψύξη, την ηλεκτροδότηση και τη συνέχεια της λειτουργίας του νοσοκομείου.

Αντίστοιχα, στο σύστημα ύδρευσης της Ερμούπολης στη Σύρο, οι καύσωνες αυξάνουν τη ζήτηση νερού και την ενεργειακή κατανάλωση, ενώ εντείνουν την πίεση στις μονάδες αφαλάτωσης και στις αντλήσεις.

Η έρευνα έδειξε, επίσης, ότι η διακινδύνευση μπορεί να αυξηθεί σημαντικά στο μέλλον, ιδιαίτερα προς το τέλος του αιώνα και υπό τα δυσμενέστερα κλιματικά σενάρια. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της ξενοδοχειακής μονάδας στο Σούνιο, όπου οι κίνδυνοι από καύσωνες, δασικές πυρκαγιές και παράκτια φαινόμενα εκτιμάται ότι θα φτάσουν σε πολύ υψηλά επίπεδα.

Η περίπτωση της Σύρου και η πίεση στην υδροδότηση

Ιδιαίτερη σημασία έχει η εφαρμογή της μεθοδολογίας στο σύστημα ύδρευσης της Ερμούπολης, όπου η παραγωγή πόσιμου νερού βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αφαλάτωση. Σύμφωνα με τα ευρήματα, ο θερινός καύσωνας αποτελεί τον κυρίαρχο βραχυπρόθεσμο κλιματικό κίνδυνο, με υψηλή διακινδύνευση ήδη από το εγγύς μέλλον.

Η αύξηση της θερμοκρασίας συμπίπτει με την περίοδο αυξημένης τουριστικής κίνησης, με αποτέλεσμα να μεγαλώνει η ζήτηση νερού και να αυξάνεται η λειτουργία των μονάδων αφαλάτωσης. Παράλληλα, ενισχύεται η ενεργειακή κατανάλωση και περιορίζονται τα περιθώρια λειτουργίας του συστήματος, ενώ η θερινή ξηρασία επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση.

Μεταξύ των μέτρων που αξιολογήθηκαν ως υψηλής προτεραιότητας είναι η μείωση των απωλειών στο δίκτυο ύδρευσης, ώστε να αυξηθεί η ποσότητα νερού που φτάνει πραγματικά στους καταναλωτές και να περιοριστεί η ανάγκη για πρόσθετη παραγωγή μέσω αφαλάτωσης.

Υψηλή προτεραιότητα δόθηκε επίσης στη διαχείριση της ζήτησης και στην εξοικονόμηση νερού στις τουριστικές δραστηριότητες, με στόχο να περιορίζεται η θερινή αιχμή της κατανάλωσης.

Η συγκεκριμένη εφαρμογή ανέδειξε, παράλληλα, ότι η ασφάλεια της υδροδότησης δεν μπορεί να εξετάζεται ανεξάρτητα από την ενέργεια και τον τουρισμό. Για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές αξιοποίησαν την προσέγγιση Water-Energy-Food-Tourism (WEFT), σύμφωνα με την οποία το νερό, η ενέργεια, τα τρόφιμα και ο τουρισμός αντιμετωπίζονται ως αλληλένδετα στοιχεία ενός συστήματος.

Η προσέγγιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τα ελληνικά νησιά, όπου η τουριστική δραστηριότητα επηρεάζει άμεσα τη ζήτηση πόρων, ενώ οι διαθέσιμες υποδομές και τα αποθέματα νερού είναι συχνά περιορισμένα.

CLIMPACT III: Το επόμενο βήμα για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή

Η επόμενη φάση του προγράμματος, CLIMPACT III, επιδιώκει να ενισχύσει τη σύνδεση της επιστημονικής έρευνας με την εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής. Στο επίκεντρο βρίσκονται η αξιοποίηση σύγχρονων κλιματικών δεδομένων και εργαλείων, η διερεύνηση των επιπτώσεων σε κρίσιμους τομείς, όπως η υγεία και η ενέργεια, καθώς και η στενότερη συνεργασία με τις Περιφέρειες, την Τοπική Αυτοδιοίκηση και τους αρμόδιους φορείς.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα ελληνικά νησιά, όπου προβλέπεται η επιλογή και εφαρμογή μέτρων προσαρμογής με τη συμμετοχή των τοπικών αρχών και κοινωνιών. Παράλληλα, επιδιώκεται η ενίσχυση των συνεργασιών με άλλες χώρες της Μεσογείου, με στόχο το CLIMPACT να εξελιχθεί σε περιφερειακό κόμβο γνώσης και συνεργασίας για το κλίμα και τη βιωσιμότητα.

Στόχος είναι η επιστημονική γνώση να μεταφραστεί σε συγκεκριμένες παρεμβάσεις, οι οποίες θα ενισχύσουν την ανθεκτικότητα των υποδομών απέναντι στους κινδύνους της κλιματικής αλλαγής και θα συμβάλουν στη διασφάλιση της λειτουργίας τους τις επόμενες δεκαετίες.

Σημειώνεται ότι φόρουμ του Εθνικού Δικτύου για την Κλιματική Αλλαγή CLIMPACT, με θέμα την κλιματική αλλαγή και τις υποδομές, πραγματοποιείται σήμερα στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.